Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

12. ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΙΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ΟΙ  ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΕΣ  ΠΟΛΕΙΣ  ΤΗΣ  ΒΟΡΕΙΑΣ  ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Α.    Το Μοναστήρι (Βιτώλειον–Μπιτόλια)    
Η αρχαία Ελληνική πόλη Ηράκλεια  Λυγκηστίς
Η ΑΡΧΑΙΑ  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΠΟΛΗ  ΗΡΑΚΛΕΙΑ   ( ΜΟΝΑΣΤΉΡΙ)
«Νύχτα μπήκαμε στο Μοναστήρι… Είναι μια μεγάλη πολιτεία σερβική, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες…Μιλάνε ψιθυριστα, περπατάνε τρομαγμένα..»
Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω
ΤΟ  ΑΡΧΑΙΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ  ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ  ΗΡΑΚΛΕΙΑΣ  (ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ).
         Την πόλη του Μοναστηρίου οι  Βούλγαροι  των  Σκοπίων  την  ονομάζουν Μπίτολα, αλλά 
τόσον η ονομασία «Μοναστήριον», όσον και η ονομασία «Μπίτολα» είναι ελληνικές.   Ως προς μεν τη ελληνικότητα της ονομασίας «Μοναστήριον» δεν χωρεί ερμηνεία, διότι είναι αυταπόδεικτος, ως προς δε την ελληνικότητα της ονομασίας «Μπίτολα» ισχύουν τα εξής:
        Κατά την βυζαντινή περίοδο η πόλη  (η οποία είναι αρχαία μακεδονική ιδρυθείσα υπό του βασιλέως Φιλίππου ως Ηράκλεια η Λυγκηστίς, όπου ως γνωστόν κατέφυγεν ο νεαρός Αλέξανδρος μετά την λογομαχία του με τον πατέρα του Φίλιππο κατά την τελετή των γάμων αυτού του πατρός του Φιλίππου με την ανεψιά του στρατηγού Αττάλου Κλεοπάτρα-Ευρυδίκη) ωνομάσθη Βουτέλιον, ονομασία η οποία εχρησιμοποιείτο και χρησιμοποιείται απλοελληνικώς υπό των Ελλήνων και των (κατά τους Βουλγάρους) «γραικομάνων» κατοίκων του ως Βιτώλια, ονομασία την οποίαν οι σλαυόφωνοι (Βούλγαροι και Σέρβοι) αντέγραψαν ως «Μπίτολα».
       Παρεμπιπτόντως οι  Σλαυόφωνοι  Έλληνες  της  Μακεδονίας και  της  Θράκης, είναι  δύο φορές  Έλληνες, όπως ακριβώς  οι τουρκόφωνοι  Έλληνες, οι  βλαχόφωνοι  Έλληνες και  οι αρβανιτόφωνοι  Έλληνες.  Η  πίστη  και  αφοσίωση  στην  μητέρα  πατρίδα  είναι  πολύ συγκινητική.  Οι Βούλγαροι  τους  αποκαλούν  με  μίσος «Γκραικομάνους». Οι  σφαγές που υπέστησαν  οι  δυστυχισμένοι  αυτοί  Έλληνες  από  τους  Βουλγάρους  είναι  ατελείωτες.  Δεν υπάρχουν  μαρτύρια  που  δεν  υπέστησαν  αυτοί  οι  ΕΛΛΗΝΕΣ. Τους  πυροβολούσαν  και  τους σκότωναν,  τους  έσφαζαν,  τους  κρεμούσαν,  τους  έκαιγαν  ζωντανούς.  Όλοι  αυτοί  οι  μάρτυρες ήρωες  πριν  τους  σκοτώσουν,  όπως  ο  Καπετάν  Κώττας,  φώναζαν  στα  Βουλγάρικα  (!): ΕΙΜΑΣΤΕ  ΕΛΛΗΝΕΣ.  ΖΗΤΩ  Η  ΕΛΛΑΣ.
«Δεν είναι ολίγα τα παραδείγματα χωρικών, που τούς έβαζαν το μαχαίρι στο λαιμό οι κομιτατζήδες και τους έλεγαν  «Πέστε ότι δεν είστε Έλληνες  και σας χαρίζομε την ζωή». 
Και εκείνοι απαντούσαν βουλγάρικα
 Είμαστε Έλληνες ! 

Και εσφάζονταν».       
Γεωργίου Μόδη.

"Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ 
ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΑΡΧΗΓΟΙ"
 ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.



Τα  έργα  των  Βουλγάρων  στην  Μακεδονία  μας
Η Ηράκλεια Λυγκηστίς, ή και Ηράκλεια Λύγκου βρισκόταν στην περιοχή της Πελαγονίας, στα βόρεια των Βρυγηΐδων λιμνών (Πρέσπες). Την ίδρυσε ο Φίλιππος της Μακεδονίας μέσω της οποίας αργότερα διέρχονταν η Αρχαία Εγνατία Οδός.


Βρισκόταν νότια τής σύγχρονης πόλης Μπίτολα (Μοναστήρι), όπου σώζονται ερείπια και βρέθηκαν Ελληνικές  επιγραφές. Κατά τη ρωμαϊκή κυριαρχία ονομάστηκε Ηράκλεια Πελαγονίας. Η Λυγκηστίδα Ηράκλεια (Ηράκλεια Λυγκηστίς – η  Πόλη του Ηρακλή στη Γη του Λύγκα= η αγριόγατα της Πίνδου) ήταν σημαντική εγκατάσταση της ελληνιστικής περιόδου που διατήρησε την ύπαρξή της έως τον πρώιμο μεσαίωνα. Το 475 πυρπολήθηκε από τους Γότθους, ανοικοδομήθηκε όμως γρήγορα και ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος την αναφέρει μεταξύ των οκτώ πόλεων της επαρχίας της Μακεδονίας.


                                     Η Ηράκλεια κοντά στο ναό - Διάζωμα θεάτρου

Η πόλη ιδρύθηκε στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. από τον βασιλέα της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄σε ανάμνηση μια  νίκης του εναντίον των Ιλλυριών.. Το όνομα επελέγη διότι ο Φίλιππος θεωρούσε τον εαυτό του Ηρακλείδη και επομένως απόγονο του ημιθέου Ηρακλέους. Η Ηράκλεια απέκτησε εξέχουσα σημασία κατά την επακολουθήσασα ελληνιστική περίοδο. Το 148 π.Χ. όταν οι Ρωμαίοι κατέστησαν την Μακεδονία ρωμαϊκή επαρχία, αν και κατέστρεψαν την πολιτική δύναμη της πόλεως, εντούτοις η Ηράκλεια εξακολουθούσε να ευημερεί χάρη στην Εγνατία οδό που περνούσε δίπλα της. Κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας η πόλη κοσμήθηκε με στοές, αμφιθέατρο και αρκετές βασιλικές. Το θέατρο ήταν ικανό να χωρέσει περίπου 3.000 άτομα.
Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος -6ος αιώνας) η Ηράκλεια προήχθη σε επισκοπικό κέντρο της Πελαγονίας, με πιο σημαντικό τον επίσκοπο Ευάγριο που αναφέρεται στα πρακτικά της Οικουμενικής Συνόδου της Σαρδικής (σημ. Σόφια της Βουλγαρίας) το 343 μ.Χ. Εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης η Λυγκηστίδα αναπτύχθηκε ιδιαίτερα και ευημέρησε. Οι Ρωμαίοι κατάκτησαν αυτό το τμήμα της Μακεδονίας το 148 π.Χ.  και εκμηδένισαν την πολιτική δύναμη της πόλης. Ωστόσο, η οικονομική της ευημερία συνεχίστηκε εξαιτίας της Εγνατίας που περνούσε κοντά στην πόλη. Αρκετά μνημεία της ρωμαϊκής εποχής υπάρχουν στη Ηράκλεια, ανάμεσα στα οποία προπύλαια, θέρμες, ένα αμφιθέατρο και αριθμός βασιλικών. Στην πλήρη δομή του το θέατρο υπολογίζεται ότι χωρούσε πλήθος 3.000 θεατών.

Τελειόφοιτες δασκάλες του Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου το 1910. 
Στο μέσον διακρίνεται η Έλενα Βενιζέλου.
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο από τον 4ο έως τον 6ο αι. Η Ηράκλεια έγινε σημαντικό επισκοπικό κέντρο. Μια μικρή και μια μεγάλη βασιλική, η κατοικία του επισκόπου και μια βασιλική κοντά στην νεκρόπολη είναι ορισμένα από τα υπολείμματα της περιόδου. Ο κύριος ναός στη μεγάλη βασιλική είναι καλυμμένος με μωσαϊκό πλούσιας φυτικής εικονογραφίας και θεωρούνται εξαιρετικά δείγματα της πρώιμης περιόδου της χριστιανικής τέχνης. Τα ονόματα των επισκόπων της Ηράκλειας από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα έχουν καταγραφεί. Η πόλη λεηλατήθηκε από τις δυνάμεις των Οστρογότθων υπό τον Θεοδώριχο το 472 παρά τα πλούσια δώρα που τού απέστειλε προσωπικά ο επίσκοπος της πόλης. Η πόλη λεηλατήθηκε και δεύτερη φορά από τους Οστρογότθους το 479.
Η πόλη αναστηλώθηκε τον ύστερο 5ο και πρώιμο 6ο αι. Στα τέλη του 6ου αιώνα από σλαβικέςφυλές άρχισαν επιδρομές στην περιοχή και υπέστη πολλές διαδοχικές επιθέσεις.
 Σύμφωνα με τον Florin Curta, η ομοιόμορφη παρουσία πολύ λεπτής λάσπης, σε βάθος αρκετώνποδιών σε όλη την περιοχή, δείχνει ότι κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα στους γειτονικούς  Στόβουςεπικράτησαν ακραίες συνθήκες καιρικές συνθήκες ψύχους και ξηρασίας τις οποίες ακολούθησαν αμμοθύελλες και συνάμα επιδείνωσαν το υφιστάμενο πρόβλημα διάβρωσης του εδάφους. Στο Μοναστήρι   (Ηράκλεια Λυγκηστίδα), τον πέμπτο αιώνα εγκαταλείφθηκε και το θέατρο.
Το Μοναστήρι υπήρξε η γεωγραφική και πνευματική καρδιά της Πελαγονίας.
 Η σύσταση του πληθυσμού της κατά την οθωμανική εποχή ήταν πολυεθνική. Κατοικούσαν Έλληνες, (70%),  Βούλγαροι, Οθωμανοί, Τσιγγάνοι, Αρμένιοι. Θρησκευτικά υπήρχαν χριστιανοί (ορθόδοξοι, λίγοι ουνίτες και  διαμαρτυρόμενοι), εβραίοι και μουσουλμάνοι.
Ο περιηγητής Victor Berar περιγράφει το Μοναστήρι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα: «Στη χριστιανική συνοικία του μοναστηριού είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα και τα τζάμια, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του έλληνα στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα, μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη.

Γυμναστικές επιδείξεις του  Ελληνικού
Παρθεναγωγείου του Μοναστηρίου
Μουσουλμανικό το Μοναστήρι στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα ξενοδοχεία της ανατολής, στους πύργους της Ανατολής, τους πύργους του Άιφελ, στα μπαλκόνια με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρελαίου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο. Αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε στα μάτια μας…».
Το Μοναστήρι είναι χτισμένο δίπλα στον ποταμό Δραγόρα, στους πρόποδες του όρους Περιστέρι το 349 π.χ. Ο Φίλιππος ίδρυσε την πολιτεία της Ηράκλειας, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται κοντά στη σημερινή πόλη. Στα μεσαιωνικά χρόνια συναντάται ως «Βουτόλιον». Σημαντική ημερομηνία είναι το 972 μ.Χ. όταν ο Βούλγαρος τσάρος Συμεών κυριεύει την πόλη. Είχε προηγηθεί η συντριβή των Βυζαντινών στρατευμάτων από τον Κρούμο σε μια περιοχή που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Sare Grek» δηλαδή «Τόπος καταστροφής των Ελλήνων».
Οι Βυζαντινοί του Βασιλείου του Β’ επανακτούν την πόλη, η οποία θα περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών το 1382. Από τότε εμφανίζεται η ονομασία «Μοναστήρι», εξαιτίας ενός μοναστηριού που υπήρχε κοντά και ήταν η έδρα του Έλληνα  μητροπολίτη Πελαγονίας και Άνω Μακεδονίας.


Η χρυσή εποχή της πόλης θα είναι μετά τα ορλωφικά, όταν μετά την καταστολή της ελληνικής επανάστασης  του 1770, πλήθη Ηπειρωτών και Δυτικομακεδόνων προσφύγων θα κατακλύσουν την πόλη. 
Το 1830 η πόλη θα έχει 25.000 κατοίκους, εκ των οποίων τα 2/3 θα είναι Έλληνες, κυρίως βλαχόφωνοι.
Με την εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού και τον ανταγωνισμό των εθνικών ομάδων στη Μακεδονία, το Μοναστήρι θα μετατραπεί από το 1870 στο σημαντικότερο ελληνικό πολιτικό κέντρο.
Το  Μοναστήρι  το  1910  ήταν ένα ΜΕΓΑΛΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ  ΚΑΙ  ΕΜΠΟΡΙΚΟ  ΚΕΝΤΡΟ  ΤΗΣ  ΕΠΟΧΗΣ, ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ  ΚΑΙ  ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  με Έλληνες  κατοίκους  (βλαχόφωνους  και  μη), λίγους  μουσουλμάνους, λίγους  βουλγάρους  και  ελάχιστους  εβραίους.  Ήταν έδρα Τούρκου Πασά  και  πρωτεύουσα βιλαετίου  (τουρκικού νομού).
       Η περιοχή (βιλαέτι) Μοναστηρίου  είχε  συνολικά 286  (διακόσια  ογδόντα  έξι)  ΕΛΛΗΝΙΚΑ  ΣΧΟΛΕΙΑ.  Αυτά  ήταν:  ένα  ΕΛΛΗΝΙΚΟ  ΓΥΜΝΑΣΙΟ  (ένα από τα έξι  που  λειτουργούσαν  στην   τότε Ευρωπαϊκή Τουρκία),  20  γενικά  ελληνικά σχολεία,  22  ελληνικά  σχολεία  θηλέων, 58  ελληνικά  δημοτικά  σχολεία, 158  ελληνικά  αλληλοδιδακτικά  και  27 ελληνικά  νηπιαγωγεία).
Η τελευταία οθωμανική απογραφή του 1910 αναφέρει πληθυσμό 40.000 ατόμων, ενώ οι επίσημες εκτιμήσεις της ελληνικής Μητρόπολης  Πελαγονίας το 1912 θα μιλούν για 43.000  και  ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ θα  λειτουργούν   11 ελληνικά σχολεία με 55 δασκάλους και 2.800 μαθητές (!)

1912  ΑΡΧΙΖΕΙ  Η  ΣΕΡΒΙΚΗ  ΚΑΤΟΧΗ
    Η μοίρα της πόλης, που απέχει μόλις 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα, θα κριθεί στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, όταν στις 5 Νοεμβρίου του 1912 θα καταληφθεί από τα σερβικά στρατεύματα.
   Το  Μοναστήρι  δεν  ήταν απλώς  η  δεύτερη  πόλη  της Μακεδονίας  μετά  την Θεσσαλονίκη.  Ήταν  βασικό  κέντρο  του  Ελληνισμού  της  περιοχής.  Είναι  μεγάλο  πλήγμα για  τον  Ελληνισμό  που  μας  πρόλαβαν  οι  Σέρβοι,  δεν  μπορέσαμε  να  την  καταλάβουμε εγκαίρως.  Από  το  Βυζάντιο  μέχρι  και  την  τουρκοκρατία,  ήταν  πρωτεύουσα  του θέματος  του  ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ,  που  περιλάμβανε  όλη  την  Βόρεια  Μακεδονία  και  την σημερινή  Δυτική  Μακεδονία.  Άλλη  μεγάλη  πόλη  ήταν  οι  Σκούποι,  πρωτεύουσα  του Ελληνικού  φύλου  των  Δαρδάνων.  Η  υπόλοιπη  Μακεδονία  ήταν  το  θέμα  της Θεσσαλονίκης.
Οι Σέρβοι θα ακολουθήσουν πολιτική εθνικής καταπίεσης των Ελλήνων και εποικισμού της περιοχής από φιλικούς σλαβικούς πληθυσμούς. Η περιοχή του Μοναστηρίου θα υποστεί τις γνωστές σκληρές διαδικασίες αλλοίωσης της εθνικής φυσιογνωμίας που επέφερε η εποχή του έθνους-κράτους και άλλαξε ριζικά το παλιό πολυεθνικό πρόσωπο των κοινωνιών.
    Υπολογίζεται ότι έως το 1935 θα εγκατασταθούν στην περιοχή 19.000 οικογένειες Σέρβων  και Βόσνιων, ενώ περισσότερες από 8.000 ελληνικές κατοικίες θα δημευτούν προς όφελος των εποίκων. Το ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου θα κλείσει το 1923 ενώ το 1924 θεσπίζεται απαγόρευση ομιλίας της ελληνικής γλώσσας σε δημόσιο χώρο, καθώς και η ανάρτηση ελληνικών επιγραφών στα καταστήματα.
 Πέντε χρόνια αργότερα θα κλείσουν τα ελληνικά σχολεία.
Χιλιάδες Έλληνες του  Μοναστηρίου  της  Πελαγονίας,  της  
πανάρχαιας Ελληνικής  Ηράκλειας  Λυγκηστίδας,  θα πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς και θα καταφύγουν στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη.
Κάποτε  όμως  θα  γυρίσουν  πίσω.
Σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής  κοινότητας   του  
Μοναστηρίου  υπήρξαν οι:
1.   Αναστάσιος Βαφειάδης (-1866) - Έλληνας επαναστάτης του 19ου αιώνα.
2.   Δημήτριος Λάλας, (1848-1911) Έλληνας συνθέτης, από το Μεγάροβο. Μαθήτευσε στονΡίχαρντ Βάγκνερ.
3.     Αλέξανδρος Ζουμετίκος, (1861-1929) Διδάσκαλος, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας.
4.    Βασίλειος Αγοραστός (1864-1925) Έλληνας πολιτικός.
6.    Δημήτριος (Τάκος) Μακρής, πολιτικός, διατέλεσε υπουργός Εσωτερικών.
 7.     Γεώργιος  Μόδης (1887-1975) Έλληνας πολιτικός και ακαδημαϊκός.
  8.   Αντώνιος Ζώης (;-1941) - Έλληνας οπλαρχηγός Μακεδονομάχος.
  9.   Φανούλα Παπάζογλου (1917-2001) Ελληνίδα ιστορικός.
 10.   Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου (1905-1991),  υπουργός παιδείας (1967-1969), δημοσιογράφος,
  11.   Παύλος Ιωάννου (πανεπιστημιακός).

ΕΛΛΗΝΕΣ   ΚΛΗΡΙΚΟΙ  ΚΑΙ  ΛΑΙΚΟΙ  ΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ 
 ΠΕΛΑΓΟΝΙΑΣ  ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Αναμνηστική φωτογραφία των προξενικών υπαλλήλων του Ελληνικού  προξενείου Μοναστηρίου. Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται: ο Ν. Κοντογούρης, Π. Σαρρός, Β. Αγοραστός, Γ. Χωναίος, και ο Σπ Πολυχρονιάδης, ντυμένοι με αστική επίσημη ενδυμασία ποζάρουν σε εσωτερικό χώρο φωτογραφείου.

ΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΣΤΟ  ΣΗΜΕΡΙΝΟ  ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
           Σύμφωνα  με  την  τελευταία  απογραφή  (2002)  η  πόλη  του  Μοναστηρίου  έχει  86.500 κατοίκους.  Οι  Ελληνικής  καταγωγής  κάτοικοι  υπολογίζονται  σε  40.000  περίπου.  Είναι κυρίως σλαβόφωνοι,  βλαχόφωνοι με καταγωγή από τη Μοσχόπολη (ήρθαν στην περιοχή μετά το 1769, λόγω της καταστροφής της Μοσχόπολης από Τουρκαλβανούς, ως αντίποινα για τα Ορλωφικά), Σαρακατσαναίοι και απόγονοι των πολιτικών προσφύγων του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.       Στο Μπίτολα λειτουργεί πολιτιστικός σύλλογος της ελληνικής ομογένειας και δεκάδες φροντιστήρια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας.
          Την πόλη επισκέπτονται αρκετοί Έλληνες από τον Νομό Φλώρινας, οι οποίοι επισκέπτονται τη λαϊκή αγορά κάθε Τρίτη ή Παρασκευή, ή το καζίνο στο κέντρο της πόλης.
         Τον Απρίλιο του 2012, πραγματοποιήθηκε στην πόλη η ετήσια χοροεσπερίδα του Συλλόγου Βλάχων Μοναστηρίου «Αφοί Μανάκια», με συμμετοχές Συλλόγων Βλάχων από την Ελλάδα (του συλλόγου Αβδέλλας, της πανελλήνιας Ομοσπονδίας πολιτιστικών συλλόγων Βλάχων, της Παγκόσμιας Βλάχικης Αμφικτυονίας και του Συνδέσμου Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης), κατόπιν προσκλήσεως των διοργανωτών.
         Οι Βλάχοι του Μοναστηρίου πήραν μέρος επίσης, στο 28ο Αντάμωμα των Βλάχων, στηνΚαλαμπάκα, τον Ιούνιο του 2012.

Ελληνικό κρυφό σχολειό στο Μοναστήρι

Ο 75χρονος Θανάσης Στεργίου 20 χρόνια διδάσκει τα Ελληνικά
«Τους μιλάω για το Μέγα Αλέξανδρο και είμαι υποχρεωμένος να τους πω ότι κατάγεται από τη Ελλάδα και όχι από τη Μακεδονία όπως μαθαίνουν στο σχολείο τους».
       Κάθε μέρα στη Μπίτολα ή Μοναστήρι, στην δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της  κατεχόμενης Βόρειας  Μακεδονίας, πολλές  εκατοντάδες  παιδιά ανοίγουν τα τετράδιά  τους  και  μαθαίνουν  να διαβάζουν  και  να  γράφουν  στα  Ελληνικά.
         «Πολλοί από τους μαθητές μου προέρχονται από ελληνικές οικογένειες που εγκλωβίστηκαν στα Σκόπια ύστερα από τον Εμφύλιο και δεν θέλουν να ξεχάσουν τις ρίζες τους. Υπάρχουν όμως και πολλοί  κρυφοέλληνες  Σκοπιανοί που θέλουν να μάθουν Ελληνικά», λέει ο δάσκαλος Θανάσης Στεργίου

 Ο Οπλαρχηγός από  το  Μοναστήρι
Αντώνιος   Ζώης
Στις 9 Απριλίου του 1941 εισέβαλαν τα γερμανικά στρατεύματα και ο Καπετάν Ζώης, που δεν άντεχε να βλέπει την πατρίδα του  σκλαβωμένη, ούτε μπορούσε να αντισταθεί, καθώς ήταν γέρος και άρρωστος, αυτοκτόνησε με το περίστροφό του.


Αντώνιος  Ζώης

Ένας  υπερήφανος  Μοναστηριώτης  Μακεδόνας
Ο Αντώνιος Ζώης (1869 - 1941) ήταν Μακεδονομάχος, οπλαρχηγός από το Μοναστήρι τηςΠελαγονίας.
Ο Αντώνιος Ζώης γεννήθηκε το 1869   στο Μοναστήρι. Στις 23 Απριλίου (του Αγίου Γεωργίου) στο Μοναστήρι, σημειώθηκαν μεγάλες  βιαιοπραγίες κατά των Ελλήνων. Ο Αντώνιος Ζώης βρέθηκε κυνηγημένος από Τούρκους στρατιώτες και άλλους, που κατευθύνονταν κατά πάνω του με μαχαίρια. Αργότερα, την ίδια χρονιά, συμμετείχε στην εξέγερση του Ίλιντεν (Προφήτη Ηλία) που διοργάνωσαν οι Βούλγαροι και έδρασε στην ευρύτερη περιοχή του Μοριχόβου. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1903 αποχώρησε πικραμένος από το Μορίχοβο καθώς έβλεπε ότι ο αγώνας των Βουλγάρων είχε στραφεί κατά  των  Ελλήνων. Φεύγοντας αποχαιρέτησε τους ντόπιους προύχοντες λέγοντας  ότι   συμμετείχε στην εξέγερση με σκοπό να πολεμήσει τους Τούρκους και όχι να εκβιάζει τους άλλους να γίνουν Βούλγαροι.
        Επανήλθε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα (το Σεπτέμβριο του 1904) στην περιοχή, υπό τις διαταγές του αρχηγού της Εθνικής Επιτροπής Μοναστηρίου, ιατρού Κωνσταντίνου Μιχαήλ "Μόναχου" με σκοπό την ένοπλη οργάνωση των Ελλήνων της περιοχής. Συγκρότησε ένοπλο σώμα με στόχο την προστασία των κατοίκων από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Κατάφερε να οργανώσει τους Έλληνες της περιοχής και δέχτηκε πολλούς οπλίτες στο σώμα του από τα χωριάΓρούνισταΣταραβίναΖόβικΒουδιμίρτσιΓραδέσνιτσαΠετάλινοΜάκοβοΣουχοδόλι,ΠαράλοβοΜπροντ και Σκοτσιβίρι. Από τον Απρίλιο του 1905 συνεργάστηκε με τον αξιωματικόΧρήστο Τσολακόπουλο "Ρέμπελο" και τον αντικαταστάτη του Δημήτριο Βαρδή. Το 1906τραυματίστηκε και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα προκειμένου να νοσηλευτεί. Τον Ιούλιο του 1906 επανήλθε στη Μακεδονία, συνεργαζόμενος με τον οπλαρχηγό Λάζαρο Βαρζή "Ζαρκάδα"από τη Γαλατινή Κοζάνης. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον αξιωματικό Βασίλειο Παπά "Βρόντα" και τον αντικαταστάτη του Δημήτριο Παπαβιέρο "Γκούρα" έως το 1908. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων του ανατέθηκε η παρακολούθηση Τούρκων και Βουλγάρων στην περιφέρεια του Μοναστηρίου λόγω των κρίσιμων και περίεργων συνθηκών που επικρατούσαν. Όταν διαπιστώθηκε ότι οι Νεότουρκοι σχεδίαζαν τη δολοφονία του, φυγαδεύτηκε στις ΗΠΑ και επανήλθε στις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Συμμετείχε με εθελοντικό σώμα στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ο Αντώνιος Ζώης τον Οκτώβριο του 1912 απελευθέρωσε το Μορίχοβοαπό τους Τούρκους και ύψωσε την Ελληνική σημαία δηλώνοντας ότι το απελευθερώνει εν ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου. Τελικά μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η περιοχή πέρασε στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.
     Ο  Καπετάν  Αντώνης  Ζώης, μετά το 1912 εγκαταστάθηκε στην Φλώρινα, μαζί με την οικογένεια του. Ο Δήμος Φλώρινας τον προσέλαβε ως Παιδονόμο, και το 1931 του παραχωρήθηκε ένα προσφυγικό σπίτι στην οδό Ηρακλείας, στον Συνοικισμό Μοναστηριωτών.  Ήταν αγαπητός άνθρωπος και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους κατοίκους της Φλώρινας και των χωριών.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, ο Αντώνιος Ζώης, όντας γέρος και άρρωστος, εγκαταστάθηκε στο χωριό Φλάμπουρο της Φλώρινας για λόγους ασφαλείας, καθώς η Φλώριναβομβαρδίζονταν συχνά από την Ιταλική αεροπορία.   
         Στις 9 Απριλίου του 1941 εισέβαλαν τα γερμανικά στρατεύματα και ο Καπετάν Ζώης, που δεν άντεχε να βλέπει την πατρίδα του  σκλαβωμένη, ούτε μπορούσε να αντισταθεί, καθώς ήταν γέρος και άρρωστος, αυτοκτόνησε με το περίστροφό του.
(Σ΄ όλη την Γαλλία στην τραγική κατάρρευσή της  μονάχα  ένας Γάλλος και αυτός γέρος απόστρατος στρατηγός,  έκαμε την ίδια μεγάλη χειρονομία).
1. Στον Εκλογικό Κατάλογο του Δήμου Φλώρινας του 1914, Αντώνης Ζώης του Ζώη, έτος γεννήσεως 1869, Μοναστήρι, επάγγελμα δημοτικός υπάλληλος.
2. Στο βιβλίο του Δημήτρη Μεκάση, Τα παλιά επαγγέλματα της Φλώρινας, τόμος Β', Πρέσπες 1996, αναφέρει στην σελίδα 155, τους Παιδονόμους του Δήμου Φλώρινας, με πρώτο τον Αντώνη Ζώη.
3. Στο άρθρο του Δημήτρη Μεκάση, Οι Συνοικσμοί των Μοναστηριωτών, εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα της Φλώρινας, 3246/14-10-2010, αναφέρεται το σπίτι του Αντώνη Ζώη στην οδό Ηρακλείας.

Ο οπλαρχηγός Στέφανος Γρηγορίου,
Μακεδονομάχος  από  το  Μοναστήρι


Γεννήθηκε στο Μοναστήρι. Μικρός ακόμα ακούγοντας τα λόγια των μεγαλυτέρων με το αδάμαστο ελληνικό φρόνημα αποφάσισε να προσφέρει τη ζωή του στον αγώνα. Κι έτσι βρέθηκε ο πρώτος εκδικητής του Μοναστηρίου. Τα βιβλία που μιλούν γι° αυτόν αναφέρουν καθημερινά επεισόδια αυταπάρνησης και ηρωισμού, τις περισσότερες φορές μέσα στις φωλιές των Βουλγάρων και μέσα σε στρατοκρατούμενες περιοχές, πρόσφεραν πολλά σ' εκείνο το μεγάλο και ωραίο αγώνα. Η τόλμη του, που έφτανε στα όρια της παραφροσύνης, η περιφρόνηση προς τους φονιάδες, η όρθια και φανερή στάση διέγραφαν αδρά την προσωπικότητα του Μακεδονομάχου




Στέφανος Γρηγορίου



Η  ΠΡΟΤΟΜΗ  ΤΟΥ  ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗ  ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ  ΣΤΗΝ  ΦΛΩΡΙΝΑ

O Καπετάν Στέφος,  βλέποντας την επιρροή των  βουλγάρων   κομιτατζήδων  στους 
κομμουνιστές, πήρε το γιό του Επαμεινώνδα Γρηγορίου, ένα αγγελόμορφο παλικάρι, τεταρτοετή της Σχολής Ευελπίδων και φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 4-5 ενωματάρχες και τον αεροπόρο  Καντύλη και τράβηξε για τη γνώριμη του Βλάστη  Κοζάνης. Εκεί συνάντησε άντρες του ΕΜΑΣ και τους παρέδωσε με όλη του την καρδιά, όπως είπε, το γιό του Επαμεινώνδα. Κατατάχτηκαν όλοι που τον ακολουθούσαν. O ίδιος δεν μπορούσε πια, γιατί τα χρόνια είχαν περάσει. Στις 24 Μαϊου 1943 τον κάλεσαν οι "νέοι κομμουνιστές αντάρτες" για σύσκεψη στο Σισάνι Βόιου και τον δέχτηκαν με πολλές τιμές κα περιποιήσεις.
Την άλλη μέρα τον σκότωσαν με πέτρες και ξύλα.
 Στους κατάπληκτους χωρικούς, που άρχισαν να διαμαρτύρονται, είπαν ότι κατάδωσε τον Μόδη στους Γερμανούς.
Την ίδια μέρα κατέσφαξαν και τον γιό του
Ο Στέφανος (Στέφος) Γρηγορίου ήταν σημαντικός Έλληνας Μακεδονομάχος οπλαρχηγός από τοΜοναστήρι της Πελαγονίας.
Ο Στέφανος Γρηγορίου γεννήθηκε το  1875  στο Μοναστήρι της Πελαγονίας Η σύζυγός του Αναστασία ήταν Ρωσίδα.  (1873 – 1943)
Αρχικά ήταν μέλος της νεολαίας της Εθνικής Πολιτοφυλακής του Μοναστηρίου συμμετέχοντας σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον βουλγαρικών στόχων εντός της πόλης. Είχε εξοντώσει μάλιστα τον περιβόητο Βούλγαρο πράκτορα Μπελαζάλκα. Κατατάχτηκε ως οπλίτης στο σώμα του οπλαρχηγούΚώτα Χρήστου. Μετά το θάνατο του τελευταίου συνεργάστηκε με τον αξιωματικό Γ. Κατεχάκη, το1904. Το 1905 συνεργάστηκε με τον Ι. Καραβίτη και εντός του έτους συγκρότησε δική του ένοπλη ομάδα της οποίας τέθηκε επικεφαλής. Μετά την εισβολή 100 Βουλγάρων κομιτατζήδων στοΚουμανίτσοβο (Λιθιά) (16 Ιουλίου), όπου εκτός από τις καταστροφές οικιών, ξεκληρίστηκαν και οι οικογένειες Θεόδωρου και Μιχαήλ Θεοδώρου, οι Έλληνες αποφάσισαν να εκδικηθούν. Έτσι, στις 29 Ιουλίου του 1905 το σώμα του Στέφου Γρηγορίου, συνεργαζόμενο με τα σώματα των Ι. Καραβίτη και Γ. Δικώνυμου - Μακρή, επιτέθηκε στην ομάδα του κομιτατζή Ναούμ Πετρώφ, στηνΚλαδορράχη Φλώρινας, καταφέρνοντας να τους τρέψει σε φυγή. Στη μάχη έχασαν τη ζωή τους 17κομιτατζήδες. Η επιχείρηση της Κλαδορράχης προκάλεσε την αντίδραση του Εθνικού ΚέντρουΜοναστηρίου λόγω της αγριότητας της επίθεσης και ο Ι. Καραβίτης ανακλήθηκε στην Αθήνα. Ο απόηχος όμως της επίθεσης στην Κλαδορράχη ήταν θετικός για την Ελληνική πλευρά καθώς ο Ναούμ Πετρώφ σταμάτησε έκτοτε την τρομοκρατική του δράση στα χωριά της περιοχής και πολλοί κάτοικοι επέστρεψαν στο πατριαρχείο.
     Στα τέλη Αυγούστου του 1905 μετά από συντονισμένη επιχείρηση, στην οποία συνεργάστηκαν τα σώματα του Γ. Τσόντου, του Π. Γύπαρη, ενώ συμμετείχε και ο Στέφος Γρηγορίου με τους άντρες του, επιτεύχθηκε η απομάκρυνση των Βουλγάρων κομιτατζήδων από τα Κορέστια. Το τμήμα του Γ. Τσόντου κινήθηκε από τα ανατολικά, ενώ οι Π. Γύπαρης και Στέφανος Γρηγορίου κινήθηκαν από τα δυτικά, με σκοπό να προσεγγίσουν αμφότεροι την περιοχή των Κορεστίων, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τα Βουλγαρικά σώματα. Όμως οι Βούλγαροι κομιτατζήδες τους αντιλήφθηκαν και τους καταδίωξαν με πυροβολισμούς, έως ότου επενέβη Οθωμανικό απόσπασμα. Μετά από αυτήν την εξέλιξη, οι Έλληνες επέσπευσαν τις κινήσεις τους και επιτέθηκαν στηνΜπεσφήνα (Σφήκα), όπου συγκρούστηκαν με επιτυχία με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Την επόμενη έδωσαν σφοδρή μάχη στο Γάβρο Καστοριάς. Τα ενωμένα Βουλγαρικά σώματα υπέστησαν βαριά ήττα. Σκοτώθηκαν 17 κομιτατζήδες, ενώ από την Ελληνική πλευρά σκοτώθηκαν οι Γ. Κλάπας, Π. Τσαουσέλας και Π. Πατρουδάκης. Στη μάχη αυτή διακρίθηκαν ιδιαίτερα ο Στέφος Γρηγορίου και οι άντρες του.


Στέφος  Γρηγορίου, Στογιάννης Τσίτσος


  Στη συνέχεια ο Στέφος Γρηγορίου έδρασε στα Καστανοχώρια  Κοζάνης , συνεργαζόμενος πολλές φορές με τον Γ. Τόμπρα. Εκεί, αντιμετώπισε Οθωμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα στο Νεστράμι (Νεστόριο) στα τέλη της άνοιξης του 1907. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους εξόντωσε Τουρκαλβανικήσυμμορία στο Σούλι (κοντά στη Δάρδα) της Κορυτσάς. Στις 3 Ιουλίου του 1907, σε συνεργασία με τους Γ. Τόμπρα, τον Ν. Πλατανιά και τον Ιωάννη Τερζή, ο Στέφος Γρηγορίου συμμετείχε στην εξόντωση του κομιτατζή Αθανάς Καρσάκωφ και του σώματός του κοντά στη μονή Αρχαγγέλων Τσούκας, ανάμεσα στα Στενά και τη Γρέντση (Πτελέα) Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1907 ο Στέφος Γρηγορίου με τους 15 άνδρες του, σε συνεργασία με το σώμα του Π. Γύπαρη, χτύπησεΒουλγαρικούς στόχους στο Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή) αλλά μετά από σφοδρή ολοήμερη μάχη, δεν υπήρξε νικητής. Μετά από αυτήν την επιχείρηση μετακινήθηκε στο Μορίχοβο, όπου έδρασε στη συνέχεια, συνεργαζόμενος με τους οπλαρχηγούς Τραϊανό Μπραγιάννη και Στογιάννη Τσίτσο. Κατά το 1908 συνεργάστηκε με τον οπλαρχηγό Χρήστο Τσαούση. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1908, στη Μπέσιστα, τα ενωμένα σώματα  του   Τριαντάφυλλου Σαμαρά (Καραπιπέρη), Ι. Καραβίτη,Αντώνιου Ζώη, Εμ. Νικολούδη, Εμ. Κατσίγαρη, Π. Γερογιάννη, Παύλου Νεράντζη και του Στέφου Γρηγορίου διέλυσαν το επίλεκτο Οθωμανικό τάγμα (αβτζί ταμπούρ), συλλαμβάνοντας αρκετούς αξιωματικούς.  Οι  Τούρκοι  ως αντίποινα   της Μάχης της Μπέσιστας  έσφαξαν  τους  Έλληνες κρατούμένους στις φυλακές του Μοναστηρίου,. Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, ο Στέφανος Γρηγορίου παρέδωσε τα όπλα στο Μοναστήρι μαζί με άλλους οπλαρχηγούς και απέλαβε τη γενική αμνηστία που χορήγησε το νέο καθεστώς. Δεν συμμετείχε όμως στους πανηγυρισμούς για το σύνταγμα, καθώς θεώρησε μαζί με τον Αντώνιο Ζώη, ότι το νέο καθεστώς δεν θα είναι ιδιαίτερα φιλικό προς τους Έλληνες.

Στογιάννης  Τσίτσος και Στέφος Γρηγορίου
Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο πολέμησε ως επικεφαλής σώματος ντόπιων Μακεδονομάχων και απελευθέρωσε εν ονόματι της Ελλάδας τα χωριά Δέβρη (Αναρράχη) και Εμπόριο, καθώς και άλλα χωριά της Εορδαίας, πριν την έλευση του Ελληνικού Στρατού. Μετά την απελευθέρωση τηςΜακεδονίας και εφόσον η γενέτειρά του, το Μοναστήρι έμεινε υπό Σερβικό έλεγχο, εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα.
        Το Φεβρουάριο του 1914 κλήθηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου και συγκρότησε ένοπλο σώμα. Πήρε μέρος έτσι στο Βορειοηπειρωτικό αγώνα, εγκαθιστώντας την έδρα του στο Γιαννοχώρι Καστοριάς και συγκρουόμενος με Αλβανικές ομάδες έλεγχε τον ανατολικό Γράμμο Το 1916, ο Στέφος Γρηγορίου έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης και την επικράτησή του στη Δυτική Μακεδονία. Την 31η Αυγούστου του 1916συγκρότησε σώμα με τον επίσης Μακεδονομάχο Στέργιο Κουντουρά και άλλους τοπικούς παράγοντες, και σε συνεργασία με το Γαλλικό στρατό κατέλαβε την εξουσία στην Καστοριά, στοΣίστεβο (Δενδροχώρι), στη Σέτομα (Κεφαλάρι) και στο Μαυροχώρι. Υπήρξε επικεφαλής της ανακατάληψης της Φλώρινας από τις δυνάμεις της Αντάντ το 1916.
Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου συγκρότησε ένοπλο σώμα, προκειμένου να αντιμετωπίσει ομάδες κομιτατζήδων που εξακολουθούσαν να δρουν εντός Ελληνικής επικράτειας τη δεκαετία του1920.

Στέφος  Γρηγορίου
Η  ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ  ΤΟΥ  ΓΕΡΟΥ  ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ  ΑΠΟ  ΤΟΥΣ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ
Κατά την κατοχή συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Είχε καταφύγει στη Βλάστη, καθώς στη Φλώρινα είχε φυλακιστεί από τους Γερμανούς.   Συγκρότησε μάλιστα, παρά την προχωρημένη ηλικία του, ολιγομελές σώμα με τη συμμετοχή του γιου του Επαμεινώνδα, φοιτητή της Σχολής Ευελπίδων. Συμμετείχε με το σώμα του στη Μάχη του Φαρδύκαμπου κοντά στη Σιάτιστα, όπου και διακρίθηκαν αυτός και γιος του.
O Καπετάν Στέφος,  βλέποντας την επιρροή των  βουλγάρων   κομιτατζήδων  στους 
κομμουνιστές,  πήρε το γιό του Επαμεινώνδα Γρηγορίου, ένα αγγελόμορφο παλικάρι, τεταρτοετή της Σχολής Ευελπίδων και φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 4-5 ενωματάρχες και τον αεροπόρο  Καντύλη και τράβηξε για τη γνώριμη του Βλάστη  Κοζάνης. Εκεί συνάντησε άντρες του ΕΜΑΣ και τους παρέδωσε με όλη του την καρδιά, όπως είπε, το γιό του Επαμεινώνδα. Κατατάχτηκαν όλοι που τον ακολουθούσαν. O ίδιος δεν μπορούσε πια, γιατί τα χρόνια είχαν περάσει. Στις 24 Μαϊου 1943 τον κάλεσαν οι "νέοι κομμουνιστές αντάρτες" για σύσκεψη στο Σισάνι Βόιου και τον δέχτηκαν με πολλές τιμές κα περιποιήσεις.
Την άλλη μέρα τον σκότωσαν με πέτρες και ξύλα.
 Στους κατάπληκτους χωρικούς, που άρχισαν να διαμαρτύρονται, είπαν ότι κατάδωσε τον Μόδη στους Γερμανούς.
Την ίδια μέρα κατέσφαξαν και τον γιό του.-





Βιβλιογραφία:
      1.  Πολύβιος, Ιστορία xxviii.
      2.    Τίτος Λίβιος, Ab Urbe Condita (από κτίσεως κόσμου )xxxiv. 12 . xxvi. 25, xxxi.
    3.     Hammond, N. G. L., (1972), A History of Macedonia, Oxford: Oxford University Press.
   4.     Αρχείο Διεύθυνσης Εφέδρων Πολεμιστών Αγωνιστών Θυμάτων Αναπήρων (ΔΕΠΑΘΑ), Αρχείο Μακεδονικού Αγώνα, φ. Ζ-115.
   5.     Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος (επιστημονική επιμέλεια), Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008.
  6.     Λάζαρου Μέλλιου, Ο Μακεδονικός Αγώνα και η συμβολή της Φλώρινας, Εκδόσεις Δήμου Φλώρινας, Φλώρινα, 1985.
 9.     Δημητρίου Μεκάση, Οι Συνοικισμοί των Μοναστηριωτών, εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα της Φλώρινας, 14 Οκτωβρίου 2010.
  10.    Δ.  Μεκάσης, Τα παλιά επαγγέλματα της Φλώρινας, τόμος Β΄, Πρέσπες 1996.
  11.     Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία 1904-1908, εκδόσεις Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, 1999.
  12.    Αθανάσιος Καλλιανιώτης, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία (1941-1946) – Διδακτορική διατριβή.
    14.   Κωνσταντίνου Αναστ. Βαβούσκου, Καθηγητού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Προέδρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, "Η συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος". Θεσσαλονίκη 1959
   15.    Σωκράτη Ν. Λιάκου, "Τα 150 ονόματα των οικισμών της Λύγκου" (περιοχή Φλώρινας-Μοναστηρίου).Θεσσαλονίκη 1961.
  16.    Παντελή Γ. Τσάλλη, "Ιστορία της πατριωτικής δράσεως της πόλεως Μοναστηρίου και των περιχώρων, από του έτους 1830 μέχρι του 1903."  Θεσσαλονίκη 1932
   17.    Victor Berard, "La Turquie et l' Hellenisme contemporain", Paris 1896 "La Macedoine", Paris 1897Giovani Amadori-Virgili, αξιωματούχουΑρχείου Ιταλικού Υπουργείου εξωτερικών "La questione Rumeliota (Macedonia, Vecchia-Serbia, Albania, Epiro) et la politica italiana". Roma 1908
   18.    Νικολάου Νικαρούση, από το Κρούσοβο. Δημοσιευμένα έγγραφα σε άρθρο του με τίτλο "Η απάντηση των Μακεδόνων στην πρόκληση του 'Ηλιντεν". Περιοδικό "Μακεδoνική Ζωή". Θεσσαλονίκη 1993.
  19.    Michel Paillares, "L' imbroglio Mecedonien", Paris 1907.
   20.    Αναστασίου Ηλία Πηχεώνα, "Απομνημονεύματα" Αρχείο  Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Φάκελλος ΣΤ65. Θεσσαλονίκη 1996.
  21.    Αναστασίου Τοπάλη, "Τα χωριά Άνω και Κάτω Μπεάλα, Λιμνολεκάνη Στρούγγας-Αχρίδος", Μακεδονικά 12 (1972).
  22.    Τηλεμάχου Κατσουγιάννη, "Περί των Βλάχων των Ελληνικών Χωρών", Β' τόμος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Θεσσαλονίκη 1966.
  23.    Αθανασίου Α. Αγγελόπουλου, Καθηγητή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. "Κριτική της διατριβής του Krste Bitoski,  Η δράση της Μητροπόλεως Πελαγονίας 1878-1942, Σκόπια 1968" Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Θεσσαλονίκη  1968.-

ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ 



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...