Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ (1.300 π.Χ.) ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΧΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΩΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ - EΛΛΗΝΟΓΕΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΑΙ ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ (Ε.Α.Χ.) - Η Κιλικία Δ'

Η  ΣΗΜΕΡΙΝΗ  ΤΟΥΡΚΙΚΗ  ΚΙΛΙΚΙΑ
Γεωγραφικά χαρακτηριστικά της σημερινής  κατεχόμενης  Κιλικίας των  Δαναών
Η θέση της κατεχόμενης  Ελληνικής  Κιλικίας  των  Δαναών  
 στο  ονομαζόμενο  σήμερα  «κράτος  της  Τουρκίας».
 Η  Κιλικία  βρίσκεται  στο  ΝΑ  άκρο  της  ΕΑΧ,  στα παράλια  της  ανατολικότερης  ακτής  της Μεσογείου, βόρεια της Κύπρου, γεωγραφικά ανήκει στο Μεσογειακό  διαμερισματικό συγκρότημα της Τουρκίας  
με   συνολικά νομούς  και  από  αυτούς  οι  3 ανήκουν  στην  Κιλικία.
 Συνορεύει βόρεια με την Καππαδοκία, δυτικά με την Παμφυλία, ανατολικά με την Συρία και   στα   νότια βρέχεται  από  την  βόρεια  θάλασσα της  Κύπρου.
Αρχαίες χώρες συνορεύουσες ήταν προς Δ. η Παμφυλία, η Πισιδία και η Ισαυρία, προς Β. η Λυκαονία και η Καππαδοκία, προς Α. η Κομμαγηνή και Ν.Α. η Συρία.
Αρχαιότερα,  ορισμένες  φορές,  θεωρούνταν  χώρα της Καππαδοκίας. Η συνολική της έκταση 35.000 τ.χλμ
Η Κιλικία, που σήμερα αποτελεί επαρχία της Τουρκίας εκτείνεται από το Κορακήσιο (αρχ. Αλαία) μέχρι τις Κιλίκιες πύλες. Φυσικά όριά της είναι ανατολικά το Αμανό όρος, βόρεια και δυτικά η οροσειρά του Ταύρου και νότια το Κιλίκιο πέλαγος (ΒΑ. λεκάνης Μεσογείου).
Η Κιλικία λόγω της μορφολογίας του εδάφους της ήταν μοιρασμένη από τα πανάρχαια χρόνια της εποχής των  Δαναών   σε δύο τμήματα : τηνευφορώτατη Πεδινή Κιλικία στις πεδιάδες του ποταμού Σάρου με πρωτεύουσα τα Άδανα, πολύ χαμηλό υψόμετρο με ήπιο κλίμα όλο τον χρόνο και την Ορεινή Κιλικία  ή  Τραχεία Κιλικία ή Τραχειώτις δυτικότερα στις πρόποδες των βουνών του Ταύρου με πρωτεύουσα την Ταρσό.  Τις περιοχές αυτές τις χωρίζει το όρος Καλύκανδρος.  Ακόμη και σήμερα η Τραχεία Κιλικία στερείται μεγάλων δρόμων με έδαφος γενικά άδενδρο και άγονο. Τρεις ποταμοί διαρρέουν την πεδινή χώρα οι: ΚύδνοςΣάρος και Πύραμος, κανένας όμως πλωτός. Μεγάλη η παραγωγή σε δημητριακά, οίνο, λάδι και του χαρακτηριστικού χονδρού υφάσματος κιλίκιου.  
Η ορεινή Κιλικία βρίσκεται σήμερα στον νομό Μερσίνης, η πεδινή στους  νομούς  Αδάνων  και  Οσμανίγιε.
 Οι  πιο εντυπωσιακοί εδαφικοί σχηματισμοί είναι σήμερα οι "Κιλικιακές πύλες" οι οποίες συνδέουν την πεδινή Κιλικία με την ορεινή δυτική στα όρη του Ταύρου και με την Συρία. Πρόκειται για μεγάλες οδικές διόδους σκαμμένες ανάμεσα σε τεράστια βουνά από βράχο  και κατασκευάστηκαν κατά στάδια από την 8η χιλιετία έως την 3η χιλιετία π.Χ.
Η Κιλικία είναι η νοτιοανατολικότερη παράλια περιοχή της Μικράς Ασίας (έναντι της Κύπρου). Πόλεις άξιες λόγου ήταν η Ταρσός(πρωτεύουσα επί του Κύδνου ποταμού), τα Άδανα, η Μοψουεστία
 (=Μόψου-Εστία), Μόψου-ΚρήνηΑνάβαρζαΚαυδιούπολη, παράλιες δε το Κορακήσιο 
(η δυτικότερη πόλη), η Σελινούς (αργ. Τραϊανούπολη), Αντιόχεια Μικρά, η ΑφροδισιάδαΣελεύκεια, ο ιΣόλοι (Γερμανικούπολη), ΠομπηϊούποληΑρσινόη, ο Μάλλος και η Ισσός (η ανατολικότερη πόλη).

Ο συνολικός πληθυσμός των 3  νομών της κατεχόμενης  Τουρκικής  Κιλικίας είναι  σήμερα  4.300.000 κάτοικοι


Οι   σημερινοί  τουρκικοί  νομοί της Κιλικίας

Αναλυτικά οι 3 νομοί της Κιλικίας είναι :

Νομός Αδάνων  (Adana)  συνολικού πληθυσμού 2.100.000 κατοίκων.  Είναι   ένας υπεραστικοποιημένος νομός, στον οποίο μόνο το 12% των κατοίκων ζουν σε αγροτικές περιοχές.

Από αυτούς οι 1.600.000  ζουν στην πόλη της Αδάνων και πρωτεύουσα του νομού. Η μεγαλύτερη πόλη είναι τα εντυπωσιακά Άδανα με 1.600.000 κατοίκους,  η πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της σημερινής Τουρκίας.   Τα Άδανα είναι κτισμένα στην πεδινή περιοχή της Κιλικίας στις όχθες του ποταμού Σάρου, απέχουν 30
 χιλιόμετρα  από την Μεσόγειο θάλασσα και η διαδρομή από το στόμιο του ποταμού Σάρου ως την πόλη είναι περίπου 50 χιλιόμετρα.


Νομός Μερσίνης  (Mersin) συνολικού πληθυσμού 1.700.000 κατοίκων. Από αυτούς οι 950.000 κάτοικοι 
ζουν στην πόλη - λιμάνι της Μερσίνης και πρωτεύουσα του νομού,  40  χιλιόμετρα  δυτικά των Αδάνων.   
Η Μυρσίνη, δεύτερη σε  πληθυσμό  πόλη της Κιλικίας σήμερα και μεγαλύτερο λιμάνι της Τουρκίας στην Μεσόγειο,  απέχει άλλο 30  χιλιόμετρα δυτικότερα από την Ταρσό.   Στην αρχαιότητα η Μυρσίνη ήταν το λιμάνι - επίνειο της Ταρσού  και  αναφερόταν από  όλους τους αρχαίους  Έλληνες  συγγραφείς ως Ζεφύριο.  Τον 2ο αιώνα μ.Χ. ονομάστηκε  Ανδριανόπολις,  προς τιμή του αυτοκράτορα Ανδριανού,   ενώ τα νεώτερα χρόνια πήρε το όνομα Μυρσίνη, προφανώς λόγω του φυτού μυρσού, που υπήρχε  άφθονα  στην περιοχή.


Στην δεύτερη μεγάλη πόλη του νομού, στην ιστορική Ταρσό  ζουν  250.000 κάτοικοι.    Η Ταρσός στην αρχαιότητα  ήταν  η  πρωτεύουσα της ορεινής Κιλικίας.   Απέχει 40 χιλιόμετρα δυτικά από  τα  Άδανα.  Η σύγχρονη πόλη είναι κτισμένη γύρω από την σιδηροδρομική γραμμή Αδάνων - Μυρσίνης.  Στην Ταρσό τα πανάρχαια χρόνια υπήρχε λιμνοθάλασσα, η πόλη ήταν παραθαλάσσια,  ενώ  είχε και λιμάνι πάνω στην λιμνοθάλασσα,  η οποία σταδιακά  αποξηράνθηκε,  με αποτέλεσμα η Ταρσός να εισχωρήσει περίπου 15  χιλιόμετρα  εσωτερικά στην ξηρά. Τότε το λιμάνι της πόλης μεταφέρθηκε στην Μυρσίνη.  
Η  Ταρσός  στα  χρόνια  του  Χριστού  είχε  ισχυρή  Ιουδαϊκή κοινότητα.  Ήταν  η γενέτειρα του  Εβραίου
  Αποστόλου Παύλου.

Ταρσός - η πύλη της Κλεοπάτρας

Νομός  Οσμανίγιε  (Osmaniye)  συνολικού πληθυσμού 500.000 κατοίκων.  Από αυτούς οι 200.000 ζουν  στην πόλη της  Οσμανίγιε και πρωτεύουσα του νομού,  80  χιλιόμετρα   ανατολικά των Αδάνων.   Ο  νομός
Οσμανίγιε αποσπάστηκε τα τελευταία χρόνια από τον νομό Αδάνων.  Στα αρχαία χρόνια βρισκόταν στην περιοχή του η πόλη της Μοψουεστάς,  30 χιλιόμετρα  ανατολικότερα των Αδάνων, επίσης στις πεδιάδες του Σάρου.  Η Μοψουεστάς,  (Μόψου  Εστία),   σύμφωνα με τις παραδόσεις,  ιδρύθηκε από τον Έλληνα μάγο Μόψο, ο οποίος έζησε εκεί  ΠΡΙΝ την εποχή του Τρωικού πολέμου.

Ρωμαϊκός δρόμος στην Ταρσό

Η Κιλικία κατά τον Όμηρο


    Ο   Όμηρος   τοποθετεί  γεωγραφικά  την  Κιλικία  στην  ΒΔ  Μικρά  Ασία,  αλλά   τέτοιες  γεωγραφικές  
ανακρίβειες  είναι  συχνές  στα ποίηση  του Ομήρου,  για όλους τους λαούς στους οποίους αναφέρεται.

Ο  Όμηρος  περιγράφει δύο μεγάλες  πόλεις  των  Ελληνων  Κιλίκων, την Υποπλακίη Θήβη και την Λυρνησσό,  αλλά οι  ερευνητές  αδυνατούν  να  προσδιορίσουν  σε  ποιές  πανάρχαιες   ελληνικές  
πόλεις  της  Κιλικίας  αναφέρεται. Οι  πιθανότερες  πάντως  είναι  τα Άδανα και  η  Ταρσός.      Η πρώτη πόλη των Κιλίκων που αναφέρεται από τον Όμηρο είναι η Υποπλακίη Θήβη την οποία τοποθετεί στους πρόποδες του όρους Πλάκος στον κάμπο του Αδραμυττίου. Βασιλιάς  της  υποπλακίας  
Θήβας  της  Κιλικίας   ήταν  ο Ηετίωνας,  σύμμαχος των Τρώων.  Η  κόρη του  Ηετίωνα  Ανδρομάχη   ήταν  
σύζυγος  του   Έκτορα.  Ο  βασιλιάς  των  Κιλίκων  είχε  άλλους   γιούς.   Στην  ραψωδία  Ζ'  ο  Αχιλλέας,  
λίγο πριν  την  άλωση  της  Τροίας  κάνει  επίθεση στην  Θήβη,  σκοτώνοντας  τον  Ηετίωνα  με  τους  
 γιούς  του.  (Στην ραψωδία  Ρ' ένας γιός του Ηετίωνα,  ο Πόδης, σκοτώνεται  από  τον Μενέλαο).

Η  Κιλίκια  Δαναή  Ανδρομάχη είχε συμβουλεύσει τον σύζυγο της  Έκτορα να μην μονομαχήσει με τον Αχιλλέα, αλλά εκείνος δεν την άκουσε, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί στην μονομαχία.  Η Ανδρομάχη περίλυπη, τον θρήνησε περισσότερο από  όλους, κρατώντας το κεφάλι του μέσα στις χούφτες της,  όταν έφερε την σωρό του ο πεθερός της Πρίαμος (Ιλιάδα, Ω 725-745).

Ο Έκτορας και Ελληνίδα  Κιλίκια  Ανδρομάχη (Vien, Joseph-Marie)
Ο  μετέπειτα  βίος  της  Κιλίκιας  Ανδρομάχης  των  Δαναών ήταν  περιπετειώδης.  Μετά την άλωση της Τροίας,  η Ανδρομάχη  παντρεύτηκε τον  γιο  του  Αχιλλέα,  τον Νεοπτόλεμο.   Μαζί  με  τον  Νεοπτόλεμο  
πήγαν  στην  Φθία,  όπου  απέκτησαν  τρία  παιδιά,  τον  Μολοσσό (ιδρυτή  του  βασιλείου  της  Ηπείρου), 
τον  Πίελο  και  τον  Πέργαμο (Παυσ. Α 11, 1). Μετά τον θάνατο του Νεοπτόλεμου, η Ανδρομάχη  πήγε 
με  τον  Έλενο,  τον  αδελφό του Έκτορα,   στην  Ήπειρο,  όπου έκτισαν την  Νέα Τροία.  Εκεί τους συνάντησε ο Αινείας στον δρόμο του για την Ιταλία (Αινειάδα, 3, 294 ).  Με  τον  Έλενο  η  Ανδρομάχη  απέκτησε  γιο,  
τον  Καστρίνο  (Παυσ. Β 23, 6).  Μετά  τον θάνατο  του  Έλενου,  η πολυπλάνητας  Ανδρομάχη   ταξίδευσε 
 προς  την  περιοχή  της  δυτικής  Ε.Α.Χ.  μαζί  με  τον  γιό της  Πέργαμο.   Εκεί  ίδρυσαν   την  λαμπρή
ομώνυμη πόλη.


Η δεύτερη πόλη των  Κιλίκων,   που αναφέρεται από   τον Όμηρο είναι η Λυρνησσός,  στην οποία  
βασιλιάς ήταν  ο  Μύνητας,   ο  σύζυγος της  Βρισηίδας.  Η  Βρισηίδα  ονομαζόταν και  Ιπποδάμεια ή Αστυνόμη  και  ήταν  κόρη  του  ιερέα  του  Απόλλωνα  Βρισέα.  Ο  ιερέας Βρισέας,  Δαναός  της  Κιλικίας,  
ήταν  αδελφός  του πατέρα της Χρυσηίδας,  Χρύση.  Άρα η Βρισηίδα και η Χρυσηίδα ήταν πρώτες ξαδέλφες από  πατέρα.

Ο Χρύσης παρακαλά τον Αγαμέμνονα να του δώσει πίσω
την κόρη του - Μουσείο του Λούβρου
 Ο  Αχιλλέας επιτέθηκε, κατά τον Όμηρο,  στην  Λυρνησσό  της  Κιλικίας, την ίδια εποχή  (1.292  π.Χ.)  που επιτέθηκε  στην  Θήβη,  λίγο  δηλαδή πριν   την  άλωση  της  Τροίας.  Μετά την πολιορκία της πόλης ο Αχιλλέας σκότωσε τον σύζυγο και  τα  τρία  αδέλφια  της Βρισηίδας, παίρνοντας αιχμάλωτη την ίδια και την ξαδέλφη της  Χρυσηίδα.  Από  αυτές η Χρυσηίδα δόθηκε ως παλλακίδα,  στον αρχηγό των Αχαιών, Αγαμέμνονα,  ενώ την Βρισηίδα την κράτησε ο Αχιλλέας.   Στην συνέχεια  ο  Χρύσης,  έφτασε στον αρχηγό των Αχαιών Αγαμέμνονα, προσφέροντας του πλούσια δώρα για να του δώσει πίσω την κόρη του.  Ο Αγαμέμνων  αρνήθηκε  και  τότε ο Χρύσης  εξοργισμένος, παραπονέθηκε στον θεό Απόλλωνα, ο οποίος  προκάλεσε  μεγάλο  λοιμό  στο  στρατόπεδο  του Αγαμέμνονα, που κράτησε 9 μέρες.    
Ο Αγαμέμνων,  μετά από  χρησμό, εξαναγκάστηκε να δώσει πίσω στον ιερέα  Χρύση την κόρη του, χωρίς λίτρα,  για  να  σταματήσει  ο  λοιμός.  Μετά  ο  Αγαμέμνων   πήρε  από  τον Αχιλλέα την Βρισηίδα.  
Ο  Αχιλλέας εξοργίστηκε  γι  αυτό  και  ζήτησε από   την μητέρα του Θέτιδα να τιμωρήσει τον Αγαμέμνονα.  Επίσης  ορκίστηκε να μην συμμετέχει ποτέ ξανά σε μάχη στο πλευρό των Αχαιών.  
Όλα  αυτά  έφεραν ασταμάτητες ήττες  στους  Αχαιούς,  με αποκορύφωμα τον φόνο του  Πάτροκλου,  του καλύτερου φίλου του Αχιλλέα.   Ο Αγαμέμνων βλέποντας  τα  νέα αδιέξοδα υποχώρησε  και  έδωσε  στον Αχιλλέα  πίσω  την  Βρισηίδα.  Έτσι,  με  την  συμμετοχή  του  Αχιλλέα,  ξανάγιναν  νικηφόρες  οι  μάχες  για 
 τους  Αχαιούς.

Η Βρισηίδα και ο Φοίνιξ


Οι  παραδόσεις  περιγράφουν  την  Ελληνίδα  Κιλίκια  Βρισηίδα  σαν  μια  γυναίκα  ψηλή, καστανή,  
πανέμορφη  και  καλοντυμένη,  με έντονο  λαμπερό βλέμμα.  Ο  Παυσανίας  αναφέρει  ότι  υπήρχε
ένας  πίνακάς  της  στους  Δελφούς,  το οποίο ήταν  έργο  του μεγαλύτερου  ζωγράφου  της  αρχαιότητας,  του   Πολύγνωτου  από  την  Θάσο.

Τα πιο χαρακτηριστικά σημεία στο έργο του Ομήρου,  στα  οποία  γίνεται αναφορά για τις συγκεκριμένες  
ελληνικές  πόλεις  της  Κιλικίας  Θήβη  και   Λυρνησσός  είναι :


ΙΛΙΑΔΑ   (ραψωδία   Β, 675 – 695)

Οἳ δ᾽ ἄρα Νίσυρόν τ᾽ εἶχον Κράπαθόν τε Κάσον τε

καὶ Κῶν Εὐρυπύλοιο2a πόλιν νήσους τε Καλύδνας,

τῶν αὖ Φείδιππός τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην

Θεσσαλοῦ υἷε δύω Ἡρακλεΐδαο ἄνακτος·

τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.         680

Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος3 ἔναιον,

οἵ τ᾽ Ἄλον οἵ τ᾽ Ἀλόπην οἵ τε Τρηχῖνα νέμοντο,

οἵ τ᾽ εἶχον Φθίην ἠδ᾽ Ἑλλάδα καλλιγύναικα,

Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,

τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχὸς Ἀχιλλεύς.          685

Ἀλλ᾽ οἵ γ᾽ οὐ πολέμοιο δυσηχέος ἐμνώοντο·

οὐ γὰρ ἔην ὅς τίς σφιν ἐπὶ στίχας ἡγήσαιτο·

κεῖτο γὰρ ἐν νήεσσι ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς

κούρης χωόμενος Βρισηΐδος ἠϋκόμοιο,

τὴν ἐκ Λυρνησσοῦ ἐξείλετο πολλὰ μογήσας             690

Λυρνησσὸν διαπορθήσας καὶ τείχεα Θήβης,

κὰδ δὲ Μύνητ4᾽ ἔβαλεν καὶ Ἐπίστροφον ἐγχεσιμώρους,

υἱέας Εὐηνοῖο Σεληπιάδαο ἄνακτος·

τῆς ὅ γε κεῖτ᾽ ἀχέων, τάχα δ᾽ ἀνστήσεσθαι ἔμελλεν.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 

 ΙΛΙΑΔΑ   (ραψωδία   Β, 675 – 695)

Τους άνδρες απ’ την Νίσυρο, την Κάρπαθο, την Κάσο,

και απ’ τις Καλύδνες και απ’ την Κω, την πόλη του Ευρύπυλου

Εκεί  διοικούσε  ο Άντιφος και ο Φείδιππος, βλαστάρια

του βασιλέως Θεσσαλού, του γόνου του Ηρακλέους.

Κι είχαν τριάντα  βαθουλά  κατόπι τους καράβια

Και από το  Άργος το Πελασγικόν  όσοι  ήρθαν και από την Άλον

και απ’ την Τρηχίνα πληθυσμοί και από την Αλόπην όσοι

κι όσοι απ’ την καλλιγύναικα  Ελλάδα και την Φθίαν,

και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες  λεγόντουσαν,

πενήντα πλοία και αρχηγός όλων ο Πηλείδης.

Από τον φρικτό πόλεμο εσχόλαζαν εκείνοι,

δεν είχαν αρχηγό να τους οδηγήσει  στην  μάχη,

γιατί  έμενε ο γρήγορος στα πόδια θεϊκός  Αχιλλεύς στις πρύμνες      
χολωμένος,  αφ’ ότου την Βρισηίδα, την ομορφομαλλούσα                                                
κόρη του Βρισέα  από τη Λυρνησσό  

που ύστερα  από βαρύ πόλεμο την είχε διαλέξει για τον
 εαυτό του, όταν κυρίεψε την  Λυρνησσό και τα τείχη της Θήβας,
και σκότωσε τον Μύνητα και τον Επίστροφο,
 τους κονταρομάχους 
γιους του βασιλέα του Εύηνου, του γιου του Σελήπιου.

Με αυτόν τον πόνο στέκει  εξ αιτίας της πικραμένος  και  άπρακτος,

αλλά τα άρματα να πιάσει δεν θα αργήσει.


ΙΛΙΑΔΑ     (ραψωδία Ζ, 390-415).


Ἦ ῥα γυνὴ ταμίη, ὃ δ᾽ ἀπέσσυτο δώματος Ἕκτωρ

τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις ἐϋκτιμένας κατ᾽ ἀγυιάς.

Εὖτε πύλας ἵκανε διερχόμενος μέγα ἄστυ

Σκαιάς, τῇ ἄρ᾽ ἔμελλε διεξίμεναι πεδίον δέ,

ἔνθ᾽ ἄλοχος πολύδωρος ἐναντίη ἦλθε θέουσα

Ἀνδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος   395

Ἠετίων ὃς ἔναιεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ

Θήβῃ Ὑποπλακίῃ Κιλίκεσσ᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων*·

το περ δ θυγτηρ χεθ κτορι χαλκοκορυστ.

Ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντησ᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ

παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσ᾽ ἀταλάφρονα νήπιον αὔτως

Ἑκτορίδην ἀγαπητὸν ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,

τόν ῥ᾽ Ἕκτωρ καλέεσκε Σκαμάνδριον[1], αὐτὰρ οἱ ἄλλοι

Ἀστυάνακτ᾽· οἶος γὰρ ἐρύετο Ἴλιον Ἕκτωρ.

Ἤτοι ὃ μὲν μείδησεν ἰδὼν ἐς παῖδα σιωπῇ·

νδρομχη δ ο γχι παρστατο δκρυ χουσα,  

ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·

δαιμόνιε φθίσει σε τὸ σὸν μένος, οὐδ᾽ ἐλεαίρεις

παῖδά τε νηπίαχον καὶ ἔμ᾽ ἄμμορον, ἣ τάχα χήρη

σεῦ ἔσομαι· τάχα γάρ σε κατακτανέουσιν Ἀχαιοὶ

πάντες ἐφορμηθέντες· ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη        410

σεῦ ἀφαμαρτούσῃ χθόνα δύμεναι· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλη

ἔσται θαλπωρὴ ἐπεὶ ἂν σύ γε πότμον ἐπίσπῃς

ἀλλ᾽ ἄχε᾽· οὐδέ μοι ἔστι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  

ΙΛΙΑΔΑ    (ραψωδία Ζ, 390-415).

Και ως τ’ άκουσε πετάχθηκε ευθύς ο Έκτωρ απ’ το δώμα

πάλι στους δρόμους τους λαμπρούς που’χε περάσει πρώτα,

κι έφθασε, την πολύχωρη περνώντας πολιτεία,

στις Σκαιές πύλες. Στη στιγμή που ξεκινούσε  στο πεδίο,

με ορμή εμπρός του πρόβαλε η ασύγκριτη Ανδρομάχη,

να  τρέχει  να  τον  φθάσει,  η  πολύδωρη συμβία του                                 
και κόρη του γενναίου Αετίωνος, που   βασίλευε                               
σε  όλους  τους  Κίλικες  στην  Θήβα,                                        
που  βρίσκεται  κάτω  από  την  δασομένη  Πλάκο.
Του πολεμάρχου Έκτορος αυτή  ήταν η συμβία

που τότε τον απάντησε με την τροφό  σιμά της,

οπού βαστούσε το μικρό μονάκριβο παιδί της,

τον Εκτορίδην, όμοιον με εύμορφον αστέρα

Σκαμάνδριον τον  έκραζε  ο πατέρας του, Αστυάνακτα τα πλήθη

τον λέγαν, όταν έσωζε ο Έκτωρ την Τρωάδα.

Εκείνος χαμογέλασε κοιτώντας το παιδί του

ήσυχα. Κι απ’ το χέρι του πιασμένη η Ανδρομάχη


τούτη σου η τόλμη, ω τρομερέ. Και το βρέφος δεν λυπείσαι

τούτο κι εμέ την άμοιρη που χήρα σου θα γίνω

γρήγορα, ότι γρήγορα θα ορμήσουν όλοι αντάμα

να σε φονεύσουν οι Αχαιοί και άμα σε χάσω, κάτω

στον μαύρο  Άδη ας κατεβώ, διότι αν αποθάνεις

και συ, καμιά παρηγοριά δι’ εμέ δεν θ’ απομείνει,

και μόνο  καημοί. Ούτε  ο  πατέρας  μου  ούτε                                  
η σεβαστή μου η μάνα  ζούν. Ο Αχιλλέας σκότωσε  τον αρχοντογεννημένο  πατέρα  μου, 
και των Κιλίκων το ψηλόπορτο, το μυριοπλούσιο κάστρο, 
τη Θήβα, 
επάτησε, και σκότωσε τον Ηετίωνα ακόμα, 
μα δεν τον έγδυσε, το σπλάχνο του βαθιά τον εσεβάστη 
με τα πολύπλουμά του τα άρματα τον έθαψε, και μνήμα 
του ασκώνει· και φτελιές του φύτεψαν ολόγυρα οι πανώριες.


ΙΛΙΑΔΑ   (ραψωδία   Τ,  290-300).

Πάτροκλέ μοι δειλῇ πλεῖστον κεχαρισμένε θυμῷ

ζωὸν μέν σε ἔλειπον ἐγὼ κλισίηθεν ἰοῦσα,

νῦν δέ σε τεθνηῶτα κιχάνομαι ὄρχαμε λαῶν

ἂψ ἀνιοῦσ᾽· ὥς μοι δέχεται κακὸν ἐκ κακοῦ αἰεί.

290 ἄνδρα μὲν ᾧ ἔδοσάν με πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ

εἶδον πρὸ πτόλιος δεδαϊγμένον ὀξέϊ χαλκῷ,

τρεῖς τε κασιγνήτους, τούς μοι μία γείνατο μήτηρ,

κηδείους, οἳ πάντες ὀλέθριον ἦμαρ ἐπέσπον.

οὐδὲ μὲν οὐδέ μ᾽ ἔασκες, ὅτ᾽ ἄνδρ᾽ ἐμὸν ὠκὺς Ἀχιλλεὺς                                                                           

κτεινεν, πρσεν δ πλιν θεοιο Μνητος,

κλαίειν, ἀλλά μ᾽ ἔφασκες Ἀχιλλῆος θείοιο

κουριδίην ἄλοχον θήσειν, ἄξειν τ᾽ ἐνὶ νηυσὶν

ἐς Φθίην, δαίσειν δὲ γάμον μετὰ Μυρμιδόνεσσι.

τώ σ᾽ ἄμοτον κλαίω τεθνηότα μείλιχον αἰεί.    300


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  

ΙΛΙΑΔΑ   (ραψωδία   Τ,  290-300).

Πώς πλακώνει αλήθεια πάνω μου το 'να κακό πάνω στο άλλο! 

Τον άνδρα πού μου έδωσαν οι σεβαστοί γονείς μου

τον είδα  εμπρός στα τείχη μας αιματοκυλισμένο,

με κοφτερό χαλκό τα αδέρφια μου τα τρία  τα  αγαπημένα, 
που μια κοιλιά μας γέννησε,
 τα πήρε όλα μαζί                                   
του ολέθρου η μαύρη ημέρα.

Κι ενώ τον θεϊκό  άνδρα μου, τον Μύνητα, ο Πηλείδης

μου φόνευσε και πάτησε την πόλη του, μόνος εσύ

να κλαίω δεν μ’ άφηνες, και νύμφη να με κάμεις

του Αχιλλέως μου’λεγες, στη Φθία  να με φέρεις

να γίνουν οι χαρές αυτού, που οικούν οι Μυρμιδόνες.

Γι’ αυτή σου την γλυκύτητα τόσο πικρά σε κλαίω.».


Ζ.  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ


συνεχίζεται....

Διαβάστε επίσης το Α' Μέρος,  Β' Μέρος και Γ' Μέρος


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...