Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ: Αφηγήσεις για τη γενοκτονία των Χιωτών

Με την ευκαιρία τής Εθνικής εορτής τής 25ης Μαρτίου 1821, ο φιλόλογος καθηγητής κ.Λεωνίδας Πυργάρης μας έστειλε προςενημέρωση τού χιακού αναγνωστικού κοινού, με σκοπό τη συντήρηση τής ιστορικής μνήμης, αποσπάσματα από το βιβλίο τού Στυλιανού Βίου: «Η Σφαγή τής Χίου εις το στόμα τού Χιακού λαού», Επανέκδοση Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου, Χίος 1987.
Τα εν λόγω αποσπάσματα είναι πρωτότυπες αφηγήσεις ανθρώπων οι οποίοι εξιστορούν τα γεγονότα τών Σφαγών τής Χίου, όπως τα είχαν ακούσει από τους γονείς και παππούδες τους. Αυτό το ιστορικό υλικό συνελέγη το 1921 από έναν σπουδαίο φιλόλογο και λαογράφο, το Στυλιανό Βίο.
Βάσει αυτού τού συγκλονιστικού υλικού, το οποίο έχουμε υπομνηματίσει κιόλας, φαίνεται ότι στη Χίο έγινε το 1822 αληθινή γενοκτονία.

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ Μαρίας Μπούρα (Εκ της πόλεως Χίου)
α) Στη Σφαγή εκαθούμαστε στο Βουνάκι, κοντά στο τζαμί, όπου οι γονιοί μου είχανε φούρνο και καφενέ, γιατί ήτανε καλοί νοικοκύρηδες. Εγώ τότες ήμουνα 14 χρονώ και τα θυμούμαι όλα.
Άξαφνα μια μέρα ο πατέρας μου μάς λέει: «Παιδιά μου, οι Τούρκοι μαζεύουν όλους τούς αρχόντους τού τόπου μας». Ως που να το καλομάθουμε, τους είχανε όλους κρεμασμένους στου Κάστρου την πόρτα.
Αμέσως, το λοιπόν, ο πατέρας μου λε τής μητέρας μου: «Βγερού, τά ‘μαθες; Οι Τούρκοι εκρεμάσανε όλους τούς αρχόντους και ζητούν και το Μισέ Κωνσταντή το Χωρέμη».
Μα η γυναίκα του τον είχε χωμένο σ’ ένα μνήμα 40 μέρες κ’ ήτρωγε νερό και ψωμί κ’ έτσι εσώθηκε.
Την άλλη μέρα το πρωί, νά τα ταγκαλάκια απ΄ την Ανατολή! Εβαστούσαν στα χέρια τως φωτιές και μαχαίρια κι εφωνάζανε: «Μωρέ Γκιαούρηδες, τι έχετε να δείτε το ταχύ!». Οι καμένοι οι Χριστιανοί κλειστήκανε στα σπίτια τως. Τουφέκια, μαχαίρια δεν είχανε, γιατί από τα πριν οι Τούρκοι εμαζέψανε και τα σουγιαδάκια, ακόμη και τα κατσουνάκια δεν εφήκανε.
Τότες η μητέρα μου λε τού πατέρα μου: «Φραγκούλη, να πάρομε τα παιδιά μας να φύγομε, γιατί οι Τούρκοι έχουν άσκημο σκοπό». Παίρνει λοιπόν ο πατέρας μου τη μητέρα μου, εμένα και την αδελφή μου, παίρνει και δύο ψωμιά και μερικούς ψιλούς παράδες και φεύγομε. Μα πριν να φύγομε, τι ν’ ακούσομε…Εσπούσανε τις πόρτες οι Τούρκοι κ’ εκόβανε, ύστερι βάζανε φωτιά σ’ όλα τα σπίτια. Εμείς από ταράτσα σε ταράτσα βγήκαμε στη θάλασσα, όπου πήραμε δρόμο κατά τον Άγιο Μηνά. Στο δρόμο μάς απάντησαν δυό ανθρώποι κ’ εβαστούσαν κουτάλια και χαρανί. Τα πήραν ίσως παν σε κανένα μέρος και βρούνε τίποτα χόρτα και ψήσουνε.
Ανηβαίνομε λοιπόν στον Άγιο Μηνά και βλέπομε τον κόσμο χιλιάδες μέσα. Ό,τι καθήσαμε να φάμε λίγο ψωμί, ακούμε φωνές «Τα ταγκαλάκια έρχουνταινε!». Τότες ο πατέρας μου λέει:
«Βγερού, αν μείνομεν εδώ, θα μας σφάξουν, μόνον ας φύγομε, πριν κλείσει το μοναστήρι».
Παίρνομε δρόμο και καταβαίνομε στο Λιμνιώνα, ίσως βρούμε κανένα καΐκι. Η κακή μας τύχη και απαντήσαμεν ένα μπουλούκι Σαμιώτες και μας πήραν τον πατέρα μας και αφήσανε τη μητέρα μου, εμένα και την αδερφή μου. Πήραμε δρόμο κ’ εβγήκαμε στο Λιθί. Εκεί απαντούμεν ένα χωριάτη και τον αρωτά η μητέρα μου: «Πού βρισκόμαστε καλέ;». Κ’ εκείνος τής λέει: «Μωρή παλιοκαστρινή, γα σας μάς σφάζουν οι Τούρκοι». Και ήπιασε πέτρες και μας τραβούσε. Η μητέρα μας η καϋμένη έμεινε μοναχή, χωρίς άντρα, νύχτα, με δυό κορίτσια, χωρίς να ξέρη πού ήτανε. Παίρνομεν τα βουνά και φτάνομε στης Αγιάς Μαρκέλλας τον ποταμό και βλέπομεν τα βουνά γεμάτα Τούρκοι, που ερκόντανε προς το μέρος το δικό μας. Τότες μάς παίρνει η μητέρα και κρυφτήκαμένε μέσα στους βάτους και εκεί ξημερωθήκαμε.
Τη νύχτα πού να κοιμηθούμενε, που περνούσαν οι Τούρκοι αφ’ το δρομαλάκι που ήτανε από πάνω μας. Τέλος, εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα κ’ επήγαμεν στην Αγιά Μαρκέλλα. Κ’ εκεί όμως δεν βρήκαμεν καΐκι και γυρίσαμε πίσω και πάμενε σ’ ένα χωριό. Εκεί μάς απάντησεν ένας κουμπάρος μας και λε τής μητέρας μου: «Έλα να σε κρύψω με τα κορίτσια σ’ ενός Τούρκου τον αχερώνα». Μα ο άθλιος μόντις μάς ήκρυψένε, πάει και λε τού Τούρκου: «Έλα να δεις που σού ΄χω δυό κορίτσια κρυμμένα». Του λε ο Τούρκος: «Τι σού είν’ αυτές;». Λέει: «Κουμπάρες μου». Τότες ο Τούρκος βγάζει το σπαθί του και του κόβει το κεφάλι ομπρός στα μάτια μας κ’ έρκεται και μας λέει: «Αυτός επειδή ήτανε κουμπάρος σας και σας επρόδωσενε, τον σκότωσα, μόνο εσείς φευγάτε». Και μας ήδειξε δρόμο κ’ εβγήκαμε πάλι στο Μέγα Λιμιώνα.
Κι εκεί είδαμε καΐκια Σαμιώτικα βαθειά αραγμένα, και στην ακρογιαλιά ήτανε πολύς κόσμος, γυναικόπαιδα πολλά. Οι Σαμιώτες με τις βάρκες επαίρνανε τον κόσμο, μα όποιος είχενε πολλούς παράδες και χρυσά, όποιος δεν είχενε τον αφήνανε όξω. Η καϋμένη η μητέρα μου είχε στο στήθος της ένα πουγγί γεμάτο με ψιλούς παράδες και Μισιριώτικα κουκάκια που μας ήδινεν από δυό τριά τήε κάθε μιανής, για να περάσει η πείνα, βγάζει μια φουχτιά και τα δείχνει τών Σαμιωτών. Αυτοί νομίζοντας πως ήτανε το στήθος της γεμάτο παράδες, μας επήρανε μέσα στο καΐκι. Την ώρα που μπήκαμεν στη βάρκα, είδαμεν τη θάλασσα κόκκινην αφ’ το αίμα. Άλλο δεν ακούαμεν φωνές, κλιάματα κ’ εβλέπαμεν παντού φωτιές. Σαν εφύγαμεν λίγο μακριά, οι Τούρκοι μάς τραβούσανε και τα κουρσούμια περνούσαν από πάνω αφ’ τα κεφάλια μας. Λίγο να μας σκοτώσουν. Βλέπαμε στην ακρογιαλιά εκείνους που μείνανε και τι να δούμενε… Οι Τούρκοι τούς εσφάζανε, τους εκάμνανε κομμάτια και τα πετούσανε στον αγέρα.
Τα όσα είδαν τα μάτια μου ποτές μου δεν θα τα ξεχάσω!
Σαν ηφτάσαμε στη Σάμο, οι Σαμιώτες δεν μας ηθέλανε γιατί δεν είχαμε λεφτά. Όποιοι δεν είχανε λεφτά, τους εγδύνανε και τους εστέλλανε στο Μοριά. Εκεί μάς εστείλανε κ’ εμάς. Ο πατέρας μου που τον πήραν οι Σαμιώτες, τους ξέκοψε και πήγε κ’ εκείνος στο Μοριά, καταγυρεύοντας να μάθει για μας. Τον έπιασε θέρμη και εκοιτούντανε σ’ ένα υπόγειο. Επηγαίνανε το λοιπόν τότες όλες οι Χιώτισσες όπου εμαθαίνανε πως ήταν Χιώτες και τους εκάμνανε ρεμέντια. Επήγαινε λοιπόν και η μητέρα μου για να μάθει για τον άντρα της. Μα δεν τον εγνώρισένε γιατί ήταν αγνώριστος αφ’ την αρρώστια.Ερώτανε πια τους άρρωστους: «Ποιος είσαι σύ; Ποιος είσαι συ;». Και της ελέγανε. Ερώτησε κ’ εκείνονε και της είπεν! «Είμαι ο Φραγκούλης ο Μπούρας». Τότες η μητέρα μου τον γνώρισένε και μεις τον εγνωρίσαμεν και ανταμωθήκαμεν πάλι όλοι.
Σαν εγίνηκεν καλά ο πατέρας μου, μας ήλεγένε: «Είχαμεν τύχη που φύγαμεν αφ’ τον Άγιο Μηνά, γιατί οι Τούρκοι τούς έσφαξαν όλους. Επειδή δεν ημπορούσανε ν’ ανοίξουνε την πόρτα, εκάμανε μιαν τρύπα στον τοίχο κ’ εμπήκανε μέσα κ’ εμπαίναν ένας ένας. Ύστερι εμπήκαν όλοι κ’ εσφάξαν όλους τούς Χριστιανούς κ’ εκάψανε την Εκκλησιά ως και μέσα στη στέρνα ερρίξανε φωτιά και τους εκάψανε».
Ύστερ’ από κάμποσα χρόνια εγυρίσαμε πίσω στη Χίο κ’ επήγαμεν να βρούμε τα σπίτια μας. Μα όχι σπίτια, αλλά ούτε σημάδι δε βρήκαμένε.
Η Χίος όλη ήταν σκόνη, καμένα όλα και δεν μπορούσαμεν να καταλάβομεν πού ήταν το σπίτι μας, κ’ έτσι εφύγαμεν κ’ επήγαμεν στη Σύρα.
β) Η αδερφή μου η παντρεμένη, την ώρα που γίνηκεν η σφαγή, εγέννησενε. Ο άντρας της ήφυγενε και την άφηκε μοναχή στο σπίτι κ’ έτσι εγέννησε μοναχή της. Οι Τούρκοι κάτω από το σπίτι της εβάζαν φωτιά. Τι να κάμει το λοιπόν; Παίρνει το μωρό και το δένει μπρος στο λαιμό της κ’ ένα μπογαλάκι ρούχα στην πλάτη της και το τετραβγάγγελο κι’ από ταράτσα σε ταράτσα βγαίνει στην ακρογιαλιά και πέφτει στη θάλασσα. Η θάλασσα κοκκίνησεν αφ’ το αίμα της, εκείνην την στιγμήν ήταν ό,τι που γέννησενε. Εκείνην την ώρα ήρχουνταν μια βάρκα από βασιλικό εγγλέζικο βαπόρι, κ’ ενόμισαν πως ήτανε λαβωμένη και την πήρανε και την πήγανε στο βαπόρι και την αρωτούσανε πού ήταν κτυπημένη. Τως είπενε πως δεν ήταν κτυπημένη πούβετα, μόνο πως εγέννησε. Την αλλάξανε, της εδώκανε ρούχα και βαφτίσανε το μωρό και το βγάλανε Χιωνίτσα. Την εφέρανε στη Σύρα, όπου ανταμώθηκε με την αδελφή της. Τον άντρα της τον εσκότωσαν οι Τούρκοι.
γ) Ο αδελφός μου ο Μανώλης Μπούρας, ήτανε 25 χρονών. Σαν ήρτανε οι Σαμιώτες ήφηκεν τους γονιούς του κ’ επήγε μαζί τους κ’ επολέμησενε. Άρπαξε μάλιστα στο κούτελο μια σπαθιά. Σαν ήρτανε οι Τούρκοι κ’ επατήσανε το σπίτι, η μητέρα μου αφ’ την τρομάρα της επέθανε. Τη αδελφή του την Πλουμού, που ήταν πάρα πολύ όμορφη, την επήραν οι Τούρκοι και τον πατέρα του τον εσφάξανε μπροστά της.Την Πλουμού την πήρεν ένας πασάς για γυναίκα του και την ελέγανε Σουλτάνα και την πήγε στην Κρήτη. Σαν ετέλεψεν ο πόλεμος και ήδωκεν ο Θεός κ’ εσώθηκεν, ήρτεν εδώ στη Χίο και δεν βρίσκει κανένα του συγγενή να μάθει για την αδερφή του. Πάει στη Σύρα και μαθαίνει πως μια Χιώτισσα πολύ όμορφη, την έχει ο πασάς γυναίκα του στην Κρήτη. Ήθελε να τη δει, να τη γνωρίσει. Ξυρίζει τα μουστάκια του, ντύνεται χανούμικα κ’ επουλούσε τζεβρέδες κάτω αφ’ το σπίτι τού Πασά. Λέει τού πορτιέρη να πει τού χανουμακιού πως έχει όμορφα πράγματα και πουλεί, αν θέλει ν’ αγοράσει. Εκείνος τό ΄πενε και τον εστείλανε να του φωνάζει ν’ ανήβει στο χαρέμι. Επήγαινε μέσα και είδενε πολλές χανούμισσες και εψουνίσανε. Ήρτεν και η Σουλτάνα και την εγνώρισεν πως ήταν η Πλουμού και επόμεικε σαν νεκρός. Του λέει εκείνη: «Πώς ήπαθες ευτό το χάλι, χανουμάκι;». Της λέει: «Μπορώ να σου πω δυό λόγια να με λυπηθείς;». Τότες διατάζει τις άλλες χανούμισσες να βγούν όξω και της λέει: «Κοίταξέ με καλά… Εγώ είμ’ ο αδελφός σου ο Μανώλης!».
Εκείνη τον εγνώρισε, τον εφίλησε και του λέει: «Γλήγορα να φύγεις από δω… Πρέπει να φύγομε μαζί. Φεύγα. Να πας στου λουτρού την πόρτα να με περιμένεις και θά ΄ρθω να φύγομε». Πηγαίνει αυτός εκεί που τού ΄πε και εφύλαγενε. Εκείνη μαζεύει όλα της τα χρυσά και τα ρούχα της και πάει στο λουτρό. Σαν ήκαμεν το λουτρό, βγήκε κ’ έφυγε μαζί του. Ο Πασάς πάει στο σπίτι δεν τη βρίσκει, ρωτά την ντελέκισα και του λέει πως έφυγε με μια χανούμισσα. Παν και την πιάνουν στο καΐκι. Εκείνος επρόφθασενε κ’ εχώθηκενε. Την παίρνει πάλι ο Πασάς και διατάζει να την δέρνουν κάθε μέρα και να μην την αφήνουν να βγαίνει καθόλου όξω. Ο Μανώλης δεν μπορούσε να το χωνέψει, την αδελφή του να την έχει Τούρκος. Σε δυό χρόνια ξαναπάει. Πάει στο Εγγλέζικο Προξενείο με μέσο και λέει τού Προξένου: «Θα φέρω την αδελφή μου να μου τη χώσεις».
Γράφει τότες ένα γράμμα και το στέλλει στην αδερφή του και της λέει νά ΄ρθει στο Προξενείο. Εκείνη τότες λέει τού Πασά: «Πασά μου έχω δυό χρόνια να πάω στο λουτρό. Δεν θα μ’ αφήσεις να πάω;». Εκείνος την έστειλε με άλλες, για να την φυλάγουνε, μα εκείνη αφ’ την πίσω πόρτα έφυγε και πήγε στο Προξενείο. Ήταν καΐκι έτοιμο κ’ εφύγανε και πήγανε στη Σύρα. Στη Σύρα επαντρεύτηκε, γιατί ήταν πολύ όμορφη. Ύστερα ο Μανώλης ήρτενε στη Χίο κ’ ήθελε να ξεπλύνει την προσβολή τής αδερφής του σε Τούρκου γυναίκα. Τά ΄φτιασε το λοιπόν με μια χανούμισσα κ’ επήγαινε και την ηύρισκενε ταχτικά, μα μια φορά τον έφτασεν ο Τούρκος κι αφ’ την ταράτσα, που πήδησε να φύγει, ήπεσεν κάτω και εσκοτώθηκενε.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Μικέ Φλατσούση (Από τον Κάμπο)
Τον καιρό τής Επανάστασης ήμουνα 15 χρονών. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου μ’ έχενε κοπέλλι με το μπάρμπα μου το Γιώργη. Από καιρό εγινόνταν ανησυχίες με τους Τούρκους. Οι πλούσιοι είχαν βγαρμένες από τη Χιό τις φαμέλιες τως.
Τη Μεγάλη Πέφτη ήμουνα στο χωράφι κ’ εφύτευα ροβίθια. Τ’ απόγευμα ήκουσα κατά το μέρος τού Κάστρου τουφεκιές. Σε κομμάτι είδα ανθρώπους να περνούνε με φορτωμένα μουλάρια και να τραβούνε κατά τα Μαστιχόχωρα.
Τους ερώτησα και μού ‘πανε πως εφάνηκεν η Τούρκικη αρμάδα κ’ οι Τούρκοι τού Κάστρου επήρανε θάρρος κ’ επεταχτήκανε όξω κι αρχίσανε να σφάζουνε. 
Σαν τό ΄κουσα, τρόμαξα κ’ ήτρεξα και τό ΄πα τ ΄αφεντικού μου. Εκείνος μ’ έστειλεν να κουβαλώ χοχλάκους από τον Κοκκαλά κι αφού ήβαλεν τη σκάλα εστίβαζεν τούς χοχλάκους γύρου γύρου στην αστρακιά.
Επήρεν και δυό ψωμιά, μ’ ενήβασεν κ’ εμένα κ’ ετράβηξεν τη σκάλα πάνω.
Οι συγγενήδες μας ετραβήξαν όλοι κατά τα Μαστιχόχωρα, μόνον ο πάππους μου, επειδής ήταν πολύ γέρος και δεν εμπόρενε να τους ακολουθήσει, ήμεινενε. Εκαθούντανε μες στο περιβόλι κ’ εφουμάριζενε.
Τη Μεγάλη Παρασκευή εκούσαμενε μια τουφεκιά. «Τον πάππου σου θα σκοτώσανε, βρε Μικέ», μού ΄πεν ο μπάρμπας μου. Τα μεσάνυχτα κατηβήκαμενε και τον ηύραμενε σκοτωμένο. Τον επήραμεν και τον εθάψαμεν κοντά σε κάτι βάτες. Ύστερι απέ χρόνια επήγαμεν τα κόκκαλά του στον Άγιο Τρύφο.
Το Μεγάλο Σαββάτο τ’ απόγεμα ακούσαμενε τουφεκιές κατά τον Άγιο Μηνά. Εκεί ήτανε μαζεμένος πολύ κόσμος, ήτανε και κάμποσοι με τα τουφέκια και είχανε και δυό Αρμολούσικες στάμνες μπαρούτι.
Δυό ταγκαλάκια Τούρκοι ήρτανε να πατήσουνε το Μοναστήρι. Οι Χριστιανοί τούς πιάσανε στο τουφέκι, τους επήγανε ίσια με τα Κεραμαριά. Την άλλη μέρα ήρτανε πιο πολλοί Τούρκοι με καβαλαρία. Είχανε και δυό κανόνια και τα βάλανε στους μύλους τού Νεχωριού, εμπορέσανε κι ανοίξανε μια τρύπα και μπήκανε μέσα κι αρχινήσανε να σφάζουνε. Από πάνω αφ’ την αστρακιά ακούγαμε τη βοή τού κόσμου και τις φωνές.
Οι σκύλοι τού Κάμπου είχανε δρόμο ανοιγμένο μες στα σιτάρια και πηγαίνανε και τρώγανε τα λέσια. Ο Κάμπος ήταν έρημος. Οι πέρδικες είχανε φωλιές μέσα στα περιβόλια. Οι Τούρκοι εβγαίνανε το πρωί, εκάνανε ό,τι κάνανε και το βράδυ γυρίζανε στο Κάστρο. Τους ακούγαμε κάθε βράδυ, που περνούσανε μες στα περιβόλια.
Το ψωμί πού ΄χαμε μάς απόκαμε και κατηβαίναμε τη νύχτα και τρώγαμε χλωροκούκκια. Εμένα η ζωή αυτή δε μού ΄ρεζενε , γι΄αυτό ένα βράδυ, την ώρα που κοιμούνταν ο μπάρμπας μου, του ξέκοψα και τράβηξα κατά το Πυργί με την ιδέα πως δεν ήταν εκεί Τούρκοι. Η μέρα με βρήκε στους Ασβεστολάκκους, όξω από το Πυργί. Εκεί εφυλάγανε Τούρκοι. Άξαφνα βρέθηκα μπροστά τους.Έκαμα να φύγω, μα ένας ήστρεψε το τουφέκι του κατά πάνω μου και μου φώναζενε: «Ντουρ!». Εγώ στάθηκα. Ένας ήρτενε και με πήρενε και με πήγε μες στο χωριό και μ’ έδωκε μιανού, που καθώς εκατάλαβα, ήτανε αρχηγός. Τους Χριστιανούς τούς είχανε κλεισμένους μέσα σ’ ένα μαγαζί κι απ’ όξω εφυλάγανε Τούρκοι. Οι καπεταναίοι τών Τούρκων εκαθόντανε στο Λειβάδι τού χωριού. Εκεί εφέρνανε τούς Χριστιανούς δεμένους εξάγκωνα και τους εκόβαν τα κεφάλια. Τα μωρά τα πετούσανε στον αγέρα και τα τρυπούσανε με τα σπαθιά!
Ύστερα μάς εφέρανε στη Χώρα, εμένα με γυναικόπαιδα, και μας εμπαρκάρανε για τη Σμύρνη. Εκεί μάς επουλήσανε. Εμένα με πήρεν ένας Τούρκος και μ΄ έστειλε να του πάρω νερό. Στο δρόμο μού ‘σπασεν η στάμνα κ’ επήρα κ’ εγώ και τράβηξα κατά τα βουνά. Εκεί έζησα δέκα μέρες. Ένας βοσκός μού ΄δινε γάλα. Ύστερι μ΄έπιασεν η παγανιά και με ξαναπούλησεν σ’ ένα πασά κι από κει πάλι εξέκοψα και γύρισα στη Χίο.
Στα ΄28 μάς διώξανε πάλι και φύγαμε για τη Σύρα
. Ήζησα κ’ εκεί ανάμιση χρόνο.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Φιλίππου Πατελίδα (Από τον Κάμπον)
Ο Φατούρος ήταν αφ’ τα Θυμιανά, δραγάτης. Τότες που πήγανε στον Άγιο Μηνά, οι Τούρκοι εθαρρούσανε πως είναι Κάστρο, γιατ’ ήταν καμιά κοσαριά Σαμιώτες κ’ επυροβολούσαν από νωρίς. Τη νύχτα οι Σαμιώτες εφοβηθήκανε γιατί είδανε πολλή Τουρκιά κ’ εφύγανε. Την άλλη μέρα οι Τούρκοι εκάμανε μια τρύπα αφ’ τ’ αριστερό το μέρος. Μα ήτανε στενή η τρύπα και εμπαίναν ένας ένας. Τον πρώτον τον ήκοψεν ο Φατούρος με το σπαθί του και τον ετράβηξε μέσα. Ήκοψεν καμιά κοσαριά, κ’ οι Τούρκοι χωρίς να το πάρουνε χαμπάρι. Ύστερις ήσπασεν το γιαταγάνι του. Έβγαλαν τότες ένα ξύλο αφ’ τα στασίδια τής Εκκλησιάς και του το δώκανε να τους χτυπά. Μα σε τούτο το αναμεταξύ εμπήκεν ένας μέσα κ’ εφώναξε τών αλλωνών να μη μπαίνουν, γιατί όσοι μπήκαν τούς εκόψαν οι Γκιαούρηδες. Τον εσκότωσεν κι’ αυτόν ο Φατούρος. Έπιασαν τότες οι Τούρκοι κ’ εκάμαν άλλην τρύπα αφ’ το αντικρυνό μέρος κ’ εμπουκάρανε μέσα.
Το τι γίνηκεν εκεί μέσα δεν περιγράφεται… Τρεις χιλιάδες ψυχές ήτανε, και πολύ λίγοι σωθήκανε μέσα στο αναμπουμπουλίκι. Αφού εκατασφάξανε τον κόσμο εβάλανε φωτιά. Και μέσα στη φουντάνα που ήτανε κρυμμένοι πολλοί, ερρίχτανε αναμμένα πανιά. Ένας γέρος καλόγερος απ’ τους Ολύμπους με το ένα μάτι μού τά ‘λεγεν πολλές βολές. Αυτός ήταν μικρός, τον επιάσανε σκλάβο κ’ εγλύτωσενε. Και μού ΄λεγενε: «Βλέπεις έδευτο το ρεματάκι; Ήτρεχεν το αίμα σαν ποταμός! Κ’ έδεκεί στα κυπαρίσια εκάθουνταν κ’ εξεκουράζουνταν οι Τούρκοι κ’ ύστερα αρχινούσαν πάλι το πελέκι ».
ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ Νικολάου Ζέρα (Εκ Μεστών)
α) Απάνω στο Μεροβίγλιν είναι μια φουντάνα. Εκεί δυό Τούρκοι είχαν ένα Χριστιανό πιστάγκωνα δεμένο και κάτσαν να ξεδρώσουν. Ο ένας Τούρκος εδίψασεν κ’ ήβγαλεν το σιναχλίκι του κ’ εκατέβη στη φουντάνα, να πιεί, ο άλλος ήστρεψεν αφ’ τα Ψαρά κ’ είπεν: «Α! Γκιαούρηδες και πού θα μας τα πάτε…». Ο Χριστιανός καθώς ήταν δεμένος πιάνει το πιστόλι τού Τούρκου και τραβά μιαν αυτουνού στη ράχη και πάρ΄ τον κάτω. Ο άλλος που ήταν μέσα στη φουντάνα ήτρεξεν ν’ ανήβει πάνω, μα ο Χριστιανός από πάνω εδάγκανεν τα χέρια του, εκεί που ήπιανεν αυτός τα πελεκητά, κι αφ’ τον πόνο αφήνει τα χέρια του κ’ ήπεσεν μέσα κ’ επνίγη.
β) Στην Επανάσταση οι Τούρκοι ετρέχαν στο Χωριό κ’ εσφάζαν τούς αθρώπους. Εμείς σαν το μάθαμεν, ετρέξαμε για να χωστούμε, κ’ επήγαμεν εις το Διαπόρι. 
Το Διαπόρι είν’ ένα νησάκι μέσα βαθιά στη θάλασσα ως μισή ώρα αφ’ την ακρογιαλιά, κ’ είν’ όλο βράχια γεμάτα από βαθιές σπηλιές.
Τότες δυό τρεις αθρώποι επήγαν εκεί με μια σκάφη, την εδέσαμεν από τα πισινά, την εδέσαν κ’ εκείνοι από μπρος κ’ εμπαίναν μέσα δυό δυό, τρεις τρεις και τους ετραβούσαν εκείνοι που ήταν εις το νησί κ’ εμείς εφήναμεν το σκοινί, ύστερι πάλι ετραβούσαμεν το σκοινί κ’ ήρκουνταν η βάρκα πίσω.
Έτσι εβάλαμε μέσα ό,τι θέλαμε φαγώσιμα, σιτάρια, λάδια, κουκκιά κ’ εκουβαλήσαμεν κι όλους τούς γέρους, τις γυναίκες και τα παιδάκια κι απ΄’ έξω εφυλάγαμεν εμείς οι άντρες. Δυό τρεις παλληκαράδες επηγαίναν στο χωριό τη νύχτα γιατί εφυλάγαν οι Τούρκοι, κ’ επαίρναν αφ’ τα σπίτια σιτάρια και ό,τι ευρίσκαν και τα πηγαίναν στο Διαπόρι.
Απάνω στο Διαπόρι εγέννησε μια γυναίκα και το παιδάκι το βαφτίσαν μέσα σ’ ένα γλαστρόκωλο . Εδέτσι επερνούσαμε στο Διαπόρι, ως που ήρταν καΐκια αφ’ τα Ψαρά κ’ επήραν μας κ’ έτσι εγλυτώσαμε.
Τις ημέρες πού ‘μαστεν απάνω στο Διαπόρι ένας χωριανός εγύριζε μέσα σ’ έναν ποταμό, για να κρυφτεί πούφετα, γιατί ήμεινεν τελευταίος απ’ όλους και δεν το ΄ξερεν πως οι άλλοι επήγαν εις το Διαπόρι. Μέσα στον ποταμόν επάντησεν έναν Τούρκον. Ο Τούρκος σαν τον είδεν, έκαμεν τον κουτσό, πως τον πονεί το ποδάρι του, και του φώναζε να τον σηκώσει, να τον πα στο χωριό. Ο κακομοίρης ο άθρωπος τον εσήκωσε και τον ενήβαζεν έναν ανήφορο. Εκεί επέρασεν από έναν πηγάδι, ο Τούρκος εδίψαν και τού ΄πεν να κατέβει να πάρει νερόν να πιεί. Ο άθρωπος εκατέβην κ’ εγέμισεν το φέσιν του νερόν, μα σαν ενήβαινεν τού χύθην το νερόν. Ύστερι ξανακατέβην, μα πάλι τού χύθην. Τότες ο Τούρκος εκατέβην μοναχός του στο πηγάδι για να πιεί. Ο χωρικός τότες, την ώραν που ήπινεν ο Τούρκος, εγκρέμισεν όλα τα χείλια τού πηγαδιού και τον εσκότωσεν μέσα στο πηγάδι. Ύστερα ήφυεν κ’ επήγεν στο Διαπόρι και τό ΄πεν και στους άλλους.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Μιχαήλ Μέλη (Εκ Καρδαμύλων)
Ο Γιάννης ο Κολώνας ή Γιάσοφος , ο πάππους μου, ήταν κ’ εφτός παλληκάριν τού Κονταναγνώστη. Ήταν κοντός και πολύ γρήγορος εις τα πόδια. Ο πατέρας μου τον ερώταν πολλές φορές αν εσκότωσεν κανέναν ταγκαλάκι, κ’ εκείνος τού ΄λεγεν: «Α σού πω την αλήθεια; Σαν εφύγαμεν αφ’ την Τουρλωτήν και επηγαίναμεν ίσια κάτω, εδεκεί στον ποταμόν τής Αγιάς Ερήνης βλέπω ένα ξαπλωμένο μέσα στις αλυγαριές. Πηγαίνω ζάγα ζάγα εδεκεί και του κατηφέρνω μια με το στιλέτο. Βλέπω τον που δεν εσπούρδιζεν, κ’ εθάρρουν πως ήτον ζωντανός και τό ΄καμνεν επίτηδες. Πάω πιο κοντά, και τά ΄χεν τεντωμένα.
Ύστερ’ από την Σφαγήν επήγε στο Μωριά κ’ επολέμαν με τ’ ασκέρια τού Κολοκοτρώνη. Μας έλεγεν πως σαν επήγεν εκεί, είχαν πιασμένους καμιά σαρανταριά Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης, διαβολισμένος με τη Σφαγήν τής Χιός, είπεν: «Δεν υπάρχει εδώ κανένας Χιώτης να τους πάρει να τους σφάξει, να πάρει πίσω το αίμα». Επαρουσιάστην εκείνος κ’ ένας άλλος Χιώτης και τους επήραν και τους εσφάξαν όλους.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Ιωάννου Δ. Τσατσαρώνη (Εκ Βροντάδου)
Ο πάππους μου, ο Χατζή Σταμάτης ο Τσατσαρώνης, στην Επανάσταση ήφυγεν αφ’ το Βροντάδο με την οικογένειά του και πολλούς συγγενείς, το όλον 150 ψυχές, κ’ επήγαν στο Μελανιό.
Εκεί που καθόνταν απάνω σ’ έναν κάβο κ’ επερίμεναν κανένα καράβι αφ’ τα Ψαρά, επεινάσανε. Ο πάπους μου τότες εσυγκινήθηκεν. Επήρε δυό παλληκάρια, κ’ επήγαιναν στο Άγιο Γάλας να ζητήσουν ψωμί.
Στο δρόμο σ’ ένα ύψωμα, που το λεν «Δυό αδερφοί», ήταν κρυμμένο ένα μπουλούκι Τούρκοι, που τως ερίξανε και τους εσκοτώσανε και τους τρεις. Ύστερις κατέβηκαν αφ’ το ύψωμα οι Τούρκοι κ’ επήγαν κοντά στους σκοτωμένους, κ’ εκόψαν τα κεφάλια τους, και τα πήραν και τραβήξαν στο Μελανιό.
Στο Μελανιό εσφάξαν όλους τους ηλικιωμένους κ’ εφήκαν τα παιδιά όσα μπορούσαν να πορπατούν. Μέσα σ’ αυτά τα παιδιά ήτανε και ο πατέρας μου με τους αδερφούς του, τον Αντώνη, το Θοδωρή, και τον Κωσταντίνο, που μόντις είδανε την κεφαλή του πατέρα τους, την εγνωρίσανε, την επιάσαν από τη γη, την εφιλούσανε και εκλαίγανε.
Τότες οι Τούρκοι εδώκαν την κεφαλή στον πατέρα μου, και την κρατούσεν ως κάτω τη Χώρα, δέκα ώρες δρόμο, και άμα καμιά φορά εκουράζουνταν και την άφηνε κατά γης, οι Τούρκοι τού χτυπούσανε με το καμιτσί και την εσήκωνεν πάλι.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Πέτρου Μπουρνιά (Εκ Πυραμάς, κατοίκου Λειβαδίων)
Δεν περιγράφεται το τι εγίνηκε στα ’21 στη Χιό. Αρχηγός εδώ ήτανε ο θειός μου ο Χατζή – Αντώνης ο Μπουρνιάς. Αλλά φταιν οι Χιώτες τής Χώρας, που δεν τον εκολουθήσανε τότες, που ήρτε εδώ με άλλα παλληκάρια και με τους Σαμιώτες και με το Λυκούργο το Λογοθέτη.
Απ’ όλους τούς Καστρινούς τότες μόνον ένας Ράλλης, δημογέροντας, τους εβοήθησε κ’ ήταν σύφωνος με το θείο μου, οι άλλοι όλοι εφοβούντανε να μη χάσουν το βιό τους και δεν ήθελαν πόλεμο με την Τουρκιά, γι’ αυτό κ’ οι Τούρκοι μάς εδιόρθωσαν τότες όλους. Και για να δείξουν πως είναι πιστοί, εκούσαν τού Πασά και των Αγαρηνών, που τους αποκοίμησαν με λόγια και τους επήραν τα τουφέκια και τα μαχαίρια και τα σουγιαδάκια ακόμα, κ’ ύστερα τούς εκρέμασαν μαζί με το Δεσπότη μας, και τους άλλους απ’ άκρη ως άκρη τής Χιός τούς εσφάξαν.
Πολλοί Φραγκοχιώτες τότες – ευτοί όμως δεν ήταν Χριστιανοί – εβοηθούσαν τούς Τούρκους κ’ επρόδιδαν τούς δικούς μας, όπου ξέρανε πως ήταν κρυμμένοι.
Ο Χατζ’ Αντώνης ο Μπουρνιάς είν’ αδερφός τού πατέρα μου τού Δημήτρη. Εγεννήθηκε κ’ εμεγάλωσε στην Πυραμά, εκεί που γεννήθηκα κ’ εγώ, μες στο σπίτι πού ΄χεν τώρα ο πατέρας σου ο Παπάς, μάλιστα το κατάχυμα τού σπιτιού σας τό ΄φερα εγώ. Είναι άγρελλας.
Ο μπάρμπας μου, ο Χατζ’ Αντώνης ο Μπουρνιάς, σαν ήταν δεκοχτώ χρονών εγύριζε με τα καράβια. Και σαν επήγε στη Σάμο, ήταν εκεί Γαλλικά καράβια, βασιλικά. Τον είδαν οι Φράγκοι έξυπνο παλληκάρι και τον επήραν μαζί τους στη Φραγκιά. Εκεί επήγεν κ’ επολέμησε με τον Μποναπάρτη στη Σαρδηνιά και στην Αίγυφτο κ’ έγινεν οφφιτσιάλος.
Ο πάππους μου τον είχεν πολλά χρόνια χαμένο, και ξαφνικά τού ΄ρτεν πριν την Επανάσταση, με φτερά στο καπέλλο, με πολλά χρυσά γαλόνια και με σπαθί, κ’ είχε μεγάλη θέση και πολλήν υπόληψη, γιατί ο Γάλλος εδώ Πρόξενος ταχτικά επήγαινεν και τον ήβλεπε, κ’ είχαν μεγάλες φιλίες. Οι πάσάδες εδώ τον εφοβούνταν, κ’ ήθελαν οι μεγάλοι Τούρκοι εδώ τις φιλίες του. Ήταν ευγενής, πονετικός στους φτωχούς, και δεν ήφηκε Τούρκο να πειράξει Χριστιανό, κι άμά ΄βλεπεν κανένα, τού ‘μπαινε στα γερά .
Μ’ εσάς είμεστε συγγενείς. Η γιαγιά μου ήταν Χανιώτισσα. Ο μπάρμπας μου ο Χατζ’ Αντώνης ο Μπουρνιάς επαντρεύτηκε δυό φορές. Την πρώτην του γυναίκα και τα παιδιά του τά ΄σφαξαν οι Τούρκοι στα ΄21, και του πήραν όλο το βιός του. Σαν επληγώθηκεν εδώ σε μάχη, εσώθηκε με καΐκι στα Ψαρά. Στην Καταστροφή επολέμησε σα θεριό τούς Τούρκους κ’ επήρε πολλές πληγές.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Παπά Δημητρίου Χανιώτου (Εκ Πυραμάς)
Το χωριό μας, η Πυραμά, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην Επανάσταση. Σ’ αυτό πρωτοβγήκεν η Επανάσταση. Ο Χατζή Αντώνης ο Μπουρνιάς, ο αρχηγός τότες, ήταν συγγενής μας. Η μητέρα του ήταν Χανιώτισσα.
Ήταν αξιωματικός στη Γαλλία με το Ναπολέοντα, κ’ επολέμησεν ακόμα και στο Μωριά. Παραμονές τής Επαναστάσεως επήγε, κατά διαταγή τού Υψηλάντη, στη Σάμο κ’ εσυννενοήθηκε με το Λογοθέτη, κι απ’ εκεί έφερε μερικούς φίλους του και με τους χωριανούς του και άλλους Χιώτες έκαμε κατ’ αρχάς ένα σώμα από 300 παλληκάρια, κ’ εβγήκε στην Πυραμά.
Ήμεινεν εκεί λίγες μέρες, ύστερα επροδόθηκαν από δικούς μας, κ’ επήγαν εις τη θέση «Ψαλλίδα», που είναι μια σπηλιά και σώζεται μέχρι σήμερα.
Σαν ήρταν οι Σαμιώτες με το Λογοθέτη, ο Μπουρνιάς με 1.000 παλληκάρια ενώθηκε μ’ αυτούς, κ’ έκλεισαν τούς Τούρκους στο Κάστρο και καθώς λένε, το Κάστρο θά ΄πεφτε στα χέρια τως, μα οι Σαμιώτες εσυννενοήθηκαν με τους προύχοντες τής Χιός, που δεν ήθελαν τον πόλεμο, και με τον Πασά, κ’ έφυγαν και τον αφήκαν μοναχό, μόνο με τους Χιώτες.
Τότες ήρτε πάλι στην Πυραμά και στην είσοδο τού χωριού έβαλε τάμπιες για προφύλαξη τού χωριού του, κ’ έφυγε για τη Χώρα. Σε λίγες μέρες εγύρισε πάλι πληγωμένος και τως λέει: «Φύγετε όσο μπορείτε γρήγορα και κρυφτείτε, γιατί απέτυχεν η Επανάσταση».
Όλοι τότε ερχίνησαν και ετοιμάζουνταν. Στη μέση τού χωριού μας είν’ ένας πελώριος πύργος Γενουβέζικος. Είχεν τότες ύψος 15 μέτρα και πλάτος δυόμισυ, ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο είχεν, παρά μόνο μια κρεμαστή σκάλα.
Σ’ ευτόν τον πύργο μέσα εφέραν οι Χωριανοί όλα τα πολύτιμα που είχαν, καθώς και τις εικόνες και τα σκεύη τής εκκλησιάς, κ’ έφυγαν αφ’ το χωριό.
Λέγουν μάλιστα πως επειδή εφοβούνταν μήπως οι Τούρκοι πατήσουν τον Πύργο, έκρυψαν οι επίτροποι τα χρυσαφικά και το χρήμα κοντά στην εκκλησιά του Αγιού Δημητριού, μα κανείς δεν ξέρει το μέρος, γιατί όλοι επέθαναν σκλάβοι.
Ο Μπουρνιάς, αφού εκανόνισε τα πράματα τού χωριού του και των άλλων Απανωχώρων, εγύρισε κ’ επολεμούσε τούς Τούρκους, έως ότου επληγώθηκε, και τον ήσωσεν ο υπασπιστής του, που τον είχε μαζί του στη Γαλλία στρατιώτη, κ’ επήγε στα Ψαρά. Τη γυναίκα του και τα παιδιά του τά ΄σφαξαν οι Τούρκοι, κ’ επήραν όλην την περιουσία του.
Μόλις έφτασαν οι Τούρκοι στην Πυραμά, έπιασαν τουφέκι με τις τάμπιες τού χωριού. Σ’ αυτό το μέρος, όντας μικρό παιδί, μού ΄δειχνεν ο πατέρας μου κάτι μεγάλους πίθους σπασμένους, και μού ΄λεγεν πως τους είχαν οι Τούρκοι για να πίνουν νερό.
Τέλος επατήσαν το χωριό, τό ΄καμαν κονάκι , κι από ΄κει εγυρίζαν στα άλλα χωριά. Στο χωριό δεν έμειναν άλλοι παρά κάτι γέροι πολύ και μάλιστα ένας απ’ αυτούς ευρέθηκε στην πλατείαν τού χωριού απάνω σ’ ένα σωρό καμένα άχερα, κάρβουνο γενομένος . Οι Τούρκοι εκατάστρεψαν τ΄ απάνω δυό πατώματα τού πύργου, μα δεν είδαν κανένα μέσα κ’ έφυγαν, κ’ έτσι εσώθηκαν τα σκεύη τής εκκλησιάς, που στολίζουν ως σήμερα τον Πρόδρομο, τη χωριοκκλησιά μας. 
Οι αθρώποι εκρυφτήκαν άλλοι στις κρύφτες που έκαμαν στα χωράφια, άλλοι μες στα δέντρα κ’ οι περισσότεροι έτρεχαν στο Κάβο Μελανιός. Επειδή όμως έλεγαν, πως όποιος πλερώσει τα καΐκια περισσότερο, πιο εύκολα και γρήγορα φεύγει, ο συγγενής μου, ο Γέρω Σωτήρχος, επήρεν ένα καντάρι καλό στο χέρι του, κι ο αδελφός του ένα κόκκινο βόδι κ’ έφυγαν. Σαν έφτασαν στο Κάβο Μελανιός, τά ΄δωσαν αυτά και πήγαν στα Ψαρά. Αφ’ το καΐκι έβλεπαν τους Τούρκους που έσφαζαν τον κόσμο. Ένας Μώρος εκουράστηκεν πια να σφάζει, κ’ ήκατσε να ξεκουραστεί και ν’ αρχίσει πάλι. Ένας δικός μας, κρυμμένος μέσα στα πτώματα είδεν τη σφαγή και μας τά ΄λεγε. Τόσον αίμα χύθηκεν εκεί, που οι πέτρες εβαφτήκαν με αίμα κι ως τώρα φαίνουνταιν κόκκινες.
Όσοι δεν επρόφτασαν να φύγουν με τα καΐκια, εκρυφτήκαν στα βουνά και στα δέντρα και στις σπηλιές.Στη θέση «Καταβολάδα» υπάρχει μια σπηλιά και μια μεγάλη πέτρα απάνω σ’ αυτή. Εκεί έφτασεν ο Πουλάδης αφ’ το χωριό με τη γυναίκα του και το παιδί του το μικρό. Πριν κρυφτούν εμάλλωσαν, γιατί ο άντρας επέμενε να κρύψουν αλλού το μωρό, κ’ η γυναίκα δεν ήθελε να χωριστεί αφ’ το παιδί της. Οι Τούρκοι εκεί που γύριζαν τα βουνά, ήρταν και σ’ εκείνο το μέρος κ’ εκάθισαν απάνω στην πέτρα, κι από κει ετραβούσαν κ’ εσκότωναν όσους έβλεπαν. Με την πρώτην τουφεκιά το παιδί ερχίνησε να φωνάζει, κ’ έτσι τούς ανακάλυψαν. Τη γυναίκα, επειδή ήταν όμορφη, την επήραν μαζί των ως και το παιδί, τον άντρα τον επήραν πάρα κει σ’ έναν πλάτανο πολύ μεγάλο και τον εσκότωσαν. Μέσα σ’ αυτόν τον πλάτανο, που σώζεται ως σήμερον, ήταν κρυμμένοι 12 χωριανοί κ’ έβλεπαν το μαρτύριό του κρατώντας την αναπνοή τως.
Πολλοί ακόμα εσωθήκαν στη σπηλιά τής Παναγιάς τής Αγιογαλούσαινας, όχι μόνο χωριανοί μας αλλά απ’ όλην τη Χιό. Γι’ αυτό και κάθε χρόνο επήγαιναν πολλοί απ’ όλην τη Χιό κ’ επροσκυνούσαν την Παναγιά, που η εκκλησιά της είναι θεόχτιστη, στην είσοδο μιανής σπηλιάς. Γι’ αυτήν τη σπηλιά λεν πως χρειάζουνται 40 μέρες για να την περάσει κανείς όλην και να φτάσει στη θάλασσα. Κι εγώ είχα την τύχη να τη ΄δω. Στον τοίχο είδα πολλά ονόματα γραμμένα και το όνομα τού Γρηγορίου, Μητροπολίτου Χίου. Είδα και κάτι πελώρια και ασυνήθιστα κόκκαλα ανθρώπινα και τον Αράπη πέτρα γενομένο. Γιατί, όπως λεν, ένας μόνο Τούρκος Αράπης ετόλμησε να μπει μέσα και να προχωρήσει ως εκεί, που ήταν κρυμμένος τόσος κόσμος, μα μόλις ήκουσε φωνές κ’ ήτρεξε να ειδοποιήσει τούς άλλους, τον ήκαμεν πέτρα η Παναγιά.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Μαρίας Αγγελικούση (Εκ Καρδαμύλων)
Στην Επανάσταση εμείς είμεστεν κρυμμένοι στη Γριά, μα σε κάμποσες μέρες, εφάγαμεν πια ό,τι είχαμεν κ’ επεινούσαμεν. Εμείς ετρώγαμεν ρίζες και χορτάρια τού βουνού, μα είχα έναν αγοράκι τριώ χρονών, και τού ΄δωκα μισό κουκκί κ’ ήγλυφεν, και το καίγουνταν η καρδιά μου.
Τότες ήρτεν ένα Κόνσουλας εις το χωριόν κ’ ήστειλεν αθρώπους στα βουνά κ’ εφωνάζαν, πως ο Κόνσουλας είπεν, όσοι έρτουν εις το χωριό και προσκυνήσουν, δεν θα πάθουν τίποτι. 
Εγώ ήθελα να πάμε, για να μη χάσω το παιδί μου, που τό ΄βλεπα πως ήλυωσεν και τού ΄ρχουνταν λιγοθυμίες αφ’ την πείνα, μα ο πάππους σας δεν ήθελεν με κανέναν τρόπον. «Οι Αγαρηνοί, ήλεγεν, δεν έχουν εμπιστοσύνην και θα μας σφάξουν». Μα εγώ που δεν εμπόρουν να βλέπω το παιδί μου να πεθαίνει ομπρός στα μάτια μου;
Του λέω: «Εγώ θα πάω με το παιδί, κι ό,τι θέλει ο Θεός ας μας κάμει». Κ’ έτσι μ’ εφήκαν κ’ επήγα. Επήγαν κι άλλοι άντρες και γυναίκες, και τους άντρες τους είχαν βαρμένους μέσα στου Σπανού το σπίτι, εδεκεί στη Φονόπετραν, κάτω κάτω, που πάμε για το Μάρμαρο. 
Τις γυναίκες τις είχαν όξω.
Εγώ είχα καθισμένο το παιδί στο λαιμό μου αποσκελωτά. Ένας Τούρκος ήτρωγε ψωμί. Τό ΄δεν το παιδί μου κ’ ήπιασεν τα κλιάματα, κ’ εφώναζε: «Πεινώ, πεινώ, ψωμί, ψωμί!».
Ο Τούρκος τού ΄δωκε λιγάκι ψωμί κι εκείνο ερρίχτηκεν επάνω στο ψωμί και τό ΄φαγεν αμάσητο.Εξανάκλαψε και του ζήταν κι άλλο. Τότες…Χριστέ και Παναγιά μου! Βλέπω το μαχαίρι τού Τούρκου ν’ αστράφτει, νοιώνω έναν κούνημα και βλέπω το κεφαλάκιν τού παιδιού από δω και το σωματάκιν του από κει. 
Ύστερα εσφάξαν όλους τούς άντρες που ήταν κλεισμένοι στου Σπανού, και μας επήραν εμάς και μας επηγαίναν εις την Χώρα.
Εδεκεί στο Πλατανάκι εκάτσαν να φαν και να πιούν και νερό. Νά κ’ έρκεται έναν άλλο μπουλούκι αφ’ τη Χώρα.
Οι Τούρκοι που μας είχαν εμάς, τους είπαν εκεινών! «Πού πάτε; Αν πηγαίνετε στα Καρδάμυλα, ετελείωσεν η δουλειά». Εκείνοι εθυμώσαν κ’ έβγαλαν τα μαχαίρια κ’ ετσακωθήκαν. Τότες ένας μονόφταρμος μπαίνει μες στη μέση και λέει: «Για τ’ όνομα τού Προφήτη πάψετε. Αντί να σκοτωθούμεν εμείς, ας σκοτώσομεν τις Γκιαούρισσες». Κι αρχίζει τότες μια σφαγή, έναν κακό… Εγώ εκυλίστηκα μέσα στα αίματα και μ’ επήραν για σκοτωμένη. Ύστερι έφυγαν, μα πριν να φύγουν ο μονόφταρμος εχτύπαν από δυό μαχαιριές εις την κάθε μια, για να τις αποτελειώσει.
Μα εβιάζουνταν να φύγει, ο κόσμος πολύς, και τις ήδινε γρήγορα γρήγορα τις μαχαιριές!
Εμένα μού ΄δωκε μια στην πλάτην και μια στην κοιλιά. Ελιγοθύμησα… Σαν μού πέρασεν η λιγοθυμιά, είδα τ’ άντερά μου χυμένα! Σκίζω αφ’ τα φουστάνια, κάμνω φασκιά, και την δένω καλά… Η Παναγιά μού ΄δωκεν κουράγιο, και άιντε άιντε, σιγά σιγά, πάω στου Μώρου τη σπηλλιά.Εκεί ήταν κι άλλοι χωριανοί κι ένας συγγενής μας.
Εκεί μού ΄βαλαν τ’ άντερα μέσα στην κοιλιά και μού ΄καμναν ρεμέντια . Ύστερι μ’ επήγαν με καΐκι στο Μωριά, κ’ εκεί αντάμωσα και πάλι τον πάππου σου.
Άμα εσιάξαν τα πράματα , εγυρίσαμεν, κ’ ήρταμε στο χωριό.
Μια μέρα είδα έναν Τούρκο μονόφταρμο στην πόρτα και μου ζήταν ψωμί. Τον εγνώρισα. Ήταν εκείνος ο μονόφταρμος, που είπεν να μας σφάξουν και που μού ΄δωκεν τις μαχαιριές… «Πήγαινε στην κάταραν τού Θεού, του λέγω, σκύλλε».
Ευτός εκατάλαβεν πως τον εγνώρισα κι ήφυγεν και ποτές πια δεν εξαναφάνηκε στο Χωριό.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Μαριγώς Σώτροπα (Εκ Λιθίου)
Από τη Βέσσα κι απ’ άλλα μέρη ήρταν στο Λιθί κ’ εκρύφτηκαν, ως που να βρουν καΐκια να φύγουν. Βεσσιανοί το λοιπό, μαζί με Λιθονομούσους επήγαν κ’ εκρύφτηκαν σε ένα σφάραγγα.
Μια από τις οικογένειες που εκρύφτηκαν εκεί ήταν τού Γιώργη τού Δημίδη από το Λιθί, που είχε κ’ ένα παιδί μικρό.
Σαν επήγαν οι Τούρκοι στο Λιθί, δυό τρεις επέρασαν πλάι από το σφάραγγα κι άκουσαν το παιδί που ήκλαιγε. Επήγαν το λοιπόν κοντά στην άκρια τού σφάραγγα, κ’ είδαν έναν που είχε βγει για να δει αν φαίνονται πουθενά Τούρκοι. Τον ερωτούν τότες οι Τούρκοι: «Πολλοί ΄ναι μέσα;». Λέει ο άθρωπος: «Πολλοί είναι».
«Πες τους, λέει, να ΄βγουν όλοι όξω».
Σε τούτο το αναμεταξύ εκείνοι που ήταν μέσα στο σφάραγγα ήκουσαν τούς Τούρκους που μιλούσαν, κ’ είπαν στη μητέρα τού παιδιού να το κάμει να σωπάσει, να μην κλαίει. Επειδή όμως δε μπορούσε να σωπάσει, της το ρίξανε μέσα στο σφάραγγα το καμένο , κ’ επήγε κάτω πολύ βαθειά.
Σαν εβγήκαν απάνω τούς είπαν οι Τούρκοι: «Αμμέ το παιδάκι πού είναι; Άντε να το φέρετε γρήγορα». Επήγαν κάτω, επροσπάθησαν να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν, κ’ έτσι το καμένο το παιδάκι επέθανε εκεί μέσα.
Εκείνους που έπιασαν τούς έφεραν στη Χώρα, κ’ ύστερι τους επήγαν στην Ανατολή και τους επούλησαν σκλάβους. Μια από την οικογένεια Κολότου προ 15 χρόνια ακόμη εζούσε στα Βρουλά, κ’ ήρκουνταν μάλιστα τακτικά στο Λιθί, κ’ ήπαιρνεν το εισόδημα που της ανήκε αφ’ το χωράφι της. Άλλη μια από την οικογένεια Αργετάκη, που την ελέγαν Αργεντού, ήταν μέσα στο Κάστρο δούλα και μετά χρόνια κατόρθωσαν να την πάρουν με δυσκολία.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Σταματίας Ασπιώτου (Εκ Καρδαμύλων)
Τότες εις την Καταστροφήν ο πατέρας μου, Νικόλας ο Φράγκος (ή Γιαλλούρης), επήρεν τήν φαμέλιαν του κ’ επήε στη Μεγάλην Βίγλαν κ’ εκρύφτηκε εις τον Φούρνο. Σαν ήκουσεν πως εφύγαν οι Τούρκοι ήρτεν εδώ κ’ είχεν τα γυναικόπαιδα μαζζεμένα στου Χαζζή-Ισμαήλη και στου Σπανού, κι όσοι ήσαν άξιοι ήβγαν από μίαν αραμάδαν, τους άλλους τούς εκράτησαν, κ’ εδιάλεξαν όσους ήθαν κ’ εσφάξαν.
Έμειναν καμμιά εκατοστή παιδάκια κ’ εκλιώγαν, γιατί εδιψούσαν. Ο πατέρα μου ηύρεν ένα κολοκύπιν – μετάγγι -, επήρεν αφ’ το πηγάδιν νερόν, κ’ επότισέν τα όλλα. Ως που να πα στο σπίτιν του και να γυρίσει ηύρεν τα μισά πεθαμμένα.
Ήτα μια βάρκα στη Λίμνον πίκουπα . Επήεν με τον κουνιάδον του, τον θείον μου και την εσιάξαν. Εδεκεί στων Κοντοκώστηδων είχε γυψέλια μέλι. Επήεν να πάρει μέλι. Επήε να κατήβει τον τοίχον, κ’ επαρρησιάστην ένας Τούρκος. Ήριξέν του ο πατέρας μου και τον εσκότωσεν.
Ήμπαν εις την βάρκαν τρεις οικογένειες, και με το κουππίν επήγαν εις τα Ψαρά. Εκεί ηύραν άγυρα κατάγυρα τάμπιες . Ήσαν σωκλεισμένοι, κ’ εις το Ξώκαστρο βαρέλια μπαρούτι, κ’ είχεν βγαρμένα τα τιμόνια τών καραβιών, για να πουντελλώσουν εκεί και μη φύγουν.
Εκεί ευρέθην ο Κονταναγνώστης, κ’ εσύναξεν καμμιά κοσαριάν ανομάτους Καρδαμυλλίτες. Μέσα σ’ αυτούς ήταν ο Τσατήρης, ο Γιώργης ο Πίττας, ο πατέρας μου ο Νικόλας ο Φράγκος και άλλοι για να βοηθήσουν τών Ψαριανών.
Ο Κονταναγνώστης ήξερε Σολομωνικήν και τους είπε: «Παιδιά θα πατηθούμεν». Κ’ εκείνοι τού ΄παν: «Κόψε μ’ αγά μου ν’ αγιάσω, Καρδαμυλλίτη». Επήρε τότε κ’ εκείνος τ’ ασκέριν του και τις φαμίλιες τως, κ’ ηύρεν ένα Σαμιώτικον καράβι, κ’ έφυγεν, κ’ επήεν εις τον Μωριάν. Σε 24 ώρες εγίνην ο πόλεμος κ’ εκαταστρεφτήκαν τα Ψαρά…
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Παπά Μιχ. Χαλκιά (Εκ Καρδαμύλων)
Από τον πάππου μου κι από πολλούς γέρους ήκουσα πως σαν ήρταν οι Τούρκοι στο χωριόν, ο Παπά Πέτικας με κάποιον Καμπίλην ετραβήξαν κατά τον Πέζουλαν. Εκεί είδαν 15 γυναικόπαιδα, ένας Τούρκος ομπρός κ’ ένας οπίσω. Εταμπουρωθήκαν τότες πίσω από κάτι κρεμμούς. Ρίχτει ο Παπάς πρώτος κ’ εσκότωσεν τον έναν Τούρκο, ρίχτει κι ο Καμπίλης, μα δεν επέτυχεν τον άλλον, μόνον ο άλλος παίρνει μάνι μάνι το σιναχλίκιν τού σκοτωμένου και παίρνει δρόμον. Εκάμαν 15 μέρες να φανούν πια Τούρκοι στο χωριό.
Εδεκεί στον Γιόσωναν ήταν η εύριά του. Μιαν ημέραν επήγαινεν εις τας Αμάδες, η γυναίκα του και το παιδί του καβάλα. Απαντά τους ένας Τούρκος και τους φωνάζει: «Ντουρ! Παπά». Εστάθηκεν εκείνος. Του λε ο Τούρκος: «Κατήβασε το γυναίκα, να κάτσω εγώ». Λε του: «Καλά αφεντάκι. Στάσου να ξεφορτώσω το δικέλλι και να κατήβει η Παπαδιά». Λέει στην παπαδιά: «Πιας, παπαδιά, το τουφέκι μου να ξεφορτώσω». Ξεφορτώνει το δικέλλι. Ο Τούρκος εβάσταν το καπίστρι τού μουλαριού. Του δίνει μια σκουντιάν, τον ρίχτει κάτω και μπήγει το δικέλλι με τέτοιον τρόπον που ο λαιμός τού Τούρκου να βρίσκεται μέσα στα σκέλια τού δικελλιού. Τον ήφηκεν εδεκεί, κ’ επήεν εις την δουλειάν του. Ευτό εγίνηκεν ύστερι αφ’ την Καταστροφήν κάμποσα χρόνια.
Μετά τη Σφαγή ήσαν έτοιμες 300 φαμέλιες νά ΄ρτουν εις το χωριό, μα εφοβούνταν. Τότες η Κυβέρνηση ήστειλεν 60 ζαφτιέδες με τον Ισμαήλ Μπέη να φυλάγουν το χωριό. Ευτός σαν ήρτεν εδιάταξεν να του πηγαίννει κάθε άθρωπος μιαν όρνιθαν την ημέραν με τη σειράν του. Τι να κάμουν οι Γέροντες. Εσυλλογιστήκαν να γράψουν εις τον Καπιτά Αναγνώστην, που ήταν εις την Ανατολήν. Εκείνος γράφει γράμμαν εις τον Ισμαήλην και του λε: «Να σηκωθείς να φύγεις αφ’ το χωριό μου, αμέσως τώρα γιατί θά ΄ρτω να σας σφάξω όλλους». Έστειλεν το γράμμα στους Γέροντες τού χωριού να του το δώσουν. Ο Γέροντας Χατζή Μυλωνάς ετόλμησεν και του το πήγε μ’ έναν άλλον. Εδώκαν τού το αφ’ το πισινόν παραθύρι τού σπιτιού. Εκείνος το διάβασεν, ύστερι τό ΄σκισεν και τους εσιχτίρδισεν απ΄ εκεί. Το βράδυ όμως το σκέφτηκεν καλά το πράμα. Επήρεν τούς ζαφτιέδες κ΄ έφυγεν κατά τον Τρυπητήν. Έβαλε φωτιά στο ρουμάνιν, κ’ έφυγεν εις τη Χώρα.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ Μαρίας Σκαρλάτου (Εκ Βολισσού)
Σαν έμαθαν οι αθρώποι στο χωριό πως έρκουνταιν οι Τούρκοι έτρεξαν άλλοι στον Κάβο Μελανιό,για νά ΄βρουν καΐκι να φύγουν κι άλλοι στις σπηλλιές, για να κρυφτούσι. Είχαν ξεπροβάλει στις Αζηλές και με φωνές και τουμπελέκια εκατηβαίναν την Κατάβαση. Ο Μπάρμπα Διακογιάννης εφύτευγε συκιές στο Ροδώνα. Οι εργάτες τρομασμένοι τού ΄λεγαν να φύγουν. Εκείνος δεν ήθελε, μόνον τούς έλεγε: «Ας κάμομεν ακόμα κανένα διάστολα». Κ’ έτσι εφύτεψεν όλες τις συκιές κ’ ύστερι εφύγαν. Και τώρ’ ακόμη σώζεται όλλη η σειρά τών συκιών ευτωνών στο χτήμα τού Νικολάκη τού Τζορμπά.
Στις σπηλλιές που είναι στη θέση Λαγκάδια και στα χωράφια τού Παπά Φωκά εκρυφτήκαν πολλές οικογένειες. Οι Τούρκοι που εσκορπίσαν σε όλλα τα μέρη, επήγαν κι από πάνω απ’ αυτές τις σπηλλιές κ’ εχορεύγαν. Είχαν μάλιστα κ’ έναν αφ’ τη Βολισσό που τους ήπαιζε βιολί κ’ ετραγούδαν κι όλας… Έναν παιδάκι μέσα στη σπηλιά ήγκλαιγε. Ο βιολιτζής ήκουσεν τα κλιάματα και για να δώσει είδησην ετραγούδαν:
«Σφάξε μάννα το παιδί,
να γλυτώσεις τη ζωή
».
Οι Τούρκοι που δεν ήκουσαν τα κλιάματα τού ΄παν: «Τ’ είν’ αυτά που τραγουδάς;». Κι ευτός έξυπνος εποκρίθηκε: «Τσάκισμαν έν τού τραγουδιού!». Κ’ έτσι εκατόρθωσαν κ’ εσώπασαν το παιδί κ’ οι Τούρκοι δεν επήραν χαμπάρι κ’ εσωθήκαν όλλοι.
[Επιμέλεια-υπομνηματισμός: Λεωνίδας Πυργάρης]

http://www.amanivoice-chios.gr/2015/03/%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%86%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%BA/

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...