Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΑΝ ΔΕΝ ΚΥΒΕΡΝΟΥΣΕ Ο ΜΕΤΑΞΑΣ ΤΟ 1940‏

ΑΝ Ο ΜΕΤΑΞΑΣ  ΔΕΝ ΚΥΒΕΡΝΟΥΣΕ   ΤΗΝ  ΕΛΛΑΔΑ  ΤΟ 1940,  ΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ  ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ  ΘΑ   ΠΑΡΕΔΙΔΑΝ ΤΗΝ  ΧΩΡΑ  ΑΟΠΛΗ  ΣΤΟΥΣ  ΙΤΑΛΟΥΣ
ΚΑΛΠΑΚΙ 1940    Η VIII (ΟΓΔΟΗ) ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΣΥΝΤΡΙΒΕΙ ΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ


Η πολεμική προπαρασκευή που υλοποίησε ο Ιωάννης Μεταξάς
Είναι γεγονός ότι το έπος του 1940 δεν θα υπήρχε, αν ο Μεταξάς δεν είχε την εξουσία στην Ελλάδα από το 1936. Οι κυβερνήσεις, από το 1923 μέχρι το 1936, ελάχιστα έπραξαν για την πολεμική προπαρασκευή της χώρας.  Οι  πράκτορες Έλληνες  πολιτικοί άρχισαν να αφυπνίζονται το 1935, όταν άρχισε η ιταλοαιθιοπική κρίση, που κατέληξε στην κατάληψη της φτωχής αφρικανικής χώρας από τους Ιταλούς.



Η  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ  ΤΟ  1936
Ελληνικός  Στρατός, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ουσιαστικά  δεν υπήρχε.
Ο  αρχηγός του  Ελληνικού  στρατού, αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, παρέλαβε κυριολεκτικά το απόλυτο χάος.
Αν και προβλεπόταν η επιστράτευση 14 μεραρχιών πεζικού, 1 ιππικού και 4 ταξιαρχιών πεζικού, δεν υπήρχε υλικό επιστρατεύσεως για περισσότερες από 6 μεραρχίες. Δεν υπήρχε υλικό στρατοπεδίας, κράνη, κλινοσκεπάσματα, άρβυλα, στολές, και φυσικά δεν υπήρχαν αρκετά όπλα, σε χρηστική κατάσταση και πυρομαχικά.
Χίλια τριακόσια από τα συνολικά 2.300 πολυβόλα τύπου Σεντ Ετιέν ήταν άχρηστα. Τα δε 1.750 πολυβόλα Χότσκις που αγοράστηκαν  από τη Γαλλία το 1926, αγοράστηκαν χωρίς σκοπευτικά και με ελάχιστα ανταλλακτικά.   Από τα παλαιότερα πολυβόλα Σβάρτς Λοτς και Μαξίμ, από τα συνολικά 400, μόνο τα 80 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Όλμοι αγοράστηκαν, το 1930, μόνο 10 για ολόκληρο το Στρατό, με 25 βολές ανά σωλήνα.
Αντιαρματικά πυροβόλα δεν υπήρχαν καθόλου. Δεν υπήρχαν σκοπευτικά για τα πυροβόλα ούτε τροφοδοτικές μηχανές για τα πολυβόλα. Τα μισά από τα υπάρχοντα -12.000- οπλοπολυβόλα ήταν άχρηστα.
Από τα αποθέματα των 400.000 χειροβομβίδων, λιγότερες από 15.000 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν.
ΤΟ  1936  Ο  ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ  ΣΤΡΑΤΟΣ  ΔΙΕΘΕΤΕ  ΔΕΚΑ  (10) ΑΣΥΡΜΑΤΟΥΣ.
ΤΟ  ΥΛΙΚΟ  ΤΟΥ  ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  ΣΤΡΑΤΟΥ  ΗΤΑΝ  50 ΜΕΤΡΑ  ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ.

 ΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΗΡΩΕΣ  ΣΤΟΝ  ΑΓΩΝΑ

Η  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΤΗΣ  ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ  ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ  ΤΟ 1936
Αεροπορία στην Ελλάδα, πριν το 1935, υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Το 1935 τα επίσημα στοιχεία βεβαιώνουν την ανυπαρξία του όπλου Μέχρι και την εκδήλωση του κινήματος του 1935, η Αεροπορία δεν διέθετε κανένα καταδιωκτικό, σε πτητική κατάσταση.
Στην   διάρκεια του Κινήματος του 1935, η  Ελληνική  κυβέρνηση  παρακαλούσε την  Γιουγκοσλαβία  να  μας   δανείσει   ένα  (1)  αεροπλάνο και μερικές βόμβες.
Τελικά  η  Ελληνική  Πολεμική   Αεροπορία  το  1935  αγόρασε  από  την Γιουγκοσλαβία  5 καταδιωκτικά αεροσκάφη,  για την καταστολή του βενιζελικού κινήματος  του 1935!
Αντιαεροπορικά πυροβόλα υπήρχαν μόλις  4!
Τα καλύτερα αεροσκάφη που διέθετε ήταν τα στρατιωτικής συνεργασίας Breguet 19.  Υπήρχαν ακόμα μερικά Potez 25 και διάφορα απαρχαιωμένα εκπαιδευτικά Μοράν Σολνιέ και Avro, τα οποία μόλις  μπορούσαν να πετάξουν.
Στην έκδοση της «Εκθέσεως της πολεμικής ιστορίας των ελλήνων» διαβάζουμε: 
«Από το 1936 άρχισε ο εφοδιασμός της Αεροπορίας με πάσης φύσεως αεροπορικό υλικό. Παρηγγέλθησαν 300 περίπου αεροσκάφη διαφόρων τύπων, πολεμικά και εκπαιδευτικά. Δυστυχώς λόγω του εκραγέντος το 1939   Β΄παγκοσμίου πολέμου, πολλές από τις παραγγελίες ακυρώθηκαν από τα εργοστάσια.
 ΤΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ  ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ  ΤΟΥ  ΜΕΤΑΞΑ  ΣΕ  ΔΡΑΣΗ


ΚΟΛΟΣΣΙΑΙΕΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΟΠΛΩΝ  ΑΠΟ ΤΟΝ  ΜΕΤΑΞΑ
Οι δαπάνες για την Εθνική μας Άμυνα στην  δεκαπενταετία  μεταξύ 1922-36 ανήλθαν στο ποσό των τριών  δισεκατομμυρίων δραχμών, ενώ κατά  στην  
τετραετία 1936-1940 ήταν περίπου πενταπλάσιες, φθάνοντας τα 15,7 δισεκατομμύρια δραχμές.  Στο διάστημα  αυτό  έγιναν  κολοσσιαίες παραγγελίες εξοπλισμών για τα δεδομένα του ελληνικού κράτους, όπως η αγορά 12 νέων αντιτορπιλικών και 2 υποβρυχίων σε μόλις 3 χρόνια, και αγορά περίπου 
200 νέων αεροσκαφών στο διάστημα 1936-1939.Πρακτικά η Ελλάδα από το 1936 έως το 1940, ξανάφτιαξε από την αρχή τόσο το Ναυτικό της, όσο και την Αεροπορία της.
Το διάστημα 1936-1940 αποτέλεσε την τετραετία της ορθολογικής  στρατιωτικής
 και ψυχολογικής προπαρασκευής της χώρας που απέφερε τελικά το νικηφόρο αποτέλεσμα του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η προπαρασκευή της χώρας έγινε σε όλους τους τομείς.
 Ο εκσυγχρονισμός και η αυτάρκεια των πυρομαχικών  καθώς και η προμήθεια του πολεμικού υλικού και η εκπαίδευση, δεν είναι έργο μιας ημέρας.
Καταφέραμε να παρατάξουμε στρατό στην Αλβανία που ουδέποτε είχε δει η νεώτερη Ελλάδα.
Αν  και το 1936 ο στρατιωτικός εξοπλισμός της χώρας αποτελείτο από υπολείμματα υλικού της Μικρασιατικής Εκστρατείας, 4 χρόνια αργότερα η Ελλάδα παρέταξε για την άμυνά της τις  πιο ισχυρές  ένοπλες  δυνάμεις  από  την  
αρχαιότητα,  600.000 άνδρες(ΕΞΑΚΟΣΙΕΣ  ΧΙΛΙΑΔΕΣ  ΑΝΔΡΕΣ)  που πολέμησαν επί επτά μήνες.
Αυτό  που  μας  έλειπε  ήταν  ο  χρόνος.  Οι παραγγελίες αεροσκαφών  π.χ. 
υλοποιήθηκαν μόνο κατά το 42% (120 μονάδες, τα οποία το 1936-37 αποτελούσαν την τελευταία λέξη της αεροπορικής τεχνολογίας), ενώ ο σχεδιασμός της κυβέρνησης  του Μεταξά  ήταν να αποκτήσει 285 αεροσκάφη μέχρι το 1942.



 ΜΕΤΑΞΑΣ  ΠΑΠΑΓΟΣ
Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Μεταξάς ανέλαβε προσωπικά το υπουργείο Πολέμου και, μαζί με Παπάγο, άρχισαν τη μεγάλη προσπάθεια αποκατάστασης του αξιόμαχου του Ελληνικού Στρατού.
 Κάθε σύγκριση με το σήμερα, δυστυχώς μόνο θλίψη προκαλεί, για το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό τού τότε και τη μακαριότητα λόγω της αδιαφορίας που κυριαρχεί σήμερα.
 Πώς η Ελληνική Κυβέρνηση του  Μεταξά  βρήκε χρήματα για τους αμυντικούς εξοπλισμούς, από μια καταχρεωμένη 
χώρα, έτσι όπως την  είχαν  καταντήσει  οι  πράκτορες 
«δημοκράτες»  πολιτικοί  της  πριν  το  1936;
1) Από Εράνους και Δωρεές.
2) Από τα έσοδα που είχε από τον μεγάλο εμπορικό της στόλο.
3) Μέσω της ανταλλαγής προϊόντων (όπως καπνό) με πολεμικό υλικό.
4) Πώληση παλαιού και νέου στρατιωτικού υλικού στους εμπολέμους του Ισπανικού Εμφυλίου.


Πως διέγραψε το χρέος της Ελλάδας (που  είχαν 
δημιουργήσει  οι  «έλληνες  πολιτικοί»  -  όλοι  πράκτορες ξένων  συμφερόντων)  ο Ιωάννης Μεταξάς και δικαιώθηκε από το Διεθνές δικαστήριο - Mε αυτή την απόφαση σώθηκε και η Αργεντινή.
Η διαγραφή του χρέους προς την βελγικὴ τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique», άλλαξε την πορεία του Έθνους και του ελληνικού κράτους και του έδωσε την δυνατότητα να πετύχει το Έπος του 1940.

Ἡ ἱστορία ἔχει ὡς ἑξῆς: τὸ 1936, ἡ Ἑλλάδα τοῦ Ἰωάννη Μεταξὰ ἀρνήθηκε νὰ συνεχίσει τὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ δανείου ποὺ εἶχε συνάψει μὲ τὴ βελγικὴ τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique». Ἡ κυβέρνηση τοῦ Βελγίου προσέφυγε στὸ Διεθνὲς Δικαστήριο, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν,
κατηγορώντας τὴν Ἑλλάδα ὅτι ἀθετεῖ τὶς διεθνεῖς της ὑποχρεώσεις.
Ἡ Ἑλλάδα ἀπάντησε ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἐκπληρώσει τὶς δανειακές της ὑποχρεώσεις, διότι δὲν μπορεῖ νὰ θέσει σὲ κίνδυνο τὴν κατάσταση τοῦ Λαοῦ καὶ τῆς χώρας! Στὸ ὑπόμνημά της, ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνηση ἀνέφερε:
«Ἡ Κυβέρνηση τῆς Ἑλλάδος, ἀνήσυχη γιὰ τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ γιὰ τὴ διοίκηση, τὴν οἰκονομικὴ ζωή, τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας καὶ τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ ἀσφάλεια τῆς χώρας, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προβεῖ σὲ ἄλλη ἐπιλογή. Ὅποια κυβέρνηση κι ἂν ἦταν στὴν θέση της, θὰ ἔκανε τὸ ἴδιο». (Yearbook of the International Law Commission, 1980, v.l., σελ.25).
Τὸ ἐπιστέγασμα ἦρθε μὲ τὸ ὑπόμνημα ποὺ κατέθεσε στὸ Διεθνὲς Δικαστήριο ὁ νομικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς κυβέρνησης τὸ 1938, ὅπου τόνισε τὰ αὐτονόητα:
«Ἐνίοτε, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μία ἔκτακτη κατάσταση, ἡ ὁποία κάνει ἀδύνατο γιὰ τὶς Κυβερνήσεις νὰ ἐκπληρώσουν τὶς…ὑποχρεώσεις τους πρὸς τοὺς δανειστὲς καὶ πρὸς τὸν Λαό τους. Οἱ πόροι τῆς χώρας εἶναι ἀνεπαρκεῖς γιὰ νὰ ἐκπληρώσουν καὶ τὶς δύο ὑποχρεώσεις ταυτόχρονα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσει μία Κυβέρνηση τὸ χρέος καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ παρασχεθεῖ στὸν λαὸ ἡ κατάλληλη διοίκηση καὶ οἱ ἐγγυημένες συνθῆκες γιὰ τὴν ἠθική, κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη. Πρέπει νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὰ δύο.
Καὶ φυσικά, τὸ καθῆκον τοῦ Κράτους νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὔρυθμη λειτουργία τῶν βασικῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὑπερτερεῖ ἔναντί της πληρωμῆς τῶν χρεῶν της. Ἀπὸ κανένα κράτος δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἐκπληρώσει, μερικὰ ἢ ὁλικά, τὶς χρηματικές του ὑποχρεώσεις, ἂν αὐτὸ θέτει σὲ κίνδυνο τὴν λειτουργία τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν του κι’ ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἀποδιοργάνωση τῆς διοίκησης τῆς χώρας (σᾶς θυμίζει κάτι;). Στὴν περίπτωση ποὺ ἡ ἀποπληρωμὴ τῶν χρεῶν θέτει σὲ κίνδυνο τὴν οἰκονομικὴ ζωὴ καὶ τὴ διοίκηση, ἡ Κυβέρνηση εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διακόψει ἢ καὶ νὰ μειώσει τὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ χρέους»!
Μὲ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα λοιπόν, τὸ Διεθνὲς δικαστήριο δικαίωσε τὴν Ἑλλάδα, δημιουργώντας νομικὸ προηγούμενο, στὸ ὁποῖο μάλιστα τὸ 2003 στηρίχθηκε ἡ Ἀργεντινὴ καὶ ὁ ἀείμνηστος πρόεδρός της, Νέστωρ Κίχνερ, ὁ ὁποῖος ἐπέλεξε νὰ διαγράψει μονομερῶς τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χώρας του, ἀντὶ νὰ τὴν ὑποδουλώσει στὸ Δ.Ν.Τ.


 ΟΡΓΑΝΩΣΗ  ΤΟΥ  ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ  ΑΠΟ  ΤΟΝ ΜΕΤΑΞΑ

Ο  Μεταξάς  άρχισε  μεγάλη  προσπάθεια ενίσχυσης  του Πολεμικού Ναυτικού. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα που εκπονήθηκε προέβλεπε την ενίσχυση του στόλου με τέσσερα νέα αντιτορπιλικά και έξι τορπιλακάτους. Από αυτά όμως μόνο δύο αντιτορπιλικά πρόλαβαν να παραδοθούν, τα «Βασιλεύς Γεώργιος» και το «Βασίλισσα Όλγα».



Το 1936, στο πλαίσιο της προετοιμασίας μας για την αντιμετώπιση του διαφαινόμενου πολέμου, μετά τεκμηριωμένη εισήγηση του ΓΕΝ, ελήφθη απόφαση  από  τον  Μεταξά για την κατασκευή των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, τα οποία, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα κατασκευής των, θα ήταν έτοιμα για έναρξη ναυπήγησης Α/Τ μετά μία τριετία.
Τον Ιούνιο του 1937, αρχίζει η κατασκευή των έργων υποδομής με πρότυπες κατασκευές στις θεμελιώσεις για εκείνη την εποχή όπως οι ύφαλες θεμελιώσεις στις εσχάρες καθελκύσεως και τον Ιούνιο του 1939, δηλαδή ένα έτος προ της προγραμματισμένης τριετίας, γίνονται τα εγκαίνια της ενάρξεως λειτουργίας των Ναυπηγείων και αρχίζει η προσκόμιση του αναγκαίου υλικού Ναυπηγήσεως Α/Τ από το εξωτερικό. 
Έτσι  το  1940  ο  Μεταξάς  παρέταξε  τον  εξής  πολεμικό  στόλο:
 Ένα  Θωρηκτό 30 ετών (ΑΒΕΡΩΦ), σε κακή κατάσταση, ιδίως των Λεβήτων – Η θρυλική ναυαρχίδα του Στόλου μας, ναυπηγημένη την περίοδο  1908-1911 στο Λιβόρνο της Ιταλίας, είχε καταπονηθεί και είχε υποστεί σημαντικές φθορές από την συνεχή δράση της  στις ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας και, παρά την μερική ανασκευή του το 1925 στην Τουλόν της Γαλλίας, χρειαζόταν άμεσα επισκευές και εκσυγχρονισμό.
· 1 Θωρηκτό παροπλισμένο (ΚΙΛΚΙΣ)
· 2 Αντιτορπιλικά Αγγλικής κατασκευής, σύγχρονα, 2 περίπου ετών (ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ)
· 4 Αντιτορπιλικά Ιταλικής κατασκευής, 7 περίπου ετών, αλλά με προβληματικό υλικό (ΨΑΡΑ, ΣΠΕΤΣΑΙ, ΥΔΡΑ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ)
· 4 Αντιτορπιλικά Αγγλικής κατασκευής, 30 περίπου ετών (ΛΕΩΝ, ΠΑΝΘΗΡ, ΑΕΤΟΣ και ΙΕΡΑΞ)
 · 6 Υποβρύχια Γαλλικής κατασκευής, εκ των οποίων τα 4 μεγαλύτερα περίπου 13 ετών (ΠΡΩΤΕΥΣ, ΓΛΑΥΚΟΣ, ΤΡΙΤΩΝ και ΝΗΡΕΥΣ) και 2 μικρότερου μεγέθους, περίπου 14 ετών (ΚΑΤΣΩΝΗΣ και ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ)

· 4 Τορπιλοβόλα 350 τόνων, 35 ετών (ΘΥΕΛΛΑ, ΣΦΕΝΔΟΝΗ, ΝΙΚΗ και ΑΣΠΙΣ)
· 4 Τορπιλοβόλα, 240 τόνων, 26 περίπου ετών (ΠΡΟΥΣΑ, ΠΕΡΓΑΜΟΣ, ΚΥΖΙΚΟΣ και ΚΙΟΣ)
· 5 Τορπιλοβόλα 125 τόνων, 26 ετών (ΚΥΔΩΝΙΑΙ, ΑΙΓΛΗ, ΑΛΚΥΩΝΗ, ΑΡΕΘΟΥΣΑ και ΔΩΡΙΣ)
· 4 Ναρκαλιευτικά (ΑΛΙΑΚΜΩΝ, ΑΞΙΟΣ, ΝΕΣΤΟΣ και ΣΤΡΥΜΩΝ)
· 1 Πλωτό Συνεργείο, 20 ετών (ΗΦΑΙΣΤΟΣ)




ΠΟΣΟ  ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ  ΟΙ  ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ  ΧΩΡΕΣ
Για την κατάληψη της Γαλλίας ο Άξονας χρειάστηκε 45 ημέρες, παρά τη στρατιωτική βοήθεια που της εδόθη με την εκεί παρουσία ισχυρών Αγγλικών δυνάμεων, του Βελγίου 18 ημέρες, της Ολλανδίας 5 ημέρες, ενώ η Δανία υπέκυψε σε 12 ώρες και  η Αυστρία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Αλβανία προσχώρησαν ή παραδόθηκαν αμαχητί.
Το θαύμα της Ελλάδας κατά τον Β’ ΠΠ λοιπόν, δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας συγκυριακών συνθηκών. Και ήταν πραγματικό «θαύμα», όσο και αν (δυστυχώς) γίνεται προσπάθεια να υποτιμηθεί από (ανιστόρητους) «εβραιοαριστερίζοντες» συγχρόνους κύκλους στην Ελλάδα......
Η Μάχη της Ελλάδας 1940-41, για την απόκρουση των Ιταλικών αρχικά επιθέσεων, αργότερα δε και των Γερμανικών, διήρκεσε συνολικά 216 ημέρες, ήτοι 7 μήνες, μέχρι να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της καταλήψεως της πατρίδας. Αυτό το γεγονός προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη και αιτία πολλαπλού γενικευμένου θαυμασμού και εγκωμίων. Ήταν κάτι το μεγαλειώδες, το οποίο δικαίως θεωρήθηκε ως «ελληνικό θαύμα».


Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΤΑΞΑ ΤΟΥ  ΣΤΡΑΤΟΥ  ΞΗΡΑΣ
Σε πρώτη φάση, παραγγέλθηκαν στη Γερμανία αντιαεροπορικά και αντιαρματικά πυροβόλα, τα οποία αποπληρώθηκαν, όχι με χρήμα -που δεν υπήρχε- αλλά με αγροτικά προϊόντα.
 (ακριβώς η πρόταση του Β.Πούτιν προς τον Γ.Παπανδρέου το 2010 για την υλοποίηση της διακρατικής συμφωνίας και εξόφληση της αγοράς των 450 ΤΟΜA BMP-3HELπου θα άλλαζαν την ισορροπία υπέρ της Ελλάδος στο χερσαίο μέτωπο. Ούτε καν απαντήθηκε).
Από τη Γαλλία παραγγέλθηκαν οι περίφημοι όλμοι Stokes-Brand των 81 χιλ. ώστε κάθε σύνταγμα πεζικού και ιππικού να διαθέτει από 4 και κάθε ομάδα αναγνώρισης Σώματος Στρατού, από 2. Ο Παπάγος είχε ως στόχο τον εξοπλισμό κάθε τάγματος πεζικού με 4 όλμους.
Οι Γάλλοι όμως αρνήθηκαν να διαθέσουν επιπλέον σωλήνες. Όπως αρνήθηκαν να διαθέσουν και 100 οπισθογεμείς όλμους που χρειαζόταν ο Στρατός για τον εξοπλισμό των οχυρών. Αντί αυτών, πρότειναν να μας διαθέσουν παλαιούς όλμους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι είχαν μικρό βεληνεκές. Η πρότασή τους απορρίφθηκε από το ΓΕΣ.
Κοσμογονία συντελέστηκε στον τομέα του εφοδιασμού και των πυρομαχικών. Κατασκευάστηκαν – στην  Ελλάδα - χιλιάδες κράνη, ικανά να καλύψουν τις ανάγκες του συνόλου του Στρατού εκστρατείας.
Αγοράστηκαν κατευθυντήρες βολής πυροβολικού, σκοπευτικά για τα αυτόματα όπλα και επισκευάστηκαν όλα τα πυροβόλα. Τα παλαιότατα πυροβόλα των 64 χιλ. διατέθηκαν ανά δύο στα συντάγματα πεζικού και αποτέλεσαν μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη για τους Ιταλούς, καθώς επιτύγχαναν βεληνεκές διπλάσιο των ιταλικών όλμων – τα ιταλικά συντάγματα πεζικού δεν διέθεταν πυροβόλα συνοδείας πεζικού.
Λόγω της έλλειψης αντιαρματικών πυροβόλων και της απροθυμίας Βρετανών, Γάλλων και Γερμανών να μας παραχωρήσουν επιπλέον πυροβόλα, η ελληνική ηγεσία αποφάσισε τη μετατροπή δεκάδων παλαιών πεδινών, κυρίως, πυροβόλων των 75 χιλ. σε αντιαρματικά με την προσθήκη των καταλλήλων πυρομαχικών, τα οποία διασκευάστηκαν στην Εφορία Υλικού Πολέμου
Επίσης, δεκάδες χιλιάδες παλαιές οβίδες πυροβολικού, οι οποίες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, μετατράπηκαν σε νάρκες – ακόμα και οι οβίδες των 120 χιλ. των «αρχαίων» πυροβόλων Ντε Μπανζ του 1878 δεν πετάχτηκαν, αλλά 25.000 από αυτές μετατράπηκαν σε νάρκες.
Επίσης, ο Στρατός προμηθεύτηκε στολές –υπήρχαν μόνο 100.000 στις αποθήκες– κλινοσκεπάσματα, σκηνές, εξαρτύσεις, υδροδοχεία, και γενικά υλικό στρατοπεδίας. Ακόμα, έγινε προμήθεια χιλιάδων πτυοσκαπάνων, καθώς στις αποθήκες υπήρχαν μόλις 10.000 από αυτά.
Έγιναν επίσης προμήθειες τηλεπικοινωνιακού υλικού, τηλεφώνων, ασυρμάτων, τηλεφωνικού καλωδίου, ηλιογράφων και οπτικών τηλεγράφων, καθώς δεν υπήρχε τίποτα στις αποθήκες – είναι ζήτημα αν πριν το 1936 ο ΕΣ διέθετε περισσότερους από 10 ασυρμάτους σε κατάσταση λειτουργίας.
Επίσης, όλα τα πυρομαχικά πυροβολικού επιθεωρήθηκαν, και δημιουργήθηκαν αποθέματα. Συνολικά, το ελληνικό πυροβολικό διέθετε την 28η Οκτωβρίου 1940 περισσότερες από 1.350.000 οβίδες κάθε διαμετρήματος.
Το αυτό συνέβη και με τα πυρομαχικά του πεζικού. Όσον αφορά τα υλικά αρμοδιότητας Μηχανικού, ο ΕΣ δεν διέθετε παρά ελάχιστο συρματόπλεγμα και μια ημικατεστραμμένη συλλογή γεφυροσκευής, λάφυρο των Βαλκανικών Πολέμων.
Άμεσα έγινε προμήθεια τριών νέων γεφυροσκευών, ενώ επισκευάστηκε και η παλαιά. Επιπλέον, έγιναν προμήθειες κάθε είδους εργαλείων και υλικού οχύρωσης, που αποδείχτηκαν πολύτιμες, ιδίως στην πρώτη, την αμυντική φάση του πολέμου. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μεταξύ 1923 και 1935, οι αμυντικές δαπάνες ήταν ύψους τριών δισ. δραχμών, ενώ στο διάστημα 1936-40 διατέθηκαν περισσότερα από δεκαπέντε δισ. δραχμές.
Ο  Ελληνικός Στρατός διέθετε έτσι περισσότερα από 420.000 τυφέκια και αραβίδες –τα 300.000, σύγχρονα– περίπου 5.000 πολυβόλα, 12.200 οπλοπολυβόλα, 12.000 πιστόλια και περίστροφα, 325 όλμους των 81 χιλ., περισσότερα από 900 πυροβόλα κάθε διαμετρήματος, 188 αντιαεροπορικά πυροβόλα, 24 αντιαρματικά πυροβόλα.
Επίσης παραγγέλθηκαν -αλλά λόγω της έκρηξης του πολέμου δεν παραλήφθηκαν- 320 αντιαεροπορικά πυροβόλα, 36 αντιαρματικά πυροβόλα, 132 πεδινά και ορειβατικά πυροβόλα, 1.762 αντιαρματικά τυφέκια Boys των 14 χιλ., 800 πολυβόλα και 1.300 οπλοπολυβόλα. Επίσης παραγγέλθηκαν 14 ελαφρά άρματα μάχης, τα οποία και δεν παραλήφθηκαν ποτέ.
ΕΤΣΙ  Ο  ΜΕΤΑΞΑΣ  ΟΡΓΑΝΩΣΕ  ΕΝΑ   ΣΤΡΑΤΟ  ΞΗΡΑΣ ΑΠΟ:
139 τάγματα πεζικού, 48 ίλες ιππικού, 43 λόχοι διαβιβάσεως, 18 λόχοι σκαπανέων, 22 ανεξάρτητοι λόχοι πολυβόλων, 184 όλμοι 81 χιλιοστών, 88 πυροβόλα συνοδείας πεζικού, 320 ορεινά πυροβόλα, 84 πεδινά πυροβόλα, 131 μέσα πυροβόλα, 30 αντιαρματικά πυροβόλα. 
Αν προσθέσουμε και τις χιλιάδες των ανδρών της «Γραμμής Μεταξά», του στρατού που φύλαγε τα σύνορα από το Νέστο μέχρι τον Αξιό και τις Μονάδες των μετόπισθεν, η Ελλάδα παρέταξε αξιόμαχο στρατό άνω των 600.000 ανδρών που πολέμησαν επί επτά μήνες. 
Η Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1940 είχε:
Πυροβόλα 910 (διαφόρων διαμετρημάτων)
Αντιαεροπορικά πυροβόλα 301 (διαφόρων διαμετρημάτων)
Αντιαρματικά 48
Όλμοι 323
Πολυβόλα 4.852
Οπλοπολυβόλα 13.200
Τυφέκια 459.700


ΟΡΓΑΝΩΣΗ  ΤΗΣ  ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ  ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ  ΑΠΟ  ΤΟΝ ΜΕΤΑΞΑ
Εκεί ρίχτηκε το βάρος, με τον Μεταξά να πραγματοποιεί την πρώτη αγορά του αιώνα. Παραγγέλθηκαν 48 καταδιωκτικά – 12 Bloch 151 και  36 PZL 24. Από αυτά παραλήφθηκαν όλα τα PZL 24, αλλά μόνο 9 Bloch 151. Παραγγέλθηκαν 36 βομβαρδιστικά – 24 Blenheim και 12 Potez 63. Αντί αυτών, όμως, παραδόθηκαν 11 Potez 63, 12 Blenheim και 12 Fairy Battle, τα οποία παραχωρήθηκαν από τους Βρετανούς αντί των σαφώς ανώτερων Blenheim. Επίσης, αγοράστηκαν σύγχρονα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας Avro Anson και Do 22 και σύγχρονα για την εποχή εκπαιδευτικά.
Συνολικά, η μη υφιστάμενη προ του 1935 Αεροπορία, βρέθηκε το 1940 να παρατάσσει περί τα 140 αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 100 νέας τεχνολογίας. Παραγγέλθηκαν ακόμα περισσότερα σύγχρονα αεροσκάφη (αμερικανικά  Ρ-35), τα οποία δυστυχώς δεν παραδόθηκαν λόγω του πολέμου που άρχισε.
ΤΑ  ΟΧΥΡΑ
Κατασκευάστηκε η γραμμή έργων μονίμου οχυρωτικής στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (Γραμμή Μεταξά), η οποία είχε ως στόχο να καλύψει τη χώρα από βουλγαρική επίθεση. Η γραμμή αποτελούνταν από 21 περίκλειστα οχυρά και δεκάδες άλλα έργα οχυρωτικής πεδίου.
Τα μεγάλα οχυρά άντεχαν σε βολές πυροβόλων των 220 χιλ. Παράλληλα κατασκευάστηκαν εκατοντάδες σκυρόδετα πολυβολεία και περιπόλια (μικρά ενεργητικά σκέπαστρα με πολυβόλα και αντιαρματικά πυροβόλα), τόσο στην Γραμμή Μεταξά, όσο και στην Ανατολική Μακεδονία και στην Ήπειρο.
 Η «Γραμμή Μεταξά», που αναφέρεται σε όλα τα στρατιωτικά συγγράμματα του κόσμου, με τα 21 μόνιμα οχυρά και τα εκατοντάδες ημιμόνιμα, σε μήκος διακοσίων χιλιομέτρων από το Μπέλες μέχρι το Νέστο, δεν κατασκευάστηκαν σε μια νύχτα.
Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, ο Γερμανός υποστράτηγος Schneider (επικεφαλής Γερμανικής Επιτροπής μελέτης της οχύρωσης) θα περπατήσει επί έναν μήνα τη Γραμμή, θα γράψει ότι τα οχυρά αυτά είχαν επιτύχει το βέλτιστο σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ανάλογη οχυρωματική Γραμμή σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Χάρη στην προπαρασκευή αυτή, η Ελλάδα κατάφερε στον πόλεμο του 1940-41 να παρατάξει το μεγαλύτερο Στρατό Ξηράς  στην Ιστορία της από  την  αρχαιότητα– πάνω από 600.000 άνδρες.
Η ώρα του «ΟΧΙ»
Η μικρή Ελλάδα, στο μεταξύ, συνέχιζε τα ειρηνικά της έργα και προσπαθούσε να επιζήσει μέσα στον παγκόσμιο κατακλυσμό.   Η μικρή χώρα κοιμόταν ήσυχη.Λίγοι μόνο ξαγρυπνούσαν. Οι λίγοι που γνώριζαν. Εδώ και καιρό η Ιταλία είχε δείξει τις διαθέσεις της.
Οι προκλήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Η κορύφωση ήρθε στις 15 Αυγούστου του 1940, όταν οι Ιταλοί τορπίλισαν το ελληνικό πολεμικό «Έλλη», που απέδιδε τιμές στη Θεοτόκο στο λιμάνι της Τήνου.
Οι λίγοι αυτοί, με τους ώμους βαρείς από τις τεράστιες ευθύνες, γνώριζαν καλά πια ότι, παρά τις άοκνες προσπάθειές τους να κρατήσουν την Ελλάδα έξω από την ανθρωποσφαγή, ο πόλεμος θα έφτανε και στη μικρή ετούτη γωνιά της γης. Ήταν έτοιμοι. Περίμεναν απλώς την κίνηση του ισχυρού.
Ένα αυτοκίνητο κινούνταν με ταχύτητα στους άδειους δρόμους της Αθήνας. Γύρω στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου σταμάτησε έξω από την κατοικία του τότε πρωθυπουργού, γωνία Κεφαλληνίας και Δαγκλή, στην Κηφισιά. Ένας άνδρας κατέβηκε.
Πλησίασε τον χωροφύλακα σκοπό και του είπε ότι ο πρεσβευτής της Ιταλίας ζητούσε τον πρωθυπουργό. Ο σκοπός χτύπησε το ηλεκτρικό κουδούνι. Τα φώτα άναψαν. Μέσα στο σκοτάδι, μια γέρικη φιγούρα πλησίασε στο παράθυρο. Είδε τον Ιταλό πρέσβη, τον κόμη Γκράτσι. Η ώρα της ευθύνης είχε έρθει.
Από το αυτοκίνητο κατέβηκαν τρεις άνδρες. Ο ένας από αυτούς πέρασε το φυλάκιο και κατευθύνθηκε στο σπίτι.
Ο Μεταξάς, τυλιγμένος με ένα παλαιό πανωφόρι, τον υποδέχθηκε και τον οδήγησε σε ένα μικρό, ταπεινό δωμάτιο, με λιγοστά παλιά έπιπλα (καμία σχέση φυσικά με την χλιδή των σύγχρονων πρωθυπουργικών γραφείων, των πρωθυπουργών που πτώχευσαν την χώρα και οδήγησαν στην ατίμωση τους Έλληνες πολίτες).
Κάθισαν ο ένας αντικριστά στον άλλον, σαν αντίπαλοι. Ο Ιταλός άνοιξε το χαρτοφύλακά του και παρέδωσε ένα έγγραφο στα γέρικα χέρια του οικοδεσπότη του.
Μια ταπεινή μικρή φιγούρα, με ολοστρόγγυλα μυωπικά γυαλιά, τυλιγμένη σε ένα παλιό πανωφόρι, πήρε το έγγραφο. Άρχισε να διαβάζει. Με έκπληξη ο Ιταλός διαπίστωσε ότι ο απέναντί του γέροντας έτρεμε ελαφρά καθώς διάβαζε.
Διέκρινε επίσης ένα δάκρυ να κυλά, πίσω από τα μικρά του γυαλιά. Ο Μεταξάς, ο στρατηγός Μεταξάς, που τα γέρικα μάτια του τόσα είχαν δει, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του διαβάζοντας το χαρτί.
Ένα χαρτί που του ζητούσε να παραδώσει «στρατηγικά» σημεία του ελλαδικού χώρου στην Ιταλία. Μα ζητούσαν πραγματικά τα στρατηγικά σημεία οι Ιταλοί, ή μήπως ζητούσαν από τον γέρο στρατηγό να τους παραδώσει τα όσια και τα ιερά, για τα οποία σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε, στα οποία αφιέρωσε κάθε λεπτό του;
Του ζητούσαν να παραδώσει χιλιάδες χρόνια Ιστορίας, ενός τόπου που, όπως έγραψε ο αείμνηστος Άγγελος Βλάχος, «έμαθε όλο τον κόσμο να ζει και, αν χρειαστεί, θα τον μάθει πώς να πεθαίνει».
Οπως στους Ελληνες πρωθυπουργούς από το 2009 και μετά τους ζήτησαν να παραδώσουν την Ελλάδα, στις "μεραρχίες" των ξένων τοκοφλύφων και τα σμήνη των "γυπών" των αγορών, με την μόνη διαφορά ότι εκείνοι τα έδωσαν όλα: Γ.Παπανδρέου, Λ.Παπαδήμος, Αντώνης Σαμαράς,  Αλέξης  Τσίπρας. Οι ευρισκόμενοι στον αντίποδα του "ΟΧΙ" του Ιωάννη Μεταξά...
Ο Ι.Μεταξάς, όμως, δεν δίστασε ούτε λεπτό. Πώς ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο, πώς θα μπορούσε ένας Έλληνας, και μάλιστα ένας Έλληνας αξιωματικός, να προδώσει «της πατρίδος τα ιερά»; Δεν μπορούσε να συμβεί. Νομοτελειακά δεν μπορούσε να συμβεί.
Και ο Μεταξάς το γνώριζε. Εκείνο το βράδυ ο Μεταξάς εξέφραζε όλους τους Έλληνες που έζησαν στους αιώνες.
Τελείωσε την ανάγνωση, σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε κατάματα τον Γκράτσι, αναγκάζοντάς τον να σκύψει τα δικά του από ντροπή, και του είπε στα γαλλικά:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»!
Πολλά έχουν ειπωθεί τα τελευταία χρόνια, αμαυρώνοντας ακόμα και αυτήν τη δραματική στιγμή, αλλά και τη μνήμη ενός πραγματικά μεγάλου Έλληνα, του στρατηγού Ιωάννη Μεταξά. Σε πολλά, μάλλον στα περισσότερα, κρατικά και ιδιωτικά σχολεία δεν αναφέρθηκε στους εορτασμούς τους  ο μεγάλος Ελληνας Ιωάννης Μεταξάς.
Αυτός που όντας υπόλογος όντας στην ίδια την Ιστορία της Ελλάδας απέρριψε το ιταλικό τελεσίγραφο γιατί ο ίδιος πίστευε πως αυτό όφειλε να πράξει.
Η ατιμία δεν υπήρξε ποτέ ελληνική αρετή. Και ο Μεταξάς μπορούσε να καυχάται για την ελληνική του καταγωγή, από τα βυζαντινά τα χρόνια.
Εξάλλου, γνώριζε ήδη τις ιταλικές προθέσεις, πολύ πριν την επίσημη κήρυξη του πολέμου, και είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις του. Ο ίδιος ο τότε Ιταλός πρεσβευτής, στο βιβλίο του «Η Αρχή του Τέλους», αναφέρει ότι στο άκουσμα της λέξης πόλεμος από τον Μεταξά, του απάντησε ότι δεν πρόκειται για κήρυξη πολέμου και ότι η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει πως η ελληνική θα δεχθεί τους όρους της.
Ο Μεταξάς τότε ρώτησε ποια ήταν τα στρατηγικά σημεία που ζητούσαν να καταλάβουν οι Ιταλοί. Η ερώτησή του είχε σκοπό να ξεσκεπάσει τον ξεπεσμό των Ιταλών. Ο Γκράτσι απάντησε ότι δεν γνώριζε ποια ήταν τα σημεία αυτά! Ο Μεταξάς τότε απάντησε: «Εν τοιαύτη περιπτώσει, η διακοίνωση αυτή αποτελεί κήρυξη πολέμου της Ιταλίας στην Ελλάδα». «Όχι, εξοχότατε, είναι τελεσίγραφο», έσπευσε να απαντήσει ο Γκράτσι.
Ο Μεταξάς επέμεινε: «Είναι κήρυξη πολέμου», του είπε. «Αλλά θα παράσχετε βεβαίως τις διευκολύνσεις που ζητά η κυβέρνησή μου», ανταπάντησε ο Γκράτσι.
«ΟΧΙ. Δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει περί ελεύθερης διέλευσης»,απάντησε ο Μεταξάς.
Ο Ιταλός πρεσβευτής γράφει χαρακτηριστικά: «Εκείνη τη στιγμή μίσησα το επάγγελμά μου, το οποίο μου επέβαλε ένα τόσο θλιβερό και ταπεινωτικό καθήκον. Υποκλίθηκα με βαθύτατο σεβασμό στον υπερήφανο γέροντα, ο οποίος δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή να διαλέξει για την πατρίδα του την οδό της θυσίας, αντί της ατίμωσης, και αποχώρησα».
Ο Γκράτσι αποχώρησε με σκυμμένο κεφάλι. Αμέσως ο Μεταξάς πήρε τηλέφωνο και ειδοποίησε τον βασιλιά, τον αρχιστράτηγο και όλους όσους έπρεπε να ειδοποιηθούν. Συγκάλεσε το υπουργικό συμβούλιο. Μίλησε στον βασιλιά και στους υπουργούς για την επίσκεψη του Γκράτσι και κατέθεσε ενώπιον όλων τα ήδη έτοιμα από πριν διατάγματα, τα σχετικά με την επιστράτευση, τις επιτάξεις. Ζήτησε από τους υπουργούς να τα υπογράψουν, τονίζοντας ότι όποιος δεν συμφωνεί, είναι ελεύθερος να παραιτηθεί. «Κύριοι, με κατηγόρησαν για δύο πράγματα. Πρώτον πως είμαι γερμανόφιλος και, δεύτερον, πως δεν έχω φαντασία και συναίσθημα, όπως ο Βενιζέλος. Είναι αλήθεια πως ανατράφηκα στη Γερμανία και πως είχα πολλούς δεσμούς με αυτή τη χώρα. Αλλά όπως μισεί κανείς έναν φίλο που δεν στάθηκε στο ύψος της φιλίας του περισσότερο από έναν αδιάφορο άνθρωπο, έτσι μισώ τώρα τους Γερμανούς. Όσο για το άλλο, είμαι βέβαια Κεφαλλονίτης και το έχω φυσικό να τα βάζω κάτω τα πράγματα και να τα ζυγιάζω. Αλλά είναι στιγμές που, αφού τα ζυγιάσει κανείς και τα μετρήσει όλα, πρέπει να αφήσει την καρδιά του να υπαγορεύσει την τελειωτική απόφαση. Και η καρδιά μου μου λέγει πως δεν μπορώ να προδώσω μια Ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων», είπε. Αμέσως μετά έκανε τον σταυρό του και άρχισε να υπογράφει πρώτος. «Ο Θεός σώζει την Ελλάδα», είπε. Όλοι υπέγραψαν, επαναλαμβάνοντας τη φράση του. «Ο Θεός σώζει την Ελλάδα». Η ώρα πλησίαζε 06.00. Πάνω στα  βουνά, το κανόνι είχε ήδη βροντήξει. Ο πόλεμος είχε αρχίσει.

Ο Ελληνικός Στρατός και ο αντίπαλός 
του το 1940
Ο Ελληνικός Στρατός βρέθηκε την 28η Οκτωβρίου 1940 έτοιμος σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίσει την ιταλική εισβολή. Το γεγονός αυτό δεν επιδέχεται πλέον καμία αμφισβήτηση, παρά την προσπάθεια ορισμένων να αποδώσουν τη νίκη του ’40 στον «οπλισμένο με ξύλα και πέτρες ελληνικό λαό και όχι στο Στρατό του δικτάτορα Μεταξά», όπως γνωστός, τηλεοπτικός δημοσιογράφος ανέφερε πρόσφατα, λες και ο Ελληνικός Στρατός είναι ιδιοκτησία κανενός. Είναι γεγονός επίσης ότι, δυστυχώς, το εξοπλιστικό πρόγραμμα που είχε επεξεργαστεί ο πρωθυπουργός και υπουργός Πολέμου Μεταξάς και ο τότε αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Γιατί αν είχε ολοκληρωθεί, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως οι Ιταλοί «θα έκαναν το μπάνιο τους» στην Αδριατική, πριν προλάβουν οι σύμμαχοί τους να τους σώσουν. Ωστόσο, αξιοποιώντας το υπάρχον παλαιό υλικό στο έπακρο καθώς και το λιγοστό που πρόλαβε να παραληφθεί έως την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Παπάγος μετέτρεψε τον ουσιαστικά μη υφιστάμενο, προ του 1936, Ελληνικό Στρατό σε μια ικανοποιητικά λειτουργούσα πολεμική μηχανή. Έτσι, όλες οι μεραρχίες πεζικού εφοδιάστηκαν με 16 ορειβατικά πυροβόλα των 75 χιλ. και με 8 ορειβατικά πυροβόλα των 105 χιλ. Αναδιοργανώθηκε το πυροβολικό των Σωμάτων και της Στρατιάς και συγκροτήθηκαν έξι συντάγματα βαρέος πυροβολικού, δύο συντάγματα ορειβατικού πυροβολικού και έξι συντάγματα πεδινού πυροβολικού.
Τα ελληνικά συντάγματα πεζικού διέθεταν το καθένα από τρία τάγματα πεζικού, ουλαμό έφιππων ανιχνευτών και λόχο βαρέων όπλων (λόχο μηχανημάτων, σύμφωνα με την ορολογία της εποχής). Ο οπλισμός του, πέραν των ατομικών τυφεκίων, αποτελούνταν από δύο πυροβόλα των 65 χιλ. (μέγιστο βεληνεκές 6.500 μ.), 4 όλμους των 81 χιλ. (μέγιστο βεληνεκές 2.800 μ.), 36 πολυβόλα, 108 οπλοπολυβόλα, 108 βομβιδοβόλα τυφέκια Λεμπέλ (τρομπλόν), τα οποία εκτόξευαν βομβίδα βάρους 445 γραμμαρίων σε απόσταση μέχρι 200 μ. περίπου. Αντίστοιχα, τα ιταλικά συντάγματα πεζικού διέθεταν 3 τάγματα πεζικού και λόχο βαρέων όπλων. Ο δε ομαδικός τους οπλισμός σύγκειτο από 6 όλμους των 81 χιλ. όμοιους με τους ελληνικούς, 54 ολμίσκους Brixia των 45 χιλ., με βάρος βλήματος 453 γραμμαρίων και βεληνεκές 250 μ., 24 πολυβόλα και 108 οπλοπολυβόλα. Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι τα ελληνικά συντάγματα ήταν αρκετά καλά οπλισμένα και ικανά τουλάχιστον να αντιπαραταχθούν στα αντίστοιχα ιταλικά. Ο ίδιος ο Πράσκα αναφέρει στο βιβλίο του «Εγώ επιτέθηκα στην Ελλάδα» ότι: «Τα τμήματά μας του πεζικού διέθεταν μέσα πυρός όχι κατά πολύ ανώτερα των ελληνικών».
Σε επίπεδο μεραρχίας και πάνω ήταν που η κατάσταση διαφοροποιούνταν υπέρ των Ιταλών, οι οποίοι διέθεταν, ανά μεραρχία πεζικού, ένα σύνταγμα πυροβολικού των 36 πυροβόλων, έναντι 24 της ελληνικής μεραρχίας, οι οποίες όμως διέθεταν και 6 πυροβόλα των 65 χιλ. Οι ιταλικές μεραρχίες ήταν δυαδικού τύπου, διαθέτοντας η καθεμία 2 συντάγματα πεζικού, 1 σύνταγμα πυροβολικού, ένα μεραρχιακό τάγμα όλμων των 81 χιλ. (48 σωλήνες), μεραρχιακή ομάδα αναγνώρισης ιππικού, μεραρχιακή αντιαρματική πυροβολαρχία (8 πυροβόλα των 47 χιλ.), μεραρχιακή αντιαεροπορική πυροβολαρχία (8 πυροβόλα των 20 χιλ.) και υπηρεσίες. Συνήθως κάθε ιταλική μεραρχία πεζικού ενισχυόταν και από μια «λεγεώνα» (το αντίστοιχο του συντάγματος) Μελανοχιτώνων, των 2 ή 3 «κοόρτεων» (τάγματα).
Οι ιταλικές μεραρχίες ιππικού, μία εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκε στην Αλβανία, ήταν εν μέρει μηχανοκίνητες. Η ακριβής ονομασία τους ήταν Μεραρχίες Τσέλερε (ταχυκίνητες). Είχαν δημιουργηθεί στα πρότυπα των γαλλικών αντιστοίχων μεραρχιών και διέθεταν 2-4 συντάγματα ιππικού, σύνταγμα πυροβολικού, επιλαρχία ελαφρών αρμάτων (64 περίπου αρματίδια), ένα μεταφερόμενο επ’ αυτοκινήτων σύνταγμα Βερσαλλιέρων ή Γρεναδιέρων (επίλεκτο πεζικό), μηχανοκίνητη ομάδα αναγνώρισης, εφοδιασμένη με ίλη θωρακισμένων αυτοκινήτων, λόχο μοτοσικλετιστών και αντιαρματικά στοιχεία. Οι ιταλικές τεθωρακισμένες μεραρχίες, εκ των οποίων η 131η «Κένταυρος» έδρασε στην Αλβανία, διέθεταν ένα σύνταγμα αρμάτων, των 3 επιλαρχιών (160 άρματα), ένα μεταφερόμενο επ’ αυτοκινήτων σύνταγμα Βερσαλλιέρων, σύνταγμα πυροβολικού, μηχανοκίνητη ομάδα αναγνώρισης. Οι μεραρχίες Αλπινιστών, τέλος, ήταν οργανωμένες περίπου όπως και οι αντίστοιχες μεραρχίες πεζικού, μόνο που όλα τα Όπλα υποστήριξης ήταν οργανικά ενταγμένα στα συντάγματα πεζικού, κατά το γερμανικό πρότυπο. Διέθεταν επίσης σύνταγμα ορειβατικού πυροβολικού.
Σε μεραρχιακό επίπεδο, ο Ελληνικός Στρατός παρέταξε τρεις τύπους μεραρχιών στον πόλεμο του 1940-41. Οι μεραρχίες πεζικού διέθεταν η καθεμία 3 συντάγματα πεζικού, ένα σύνταγμα πυροβολικού, μεραρχιακή ομάδα αναγνώρισης με 2 ίλες ιππικού (περίπου 400 ιππείς με 4 πολυβόλα, 12 οπλοπολυβόλα και 18 βομβιδοβόλα), ένα λόχο σκαπανέων, 2 λόχους διαβιβάσεων και υπηρεσίες. Με συνολική δύναμη περί τους 14.000 άνδρες, οι ελληνικές μεραρχίες πεζικού ήταν όλες τους ορεινής σύνθεσης. Η Μεραρχία Ιππικού διέθετε 2 συντάγματα ιππικού (το καθένα με 4 ίλες, 12 πολυβόλα, 4 όλμους των 81 χιλ., 48 οπλοπολυβόλα και τα ανάλογα βομβιδοβόλα), μοίρα έφιππου πυροβολικού (12 πυροβόλα), έφιππη μοίρα πολυβόλων (36 πολυβόλα), ίλη μηχανικού, ίλη διαβιβάσεων και την Ταξιαρχία Ιππικού. Η τελευταία έδρασε ως ανεξάρτητος σχηματισμός με την εξής σύνθεση: Ένα σύνταγμα ιππικού (όπως ανωτέρω), Μηχανοκίνητο Σύνταγμα Ιππικού (όπως ανωτέρω, επ’ αυτοκινήτων), Ελαφρά Μηχανοκίνητη Ίλη Αναγνώρισης (επ’ αυτοκινήτων). Κάθε σύνταγμα ιππικού είχε δύναμη περίπου 1.000-1.100 ανδρών, ανάλογη δηλαδή ενός πλήρους συνθέσεως τάγματος πεζικού, εκτός του μηχανοκίνητου, που είχε δύναμη 800 περίπου ανδρών. Το 1941 συγκροτήθηκε και η ΧΙΧ Μηχανοκίνητη Μεραρχία, η οποία διέθετε 3 συντάγματα (το καθένα με ένα τάγμα πεζικού μεταφερόμενο επ’ αυτοκινήτων, 9 ιταλικά ελαφρά άρματα και περίπου 25 βρετανικά ελαφρά τεθωρακισμένα οχήματα Μπρεν Κάριερ), μοίρα πυροβολικού, αντιαρματικά και αντιαεροπορικά στοιχεία. Η ΧΙΧ Μεραρχία δεν έδρασε κατά των Ιταλών.
Σε επίπεδο Σώματος Στρατού, τα ελληνικά Α’, Β’, Γ’  και Δ’ Σώματα Στρατού διέθεταν, πέραν των μεραρχιών πεζικού -ο αριθμός των οποίων ανά σώμα δεν ήταν σταθερός- οργανικά, από ένα σύνταγμα βαρέος πυροβολικού (28 πυροβόλα), ένα σύνταγμα πεδινού πυροβολικού (36 πυροβόλα), ένα σύνταγμα αντιαεροπορικού πυροβολικού, αντιαρματική πολυβολαρχία (8 πολυβόλα των 13,2 χιλ.), λόχο γεφυροποιών κ.λπ. Το Ε’ Σώμα Στρατού διέθετε μοίρα βαρέος, μοίρα πεδινού και μοίρα αντιαεροπορικού πυροβολικού. Το Δ’ Σώμα Στρατού διέθετε επιπλέον ένα σύνταγμα ορειβατικού πυροβολικού. Όλα τα σώματα διέθεταν και ομάδα αναγνώρισης ιππικού (2 ίλες, 12 πολυβόλα, 2 όλμοι των 81 χιλ. ανά ομάδα).

Οι ηθικές δυνάμεις
Λέγεται συχνά, εντελώς λανθασμένα, ότι οι Ιταλοί ήταν δειλοί, ότι τρέπονταν σε φυγή έναντι των Ελλήνων, ότι δεν ήθελαν να πολεμήσουν, ακόμα και ότι επίτηδες έχασαν για να φέρουν τους Γερμανούς στα Βαλκάνια! Φυσικά, όλα τα παραπάνω δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, εκτός και αν δεχθούμε ότι οι 15.000 Έλληνες που έπεσαν στην Αλβανία σκοτώθηκαν μόνοι τους. Οι Ιταλοί ούτε δειλοί ήταν ούτε το έβαζαν στα πόδια όταν άκουγαν την ιαχή «Αέρα». Πολέμησαν, και μάλιστα φανατικά, σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα τα επίλεκτα τμήματα Αλπινιστών και Βερσαλλιέρων. Η εξήγηση για την ιταλική ήττα δεν έχει να κάνει με το θάρρος των Ιταλών στρατιωτών, αλλά με την ευφυΐα της ηγεσίας του και την εν γένει θεώρηση του κατά της Ελλάδας πολέμου από τη ιταλική ηγεσία, με το επίπεδο εκπαίδευσης του Ιταλικού Στρατού και, το κυριότερο, με την ηθική προπαρασκευή του Στρατού αυτού, ενόψει της εισβολής στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τους  Μουσολίνι, Τσιάνο, Γκάιντα, Ντε Βέκι, Πράσκα, Σοντού, η Ελλάδα θα ήταν εύκολη λεία. Οι Έλληνες πίστευαν, δεν θα πολεμούσαν, γιατί ήταν διχασμένοι πολιτικά και ανοργάνωτοι στρατιωτικά. Την άποψή τους δε αυτή φρόντισαν να την «περάσουν» και σε όλα τα κλιμάκια του στρατεύματος. Δυστυχώς γι’ αυτούς, τίποτα από τα δύο δεν συνέβαινε. Οι Έλληνες μόνο διχασμένοι δεν υποδέχθηκαν τους Ιταλούς και κάθε άλλο παρά ανοργάνωτοι στρατιωτικά ήταν. Το εθνικό φρόνημα είχε καλλιεργηθεί σε λαό και στρατό.
Η κυβέρνηση Μεταξά είχε εγκαταστήσει ένα εξαίρετο δίκτυο πληροφοριών,στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να γνωρίζει πολλά. Για παράδειγμα, οι ελληνικές υπηρεσίες γνώριζαν ότι επίκειται η κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, πριν καν οι Βρετανοί και οι Γάλλοι το υποψιαστούν! Πληροφόρησε μάλιστα και τους Βρετανούς, οι οποίοι δεν γνώριζαν το παραμικρό και πληροφορήθηκαν το γεγονός καθαυτό την επομένη της πραγματοποιήσεώς του ημέρα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι τις πρώτες τρεις ώρες από την κήρυξη του πολέμου, εκατοντάδες πράκτορες των Ιταλών που δρούσαν στην Ελλάδα, συνελήφθησαν αθόρυβα.
Επίσης, η πολιτική χαμηλών τόνων που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση απέναντι στις εκατοντάδες ιταλικές προκλήσεις, αποκοίμισε τους Ιταλούς, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι δεν θα αντιμετωπίσουν αντίσταση. Έτσι, οι Ιταλοί αποτόλμησαν την επίθεση με δυνάμεις σαφώς ανεπαρκέστερες αυτών που θα μπορούσαν να διαθέσουν (9 μόλις μεραρχίες σε ολόκληρη την Αλβανία). Από δε τις δυνάμεις αυτές, περίπου τις μισές (4 μεραρχίες) τις ανέπτυξαν αμυντικά, στη Δυτική Μακεδονία και στα γιουγκοσλαβικά σύνορα.
Η ιταλική στρατιωτική ηγεσία πίστευε ότι θα μπορούσε να εφαρμόσει και εναντίον της Ελλάδας τα γερμανικά διδάγματα περί κεραυνοβόλου πολέμου. Στη θεώρησή της αυτή όμως παρέλειψε να μελετήσει τρεις σημαντικούς παράγοντες.
Πρώτον, το ορεινό του ελληνικού εδάφους, ειδικά στον τομέα της Ηπείρου.Δεύτερον, τις ελληνικές προετοιμασίες και την άριστη οργάνωση του εδάφους από τις ελληνικές δυνάμεις της πρώτης γραμμής.
Τρίτον, τέλος, το ηθικό του Ελληνικού Στρατού, που ήταν άριστο, όχι μόνο γιατί πολεμούσε για το δίκαιο, αλλά και γιατί ο Ελληνικός Στρατός της εποχής ήταν πραγματικά άριστα εκπαιδευμένος, διαθέτοντας εξαίρετους και -το κυριότερο- εμπειροπόλεμους αξιωματικούς (τώρα το πλεονέκτημα αυτό το διαθέτει δυστυχώς μόνο ο τουρκικός Στρατός με την 30ετή εμπλοκή του στον ανταρτοπόλεμο του Κουρδιστάν)..
Σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί από το βαθμό του αντισυνταγματάρχη και πάνω ήταν βετεράνοι τουλάχιστον ενός πολέμου, αρκετοί δε ανώτατοι αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μέχρι και 5 πολέμων, όπως για παράδειγμα ο διοικητής της VIII Μεραρχίας, ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος (Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ουκρανική Εκστρατεία, Μικρασιατική Εκστρατεία).
Σε αντιστάθμισμα αυτού, μερικοί Ιταλοί στρατιωτικοί είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, χωρίς να διακριθούν ιδιαίτερα, και στην Αιθιοπία, όπου χρειάστηκαν μέχρι χημικά αέρια για να συντρίψουν τους άτακτους Αφρικανούς αντιπάλους τους.
Το γεγονός αυτό, της καταλυτικής υπεροχής των Ελλήνων έναντι των αντιπάλων τους αξιωματικών, δυστυχώς παραβλέπεται από τους περισσότερους –οπαδούς συγκεκριμένων πολιτικών θεωριών–  σύγχρονους ιστορικούς.
Κι όμως, ήταν σαφώς ένας από τους κύριους παράγοντες της ελληνικής νίκης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο Ελληνικός Στρατός παρουσίασε μεταξύ των εμπολέμων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σχεδόν την υψηλότερη αναλογία νεκρών αξιωματικών.
Οι Έλληνες αξιωματικοί της εποχής δεν περιορίζονταν στο να διοικούν τα τμήματά τους, εκ του ασφαλούς, όπως έπρατταν οι Ιταλοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Από ανθυπολοχαγό μέχρι στρατηγό βρίσκονταν κοντά στους άνδρες τους, συμμερίζονταν τις κακουχίες τους και, σε πολλές περιπτώσεις, πέθαιναν μαζί τους.
Ο Έλληνας στρατιώτης του ’40 επίσης υπερείχε του αντιπάλου του, σε εκπαίδευση, και κατά συνέπεια σε ηθικό. Ο Ιταλός στρατηγός Πράσκα, έκπληκτος από την αποτελεσματικότητα των ελληνικών όλμων, εξέφρασε την άποψη ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ειδικά πυρομαχικά. Φυσικά, κανένα ειδικό πυρομαχικό δεν χρησιμοποιήθηκε.
Απλώς οι άνδρες είχαν υποστεί τόσο εντατική εκπαίδευση, που χρησιμοποιούσαν τον οπλισμό τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για τους Έλληνες πυροβολητές, που με την ευστοχία τους τρόμαξαν ακόμα και τους Γερμανούς βετεράνους το 1941 στο Ρούπελ.
Ο Ελληνικός Στρατός, φτωχός, όπως και η πατρίδα του, δεν είχε κανένα περιθώριο σπατάλης.
Η κάθε σφαίρα, η κάθε οβίδα έπρεπε να «πιάνει τόπο». Και αυτό μόνο με την εκπαίδευση επιτυγχάνεται.
Επίσης, η σκληρή εκπαίδευση (καμία σχέση με τον "παιδικό σταθμό" στα περισσότερα τάγματα προκαλύψεων του σήμερα) είναι καταλυτικός παράγοντας ανάπτυξης υψηλού ηθικού, εφόσον ο καλά εκπαιδευμένος στρατιώτης γνωρίζει τις δυνατότητές του και έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Πέραν αυτών, ο Έλληνας στρατιώτης, διαχρονικά στα 12.000 χρόνια της Ιστορίας του υπήρξε πείσμων στην άμυνα (όταν δεν πανικοβαλλόταν, όπως συνέβη το 1922 στην Μικρά Ασία και στην κατάρρευση του αλβανικού μετώπου τον Απρίλιο του 1941), αλλά στην επίθεση ήταν ακόμα καλύτερος, διαθέτοντας κάτι παραπάνω από θάρρος, ένα ακατανόητο αίσθημα αυτοθυσίας και φιλοτιμίας.
Αυτές ακριβώς τις αρετές του Έλληνα στρατιώτη, τις οποίες γνώριζαν καλά χάρη στην εμπειρία τους, ανέπτυξαν και αξιοποίησαν στο έπακρο οι διοικήσεις, με αποτέλεσμα να επιτύχουν όσα πέτυχαν. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία αιφνιδίασαν τους Ιταλούς, ηγεσία και στράτευμα.
Αντί να δουν τους αντιπάλους τους να τρέπονται σε άτακτη φυγή ενώπιον των αρμάτων τους, του όγκου του πυροβολικού τους και των εκατοντάδων αεροσκαφών τους, αντίκρισαν έναν αντίπαλο που εφορμούσε και σταματούσε τα άρματα με κουβέρτες, που αγνοούσε τα πυρά και πυροβολούσε τα αεροσκάφη, ακόμα και με τα τυφέκιά του.
Ο αιφνιδιασμός των Ιταλών κορυφώθηκε δε όταν, σύμφωνα με την περιγραφή Ιταλού αξιωματικού, «είδα αυτούς τους δαίμονες να ορμούν ουρλιάζοντας, με εφ’ όπλου λόγχη»!
Οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ελλάδα σίγουροι για την επιτυχία τους, εφόσον – όπως έγραφαν οι εφημερίδες τους– «ο πόλεμος δεν γινόταν πλέον με δόρατα και σπαθιά, αλλά με άρματα και βαρύ πυροβολικό».
Οι Έλληνες όμως τους απέδειξαν ότι η νέα έκδοση του δόρατος, η ξιφολόγχη, αλλά και η σπάθη του ιππικού, δεν είχαν χάσει καθόλου, μα καθόλου, την αξία τους.
Παρ’ όλα αυτά, οι Ιταλοί υπερείχαν πράγματι σε αριθμό και υλικό των Ελλήνων, τόσο στην πρώτη φάση της εισβολής, όσο και αργότερα. Το Μάρτιο του 1941, μάλιστα, συνολικά 25 ιταλικές μεραρχίες κάθε τύπου πολεμούσαν στην Αλβανία, έναντι 16 καταπονημένων ελληνικών και πάλι δεν τα κατάφεραν.
Η ιταλική υπεροχή έγκειτο κυρίως στο γεγονός ότι διέθεταν πολύ μεγάλο αριθμό βαρέων πυροβόλων, με βεληνεκές συντριπτικά ανώτερο των ελληνικών, στο ότι διέθεταν άρματα μάχης, έναντι ενός Στρατού που δεν διέθετε κανένα, και στο γεγονός της καθολικής αεροπορικής τους υπεροχής.
Είναι αλήθεια ότι τα ιταλικά άρματα ήταν κυρίως τανκέτες του τύπου CV-33 (αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και μερικά Μ 11/39 και Μ 13/40), ελαφρά θωρακισμένα και οπλισμένα με 2 πολυβόλα των 8 χιλ.
Ωστόσο, παρέμεναν ένα πολύ ισχυρό όπλο απέναντι στους Έλληνες, οι οποίοι, όχι μόνο έβλεπαν άρμα για πρώτη φορά, αλλά δεν διέθεταν καν αντιαρματικά όπλα – τα 24 αντιαρματικά πυροβόλα του Ελληνικού Στρατού είχαν διατεθεί στα οχυρά Ρούπελ.
Οι Ιταλοί πάντως δεν κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν κανένα από τα πλεονεκτήματά τους, χάρη στην καίρια αντίδραση της ελληνικής διοίκησης. Όλα τα αρματικά (βατά σε άρματα) εδάφη υπονομεύτηκαν ή αποφράχθηκαν με τάφρους και φράγματα.
Ανοίχθηκαν πολλαπλές σειρές χαρακωμάτων, εκ των οποίων μόνο μία επανδρώθηκε. Έτσι, το ιταλικό πυροβολικό και η Αεροπορία υποχρεούνταν να διασπείρουν τα πυρά τους, προκαλώντας ελάχιστες απώλειες στους Έλληνες. Με τον τρόπο αυτό, τα συντριπτικά πλεονεκτήματα του εχθρού εξουδετερώθηκαν, στο μέτρο του δυνατού, σε  βαθμό που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις της ιταλικής στρατιωτικής ηγεσίας.
Ο Πράσκα επιρρίπτει ευθύνες στην Ιταλική Αεροπορία για την, τάχα. μη επέμβασή της στη μάχη, τη στιγμή που μέχρι 100 ιταλικά βομβαρδιστικά σφυροκοπούσαν τις ελληνικές θέσεις στο Καλπάκι, μαζί με 120 ιταλικά πυροβόλα.
Το σφυροκόπημα όμως αυτό τίποτε δεν πέτυχε, χάρη στα εξαιρετικά ελληνικά αντίμετρα. Άλλες αναφορές Ιταλών διοικητών από την Αλβανία, θέλοντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, τολμούν να μιλούν ακόμα και για την υπεροχή των «σύγχρονων ελληνικών πυροβόλων, βρετανικής κατασκευής, μεγάλου βεληνεκούς και υψηλής ταχυβολίας»!
Φυσικά, ο Ελληνικός Στρατός δεν διέθετε ούτε ΕΝΑ σύγχρονο πυροβόλο –τα πιο σύγχρονα που διέθετε ήταν του 1927 και τα παλαιότερα του 1878– βρετανικής ειδικά κατασκευής, και κανένα από αυτά δεν επιτύγχανε βεληνεκές μεγαλύτερο των 11 χλμ.
Η τεράστια προσπάθεια επανεξοπλισμού που είχε ξεκινήσει ο μεγάλος Ελληνες Ι.Μεταξάς μετά την μονομερή διαγραφή του ελληνικού χρέους το 1936 (άλλη μία μεγάλη υπηρεσία του μεγαλύτερου  Ελληνα του 20ού αιώνα προς την πατρίδα) δεν έφτασε μέχρι την απόκτηση σύγχρονου πυροβολικού, αφού ο ίδιος γνωρίζοντας άριστα τα των αναγκών του Ελληνικού Στρατού όντας ο "εγκέφαλος" του Γενικού Επιτελείου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '10, ήξερε ότι προηγείτο σε αναγκαιότητα ο ατομικός εξοπλισμός των στρατιωτών και των διμοιριών, των λόχων και των ταγμάτων με πολυβόλα, χειροβομβίδες, και αφθονία πυρομαχικών.
Ειδικά για το πυροβολικό έδωσε βάση στην αγορά μεγάλων ποσοτήτων πυρομαχικών...
Ειδικά τα ορειβατικά πυροβόλα των 75 και 105 χιλ., με τα οποία ήταν εφοδιασμένες οι μεραρχίες πεζικού, επιτύγχαναν βεληνεκές 9.000 και 7.850 μ. αντίστοιχα. Αντί των «βρετανικών σύγχρονων πυροβόλων», που διατείνονταν οι Ιταλοί ότι διέθετε, ο Ελληνικός Στρατός βασιζόταν σε ένα άλλο μυστικό όπλο: Στους  άριστα εκπαιδευμένους πυροβολητές.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο  ΑΝΔΡΕΙΟΣ  ΓΕΡΟΝΤΑΣ  ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

Η ώρα του «ΟΧΙ»

Ένα αυτοκίνητο κινούνταν με ταχύτητα στους άδειους δρόμους της Αθήνας. Γύρω στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου σταμάτησε έξω από την κατοικία του τότε πρωθυπουργού, γωνία Κεφαλληνίας και Δαγκλή, στην Κηφισιά. Ένας άνδρας κατέβηκε.
Ο Ιταλός άνοιξε το χαρτοφύλακά του και παρέδωσε ένα έγγραφο στα γέρικα χέρια του οικοδεσπότη του σπιτιού.
Ο  γέροντας έτρεμε ελαφρά καθώς διάβαζε.
Ένα δάκρυ κυλά, πίσω από τα μικρά του γυαλιά. Ο Μεταξάς, ο στρατηγός Μεταξάς, που τα γέρικα μάτια του τόσα είχαν δει, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του διαβάζοντας το χαρτί.
Του ζητούσαν να παραδώσει χιλιάδες χρόνια Ιστορίας,  του  ζητούσαν να τους παραδώσει τα όσια και τα ιερά, για τα οποία σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε.  
Τελείωσε την ανάγνωση, σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε κατάματα τον Γκράτσι, αναγκάζοντάς τον να σκύψει τα δικά του από ντροπή, και του είπε στα γαλλικά: «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»!
«ΟΧΙ. Δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει περί ελευθέρας διελεύσεως».
Ο Γκράτσι αποχώρησε με σκυμμένο κεφάλι.
Ο Ιταλός πρεσβευτής έγραψε  αργότερα: «Εκείνη τη στιγμή μίσησα το επάγγελμά μου, το οποίο μου επέβαλε ένα τόσο θλιβερό και ταπεινωτικό καθήκον. Υποκλίθηκα με βαθύτατο σεβασμό στον υπερήφανο γέροντα, ο οποίος δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή να διαλέξει για την πατρίδα του την οδό της θυσίας, αντί της ατίμωσης, και αποχώρησα».
28-10-1940
Συνεδρίαση  του  Υπουργικού  Συμβουλίου  μέσα  στην  νύχτα.  Ομιλεί ο  γέροντας  πρωθυπουργός  Μεταξάς: 
«Η  καρδιά μου, μου λέγει, πως δεν μπορώ να προδώσω μια Ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων».
Η ώρα πλησίαζε 06.00. Πάνω στα  βουνά, το κανόνι είχε ήδη βροντήξει. Ο πόλεμος είχε αρχίσει.-

ΑΘΑΝΑΤΟΣ


                                ΤΕΛΟΣ  



Σε αυτήν την ζωή δεν ειμπορεί να είμαι τίποτε άλλο παρά Έλληνας. Και δεν εννοώ πολίτης και υπήκοος του ελληνικού κράτους, αλλά Έλληνας στο αίσθημα και στην ψυχή, ένα άτομο μέσα στην ατελείωτη σειρά του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος της ράτσας μου. Αλλά άτομο αναπόσπαστο.

Ιωάννης Μεταξάς
Σημειώσεις από το Τετράδιον Σκέψεων



ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ




 Διαβάστε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...