Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Μικρά Ασία : Κύμη Αιολίδος

Η Κύμη θεωρείται από τις πρώτες ελληνικές αποικίες στη Μικρά Ασία. Ιδρύθηκε από Αιολείς που μετοίκησαν στη Μικρά Ασία από το όρος Φρίκιον στη Λοκρίδα, με επικεφαλής τους απογόνους του Αγαμέμνονα και του Ορέστη, το Βόρο και το Μάλαο. Οι Αιολείς συνάντησαν στη νέα πατρίδα τους Πελασγούς από τη γειτονική Λάρισα, τους οποίους αφομοίωσαν. Ο Έφορος, ιστορικός συγγραφέας από την Κύμη, αναφέρει ότι η πόλη ιδρύθηκε από τις Αμαζόνες. Αμαζόνιον είναι η εναλλακτική ονομασία της σε ένα απόσπασμα του Εκαταίου, που το διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος. Οι περισσότερες πηγές τοποθετούν την αιολική μετανάστευση πριν από την ιωνική, ενώ η Κύμη αναφέρεται διεξοδικά σε μια σειρά από επεισόδια που σχετίζονται με την αντίδραση των Αιολέων στην εγκατάσταση των Ιώνων:
Ο Νικόλαος της Δαμασκού αναφέρει ότι ο βασιλιάς της Κύμης προσπάθησε να εμποδίσει την ίδρυση της Φώκαιας από τους Ίωνες. Το Χρονικό του Ευσεβίου τοποθετεί την ίδρυση της πόλης στα 1050 π.Χ. Ελάχιστα προϊστορικά όστρακα έχουν έλθει στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, ανεπαρκείς μάρτυρες της προελληνικής φάσης κατοίκησης.
O Στράβωνας αναφέρει ότι για 300 χρόνια οι κάτοικοι της πόλης δε ζητούσαν δασμούς από τα πλοία που επισκέπτονταν το λιμάνι τους. Η παράλογη αυτή ιστορία έχει ερμηνευθεί ως ένδειξη του καθαρά αγροτικού χαρακτήρα της Κύμης, αλλά και των περισσότερων αιολικών πόλεων, που δε βρίσκονται συνήθως στην παραλία. Η αγροτική φύση της εγκατάστασης τονίζεται βέβαια και από τον Ησίοδο, ο πατέρας του οποίου εγκατέλειψε την αιολική πόλη και μετανάστευσε στην Άσκρα της Βοιωτίας.
Η ναυτική δραστηριότητα των Κυμαίων πάντως ήταν ιδιαίτερα έντονη: ο Στράβωνας θεωρεί το λιμάνι της ένα από τα σημαντικότερα στο Αιγαίο, εκτίμηση που επιβεβαιώνεται και από την έρευνα. Λέγεται ότι η Κύμη μαζί με τη Λέσβο ίδρυσαν 30 πόλεις. Μία από αυτές ήταν η Σίδη της Παμφυλίας, αλλά λέγεται ότι μόλις οι κάτοικοι αποβιβάστηκαν στην ακτή άρχισαν κατά μαγικό τρόπο να μιλούν βαρβαρικά. Και η Σμύρνη όμως θεωρείται αποικία της Κύμης, σύμφωνα με μία τουλάχιστον εκδοχή της λογοτεχνικής παράδοσης: μάλιστα οικιστής αναφέρεται ο Θησεύς, απόγονος του Αδμήτου από τη Θεσσαλία. Στις κτήσεις της Κύμης περιλαμβάνονται επίσης η Κεβρήνη στην Τρωάδα και η Αίνος στη Θράκη, που είχε αρχικά αποικιστεί από Αλωπεκοννήσιους και ενισχύθηκε με αποίκους από την Κύμη και τη Μυτιλήνη. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η παράδοση που αφορά την ίδρυση της Κύμης στην Καμπανία (περ. 750 π.Χ.) αναφέρει την Κύμη της Αιολίδας ως μία από τις πόλεις που συμμετείχαν. Η πλειονότητα των μελετητών αποδέχεται ως πραγματική μητρόπολη την Κύμη της Εύβοιας, μαζί με τις άλλες ευβοϊκές πόλεις που αναφέρονται, την Ερέτρια και τη Χαλκίδα, αλλά υπάρχουν και οι αντίθετες απόψεις, που αποδέχονται την παράδοση ως αυθεντική.
 Την περίοδο εκείνη ξεκινούν και οι εισαγωγές γεωμετρικής κεραμικής από τον ελλαδικό χώρο, γεγονός που μαρτυρά εμπορικές επαφές με τη μητρόπολη.
Στα τέλη του 8ου αιώνα οι πηγές αναφέρουν ότι ο βασιλιάς της Κύμης Αγαμέμνονας πάντρεψε την κόρη του με το βασιλιά της Φρυγίας Μίδα. Η χρήση του ονόματος του Αγαμέμνονα δείχνει ότι οι Κυμαίοι έπαιρναν στα σοβαρά την καταγωγή τους από τους απογόνους του Ορέστη και του πατέρα του, παρά το γεγονός ότι ο Στράβωνας και ο Ελλάνικος τους θεωρούσαν συγγενείς των Λοκρών στη Φωκίδα. Απόδειξη θεωρείται η σχέση του όρους Φρίκιον στη Λοκρίδα με το προσωνύμιο Φρικωνίδα της Κύμης και της Λάρισας, που αναφέρεται από μια σειρά συγγραφέων. Όμως, αν και γλωσσολογικά οι δύο λέξεις είναι ετυμολογικά συγγενείς, η λέξη Φρικωνίς είναι αδύνατο να προέρχεται απευθείας από τη λέξη Φρίκιον.
Λείψανα αρχαίου κτιρίου στην Κύμη.

Αρχαϊκή περίοδος
Για την ιστορία της πόλης κατά την Αρχαϊκή περίοδο λίγα είναι γνωστά. O Στράβωνας την αποκαλεί «πόλιν μεγίστα και αρίστη». Η Κύμη είχε δεσμούς με τη λυδική βασιλική οικογένεια ήδη από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., όταν έζησε εκεί εξόριστος ο Άρδυς, πριν ανέλθει στο θρόνο. Μετά το 546 π.Χ. η Κύμη πέρασε στην κατοχή των Περσών. Ο Λυδός αξιωματούχος Πακτύης κατέφυγε εκεί μαζί με το θησαυροφυλάκιο των Σάρδεων. Οι Κυμαίοι έστειλαν πρεσβεία θεοπρόπων στο μαντείο του Απόλλωνα στα Δίδυμα να ρωτήσουν τι τύχη έπρεπε να επιφυλάξουν στον ενοχλητικό επισκέπτη τους. Η πρεσβεία αποτελούνταν από τους επιφανέστερους πολίτες της πόλης, με επικεφαλής τον Αριστόδικο, το γιο του Ηρακλείδη. Τελικά, ο Πακτύης μεταφέρθηκε στη Μυτιλήνη, η οποία και τον παρέδωσε στους Πέρσες. Το 513 π.Χ. ο τύραννος Αρισταγόρας συμμετείχε με τα δικά του πλοία στη σκυθική εκστρατεία του Δαρείου. Ο τύραννος εκδιώχθηκε από τους Κυμαίους το 500/499 π.Χ., αλλά δε φονεύθηκε τελικά. Οι πηγές δεν αναφέρουν ανάμειξη των Κυμαίων στην Ιωνική Επανάσταση (500-493 π.Χ.) και φαίνεται ότι ο ισχυρός στόλος τους δε συμμετείχε στη ναυμαχία της Λάδης (494 π.Χ.).

 Κλασική περίοδος
Το 480 π.Χ. η πόλη βρίσκεται υπό τη διοίκηση του Πέρση υπάρχου Σανδώκη, γιου του Θαμασίου, που εκστρατεύει με 15 πλοία κατά της Ελλάδας, στο πλευρό του Ξέρξη .Μετά τη συντριβή του το 479 π.Χ. ο στόλος του Ξέρξη κατέφυγε στην Κύμη. Κατά τραγική ειρωνεία, εκεί κατέφυγε και ο υπεύθυνος της συντριβής του στόλου, ο Θεμιστοκλής, όντας φυγάς το 465 π.Χ. Συναντώντας όμως στην ακτή μια σειρά ατόμων που κυνηγούσαν το διάσημο φυγά προκειμένου να τον παραδώσουν στο βασιλιά Αρταξέρξη και να πάρουν την αμοιβή των 200 ταλάντων με την οποία είχε επικηρυχθεί, ο Θεμιστοκλής έφυγε γρήγορα για τις Αιγές και από εκεί κατέφυγε μόνος του στην αυλή του Πέρση μονάρχη.

Στον 5ο αι. π.Χ. η Κύμη ανήκει στην ιωνική πτέρυγα της Συμμαχίας της Δήλου. Αναφέρεται 13 φορές στους καταλόγους της περιόδου 452/451-421/420 π.Χ. Η αρχική εισφορά ήταν πολύ υψηλή, 12 τάλαντα (μεγαλύτερη από της Μιλήτου ή της Εφέσου), αλλά από το 448 π.Χ. μειώθηκε στα 9 τάλαντα. Το 412 π.Χ. η πόλη αποστάτησε και συμμετείχε με ένα απόσπασμα 50 οπλιτών στις επιχειρήσεις των Σπαρτιατών και των Μηθυμνίων ενάντια στους Αθηναίους και τους Μυτιληναίους. Σύντομα όμως φαίνεται ότι επανήλθε στη συμμαχία των Αθηναίων, αν και η στάση της γενικά στον Ιωνικό πόλεμο (412-404 π.Χ.) κρίνεται επαμφοτερίζουσα.Το 408 ή το 407 π.Χ., μάλλον μετά την καταστροφική για τους Αθηναίους ναυμαχία στο Νότιον, ο Αλκιβιάδης επιτίθεται στην Κύμη χωρίς επιτυχία, αλλά λεηλατεί την επικράτειά της, παρόλο που κατ’ όνομα τουλάχιστον η πόλη παραμένει στο πλευρό των Αθηναίων. Οι Κυμαίοι έστειλαν πρεσβεία στην εκκλησία του αθηναϊκού δήμου, για να καταγγείλουν τη συμπεριφορά του αθηναϊκού ναυτικού. Πάντως, στην ίδια την Αθήνα κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο Αλκιβιάδης υπήρξε αναποτελεσματικός επειδή δωροδοκήθηκε από τους Πέρσες. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, η Κύμη πέρασε εκ νέου υπό τον έλεγχο των Περσών, αφού προηγουμένως πολιορκήθηκε από τον Τισσαφέρνη, το σατράπη της Λυδίας, το 400 π.Χ.

Το 383 π.Χ. η Κύμη και οι Κλαζομενές έστειλαν απεσταλμένους στους Δελφούς, προκειμένου να επιλύσουν τη διαφορά τους για τον έλεγχο των Λευκών, όπου βρισκόταν ένα ιερό του Απόλλωνα. Η πόλη φαίνεται πως είχε γενικά αρκετές επαφές με τα πελοποννησιακά κράτη ιδιαίτερα για θρησκευτικούς σκοπούς, όπως μαρτυρούν επιγραφές που αναφέρονται σε πρεσβείες από το Άργος και τη Νεμέα. Άλλο άξιο λόγου γεγονός του πρώιμου 4ου αι. π.Χ. είναι η ίδρυση σχολής μαθηματικών από τον περίφημο Εύδοξο της Κνίδου (περ. 370 π.Χ.).

Το 334 π.Χ. η πόλη καταλήφθηκε από τους Μακεδόνες. Ο Μέγας Αλέξανδρος τη βοήθησε όταν βρισκόταν σε οικονομική αφάνεια, προσφέροντας δωρεά στο ναό του Απόλλωνα ένα κανδηλέρι που προερχόταν από τη λεηλασία της Θήβας.
Τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου από κτιριακό συγκρότημα στην Κύμη.

Ελληνιστική περίοδος

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Κύμη καταλήφθηκε από τον Αντίγονο Μονόφθαλμο, εκδιώκοντας το νόμιμο σατράπη της Λυδίας, τον Κλείτο. Ένα τιμητικό ψήφισμα από την πόλη μάς επιτρέπει να αποκτήσουμε σαφή εικόνα των δυσκολιών που αντιμετώπιζε στην Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο: ανήμποροι να στελεχώσουν τα δικαστήρια ή ίσως μην έχοντας εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο, οι πολίτες της Κύμης κάλεσαν τον Αντίγονο Μονόφθαλμο, ο οποίος δεν είχε ακόμη αναγορευθεί βασιλιάς (πριν από το 306 π.Χ.), να μεριμνήσει για την απονομή δικαιοσύνης στην πόλη. Ο Αντίγονος ανταποκρίθηκε, έστειλε ένα διάγραμμα με τις γενικές περί δικαίου αντιλήψεις του και όρισε δικαστές από τη Μαγνησία επί Σιπύλω, τους οποίους τιμά το εν λόγω ψήφισμα.

Οι δυσκολίες ήταν κυρίως οικονομικές και συνεχίστηκαν και κατά το α´ τρίτο του 3ου αι. π.Χ. Ένα ενδιαφέρον επιγραφικό μνημείο αναφέρεται στην απαίτηση των Κυμαίων στο Φιλέταιρο του Περγάμου να τους χορηγήσει χρήματα για να αποκτήσουν ασπίδες. Ο Φιλέταιρος απάντησε ότι δε διέθετε πλέον εργαστήριο ασπίδων, αλλά τους πρόσφερε 600 από τις 1.000 ασπίδες που είχε απόθεμα. Η φτώχεια της πόλης φαίνεται και από το γεγονός ότι αναφέρεται ρητά η απαγόρευση να πωληθούν οι ασπίδες από τους δικαιούχους, που ήταν 50 από καθεμιά από τις 12 φυλές.
Άγαλμα γυναίκας που βρέθηκε στην Κύμη.
1ος αι. π.Χ


Το 218 π.Χ. ο Άτταλος Α´, εκμεταλλευόμενος τη δυναστική διαμάχη μεταξύ του Αχαιού και του Αντιόχου Γ´, προσάρτησε στο περγαμηνό βασίλειο μια σειρά από πόλεις της Αιολίδας, όπως η Κύμη, η Μύρινα, η Φώκαια, οι Αιγές και η Τήμνος, αλλά και της Ιωνίας, όπως η Τέως και η Κολοφών.

Το 192 π.Χ. όμως η πόλη αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Αντίοχο Γ´. Μετά τη μάχη της Μαγνησίας επί Σιπύλω και την ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.), η Κύμη εξαιρέθηκε από την καταβολή φόρου. Η έλλειψη πόρων πάντως ήταν το σοβαρότερο πρόβλημα. Κάποια στιγμή στο 2ο αι. π.Χ. η πόλη προσέφυγε στην εύπορη Αρχίππη, την κόρη του Δικαιογένη, προκειμένου να ανοικοδομηθεί το βουλευτήριο. Μια σειρά από τιμητικά ψηφίσματα που αναφέρουν την υπόθεση ορίζουν την ανέγερση χάλκινου ανδριάντα στην ευεργέτιδα και στον πατέρα της (που πάντως θα χρηματοδοτούσε εν μέρει ο αδελφός της Ολύμπιος), τη θέσπιση εορτών και την απόδοση τιμών στο θέατρο.
Το 131 π.Χ., κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Αριστονίκου, έγινε στα ανοικτά της Κύμης μια αποφασιστικής σημασίας ναυμαχία όπου ο διεκδικητής του ατταλιδικού θρόνου ηττήθηκε από το στόλο της Εφέσου και αναγκάστηκε να μετατοπίσει τη δράση του στην ενδοχώρα.

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδος

Στο β´ μισό του 1ου αι. π.Χ. η Κύμη έφτασε στο έσχατο σημείο οικονομικής εξαθλίωσης, καθώς αναγκάστηκε να πουλήσει το ιερό του Διονύσου (και την εκμετάλλευση των προσόδων του). Ο αγοραστής αρνήθηκε να επιστρέψει το ιερό, παρά το γεγονός ότι ο Αύγουστος εξέδωσε αυτοκρατορικό διάταγμα για το σκοπό αυτό. Το 17 μ.Χ. η πόλη χτυπήθηκε σκληρά από τον ισχυρό σεισμό που κατέστρεψε 12 πόλεις στη δυτική Μικρά Ασία. Ανοικοδομήθηκε από τον Τιβέριο και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης έλαβε το όνομα Καισάρεια. Η άνοδος της Εφέσου και η αξιοποίηση του λιμανιού της σε βάρος αυτού της Κύμης οδήγησε σε παρακμή την άλλοτε κραταιά πόλη της Αιολίδας.

Στην Ύστερη Αρχαιότητα και τους Πρώτους Βυζαντινούς αιώνες η Κύμη αποτελεί έδρα επισκοπής. Οι επίσκοποι της πόλης αναφέρεται ότι έλαβαν μέρος σε μια σειρά σημαντικών συνόδων: στη Νίκαια το 325, στην Έφεσο το 431, στη Χαλκηδόνα το 451, στην Κωνσταντινούπολη το 536 και το 553.


Λίγα είναι τα κατάλοιπα της πόλης που έχουν αποκαλυφθεί έως σήμερα, παρά τις συστηματικές έρευνες τόσων ετών. Η Κύμη εκτείνεται σε δύο λόφους, που περιβάλλουν το λιμάνι, καθώς και στην κοιλάδα που βρίσκεται ανάμεσά τους και ορίζεται από δύο ποταμούς, τον Ξάνθο στα βόρεια και ένα μικρό χείμαρο στα νότια. Στο βόρειο λόφο έχουν ανασκαφεί τα ερείπια ενός σημαντικού ιωνικού ναού, ήδη από τις τσεχοσλοβακικές ανασκαφές του 1925. Ο ναός αποτελείται από πρόδομο, σηκό και άδυτο. Kατά την Ελληνιστική περίοδο ήταν αφιερωμένος στην Ίσιδα, αλλά θεωρείται ότι αρχικά ανήκε στην Κυβέλη-Αρτέμιδα ή ακόμα και στην Αφροδίτη. Την αρχική εκδοχή υποστηρίζει και η πληθώρα αρχαϊκών ειδωλίων του τύπου της Κυβέλης που έχουν βρεθεί στη νεκρόπολη. Τα ερείπια του ναού ανάγονται στον 4ο αι. π.Χ. Η ταύτιση με ιερό της Ίσιδας στην Ελληνιστική περίοδο και αργότερα είναι σίγουρη, λόγω του σημαντικού ευρήματος ενός ύμνου χαραγμένου σε επιγραφή, που προέρχεται από τη θέση αυτή. Σήμερα τα κατάλοιπα του ναού έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Ένα τμήμα ρωμαϊκής πλακόστρωτης οδού, που περιβαλλόταν από κιονοστοιχία, ανασκάφτηκε από Τούρκους αρχαιολόγους στο νότιο τμήμα της βόρειας ακρόπολης, το 1978 και το 1979, και αρχικά θεωρήθηκε τμήμα οικίας. Πιθανόν να ήταν η κεντρική οδός που οδηγούσε από την ακρόπολη στην Αγορά, η οποία δεν έχει ακόμη ερευνηθεί.
O Δρομέας της Κύμης.
Χάλκινο άγαλμα Ελληνιστικής εποχής

Αναφέρεται επίσης το θέατρο, στις δυτικές υπώρειες της βόρειας ακρόπολης και στα βορειοανατολικά του μεσαιωνικού κτηρίου στο λιμάνι. Τα κατάλοιπα ανήκουν στην Ελληνιστική περίοδο. Οι έρευνες αποκάλυψαν τμήμα του κτηρίου της σκηνής που έφερε αρχιτεκτονικά μέλη με πλούσια διακόσμηση. Αποτελούνταν από προσκήνιο με 12 κιονίσκους και 2 πεσσούς στην πρόσοψη, που έφερε επιστύλιο διακοσμημένο με γιρλάντες και προσωπεία Σιληνών. Πίσω από το θέατρο έχει έρθει στο φως ένα μεγάλο κτήριο της Κλασικής περιόδου, με προσεκτικά δουλεμένους τετράπλευρους δόμους.

Στην περιοχή του ποταμού Ξάνθου έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα ενός ρωμαϊκού υδραγωγείου, που έφτανε στην πόλη από το βορρά, καθώς και οι πυλώνες μιας γέφυρας.

Στο νότιο λόφο έχουν διενεργηθεί σποραδικές τομές, που αποκάλυψαν την ύπαρξη ελληνιστικών οικιών του 3ου-1ου αι. π.Χ., αλλά και διάσπαρτα ίχνη κτισμάτων της Ύστερης Αρχαιότητας. Ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό δάπεδο στη δίχρωμη τεχνική, με κυμάτιο και παραστάσεις δελφινιών, εντοπίστηκε σε μία ελληνιστική οικία που ανέσκαψαν Τούρκοι αρχαιολόγοι το 1980. Η θέση πάντως είναι γνωστή κυρίως για τα σημαντικά κεραμικά ευρήματα της Ανατολίζουσας περιόδου. Αναφέρεται μια μεγάλη δεξαμενή με ευρήματα που χρονολογούν τη χρήση της μεταξύ του 3ου και του 1ου αι. π.Χ. Στην κοιλάδα μεταξύ του νότιου και του βόρειου λόφου έχει ανασκαφεί ένα πολύ κατεστραμμένο κτήριο της Ύστερης Ελληνιστικής περιόδου. Από το εν λόγω οικοδόμημα σώζονται ο στερεοβάτης και κορμοί κιόνων από τοπικό ασβεστόλιθο.

Η πόλη ήταν τειχισμένη ήδη από την Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο. Ίχνη του αρχαϊκού τείχους με πολυγωνική τοιχοποιία αναφέρονται σε πρόσφατες επιτόπιες έρευνες στο βόρειο άκρο του βόρειου λόφου, σε σημεία όπου πατά το μεταγενέστερο πρώιμο ελληνιστικό τείχος.Στο βόρειο τμήμα της πόλης υπάρχει ένα βυζαντινό οχυρό του 12ου-13ου αιώνα και ακόμη βορειότερα έχει εντοπιστεί μια νεκρόπολη του 15ου-16ου αιώνα, που αντιπροσωπεύει την οθωμανική φάση κατοίκησης της θέσης.

 Ευρήματα

Γεωμετρική, ανατολίζουσα και αρχαϊκή κεραμική, διακοσμημένη και μη, έχει ανασκαφεί ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα σε σχετικά μεγάλους αριθμούς. Εξίσου διάσημα είναι τα πήλινα ειδώλια της κατηγορίας της Μύρινας, που ανασκάφηκαν εκεί την ίδια περίοδο και σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Σμύρνης. Νοτιότερα του ναού της Ίσιδας ανασκάφηκε ένας αποθέτης με πολυάριθμη ελληνιστική κεραμική και ειδώλια του τύπου της κουροτρόφου. Αντίθετα, λίγα είναι τα σημαντικά έργα πλαστικής που έχουν βρεθεί στην επικράτεια της πόλης. Ξεχωρίζει αναμφίβολα ο θαυμάσιος χάλκινος έφηβος που τρέχει. Έχει βρεθεί σε ναυάγιο στα ανοικτά της Κύμης και εκτίθεται στο Μουσείο της Σμύρνης. Χρονολογείται στο 2ο αι. π.Χ.
O Δρομέας της Κύμης. 

Ένα άγαλμα καθιστής ανδρικής μορφής, που παραβάλλεται με αυτά του τύπου των Βραγχιδών από τα Δίδυμα, αλλά και δύο στήλες σε σχήμα ναΐσκου και μια ένθρονη Κυβέλη ανήκουν στην Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο και προέρχονται από τις ανασκαφές του Reinach στη νεκρόπολη της Κύμης. Άξια λόγου είναι επίσης η κεφαλή του Αλεξάνδρου (ύστερος 4ος αι. π.Χ.), το άγαλμα μιας γυναίκας (1ος αι. π.Χ.), το κάτω τμήμα του ανδριάντα ενός στρατιωτικού (αρχές 2ου αι. π.Χ.) και η κεφαλή του Αυγούστου από μάρμαρο στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, που ανακαλύφθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Demosthene Baltazzi και εκτίθενται στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, το ρωμαϊκό αντίγραφο κεφαλής της Αφροδίτης της Κνίδου, στο Μουσείο της Σμύρνης, ενώ στα πρόσφατα ευρήματα συγκαταλέγεται και ένα μαρμάρινο ακέφαλο άγαλμα Αμαζόνας από τη Ρωμαϊκή περίοδο.
Μοναδικής αξίας εύρημα είναι το σύνολο των κοσμημάτων που είναι γνωστό ως ο θησαυρός της Κύμης. Αποκτήθηκε σε τρεις φάσεις από το Βρετανικό Μουσείο, μεταξύ του 1876 και του 1878. Ο πρώτος ιδιοκτήτης, ο Alfred Lawson, διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας της Σμύρνης, διατεινόταν ότι και τα περίπου 100 κομμάτια προέρχονταν από τον ίδιο τάφο. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο, καθώς περιέχονται ευρήματα που ανάγονται στον ύστερο 5ο αι. π.Χ. έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, ενώ κάποια αντικείμενα είναι πλαστά. Η έρευνα έχει καταδείξει ότι η πλειονότητα του υλικού, που εντοπίζεται στον ύστερο 4ο και τον πρώιμο 3ο αι. π.Χ., θα μπορούσε να προέρχεται από ένα μεγάλο θαλαμωτό τάφο, όπου είχαν ταφεί πέντε συνολικά γυναίκες. Περιλαμβάνονται διαδήματα με διακόσμηση από ανάγλυφα γοργόνεια, διαδήματα με περίαπτα σε φυτικά μοτίβα, περιδέραια, δίσκοι, ρόδακες και ενώτια σε διάφορα σχήματα, εκ των οποίων ξεχωρίζουν τα εντυπωσιακά δισκόμορφα ενώτια που απολήγουν σε πυραμιδοειδή κοσμήματα και χρονολογούνται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Ένα ανάλογο εύρημα από την Κύμη, με σημαντικά χρυσά κοσμήματα, απέκτησε στα τέλη του 19ου αιώνα και το Μουσείο του Βερολίνου.
Ο θησαυρός της Κύμης

Νομίσματα
Αναφέρεται από τον Ηρακλείδη του Πόντου ότι η Κύμη ήταν η πρώτη πόλη που έκοψε νόμισμα τον καιρό του Μίδα, στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Εφευρέτης του νομίσματος θεωρείται ο βασιλιάς Αγαμέμνονας, ο γιος της Δημοδίκης. Σε κάθε περίπτωση, το νομισματοκοπείο της πόλης είναι ενεργό ήδη από τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Τα πρώτα νομίσματα είναι στον αιγινητικό σταθμητικό κανόνα (στατήρας 18,6 γραμμ.). Στον εμπροσθότυπο εμφανίζεται η προτομή ενός αλόγου και στον οπισθότυπο ένα έγκοιλο τετράγωνο, που περιέχει ένα άλλο έγκοιλο τετράγωνο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο ένα αστέρι. Στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ. η πόλη κόβει νόμισμα από ήλεκτρο, με προτομή αλόγου στον εμπροσθότυπο και έγκοιλο τετράγωνο στον οπισθότυπο, βάρους περίπου 14 γραμμ. Αργυρά νομίσματα συνεχίζουν να παράγονται στον 6ο αι. π.Χ., με προτομή αλόγου και έγκοιλο τετράγωνο, αλλά σε σταθμητικό κανόνα με στατήρα γύρω στα 12 γραμμ. Στον πρώιμο 5ο αι. π.Χ. συναντάμε αργυρό νόμισμα στον τύπο της κεφαλής του αετού με την επιγραφή ΚΥ στον εμπροσθότυπο και το έγκοιλο τετράγωνο στον οπισθότυπο. Μια σειρά από αργυρά νομίσματα του ίδιου αιώνα, σε διάφορες υποδιαιρέσεις, περιλαμβάνουν την επιγραφή ΚΥ με τον αετό, την κεφαλή ή την προτομή του αλόγου στον εμπροσθότυπο και την προτομή του αλόγου και το ρόδακα αντίστοιχα στον οπισθότυπο, καθώς και το όνομα του υπεύθυνου αξιωματούχου. Το 334 π.Χ. εντοπίζεται μία κοπή τετραβόλων με την κεφαλή του Πέρση σατράπη Σπιθριδάτη και την προτομή του αλόγου.

Στην Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο η πόλη κόβει αργυρά τετράδραχμα στο ροδιακό σταθμητικό κανόνα με τον αετό και τα ονόματα των αξιωματούχων στον εμπροσθότυπο και την προτομή του αλόγου με την επιγραφή ΚΥ στον οπισθότυπο. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., πιθανόν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αντιόχου Α' (293-280 π.Χ.), έχουμε μια σημαντική αλλαγή στους τύπους που χρησιμοποιεί η πόλη: εμφανίζεται πλέον η κεφαλή της Αμαζόνας Κύμης, που θεωρείται οικίστρια της πόλης, ενώ στον οπισθότυπο εμφανίζεται ένα όρθιο άλογο ή ένα αγγείο και το όνομα του αξιωματούχου, η επιγραφή ΚΥ και άλλα μονογράμματα. Το 246 π.Χ. εντοπίζεται κοπή με την κεφαλή του Αντιόχου Β' Θεού στον εμπροσθότυπο και καθιστό Ηρακλή στον οπισθότυπο, βάρους 17,05 γραμμ.
Αργυρό τετράδραχμο της Κύμης. 165-140 π.Χ
Μετά το 190 π.Χ. η πόλη υιοθετεί το αττικό σταθμητικό βάρος και κόβει αργυρά τετράδραχμα και δραχμές, με την κεφαλή της Κύμης στον εμπροσθότυπο και το όρθιο άλογο με την επιγραφή ΚΥΜΑΙΩΝ και το όνομα των αξιωματούχων. Στην ίδια περίοδο έχουμε και χάλκινα νομίσματα με διάφορους τύπους (προτομή αλόγων στον εμπροσθότυπο, αγγεία, κάνθαροι και φαρέτρα με τόξο στον οπισθότυπο). Κατά την Αυτοκρατορική περίοδο, η νομισματοκοπία της Κύμης παρουσιάζει ασυνέχεια: νομίσματα απαντούν από την εποχή του Νέρωνα (51-67) έως την εποχή του Γαλιηνού (251-268), με διάφορους τύπους, όπου δεσπόζει η κεφαλή της Κύμης, η παράσταση της Κύμης ως Αμαζόνας, λατρευτικό άγαλμα της Άρτεμης ή της Κυβέλης, ο Ώρος και η Ίσιδα, ο Ποσειδώνας να αρπάζει την Αμυμώνη, η Αθηνά, η Σίβυλλα, ένας αθλητής που εισέρχεται σε ιερό, ο ποταμός Ξάνθος ανακεκλιμένος, κρατώντας ένα κλαδί και την επιγραφή ΑΙΛ ΕΡΜΕ ΚΥΜΑ ΞΑΝΘΟΣ.


Θεσμοί
Ο Αριστοτέλης είχε συγγράψει μια Κυμαίων Πολιτεία, από την οποία σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα. Σε συνδυασμό με φιλολογικό, επιγραφικό και άλλο υλικό, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι η πόλη είχε βασιλεία στον 8ο αι. π.Χ., αλλά στις αρχές του επόμενου αιώνα ο Φείδων και αργότερα ο Προμηθεύς νομοθέτησαν την επέκταση του δικαιώματος του πολίτη σε μια σειρά φτωχότερων κατοίκων. Ο Φείδων πρόσφερε το δικαίωμα του πολίτη στους κατοίκους εκείνους οι οποίοι ήταν σε θέση να διατηρήσουν ένα άλογο. Ο Προμηθεύς επεξέτεινε το δικαίωμα σε 1.000 ακόμη κατοίκους. Από αυτές τις πληροφορίες συνάγεται ότι το πολίτευμα ήταν αριστοκρατικό. Η αρχή αυτή καταλύθηκε από τον Κύρο τον Πρεσβύτερο, ο οποίος επέβαλε την τυραννίδα. Μετά την εκδίωξη του τυράννου Αρισταγόρα (500/499 π.Χ.) είναι άγνωστο τι συνέβη. Το πιθανότερο είναι να εγκαθιδρύθηκε η δημοκρατία, την οποία κατέλυσε ο δημαγωγός Θρασύμαχος. Οι δημοκρατικοί αντέδρασαν και η πόλη οδηγήθηκε σε στάση, κατά την οποία μεγάλο τμήμα των πλουσίων εξοντώθηκε.
Σε αμφίβολης ιστορικής αξίας εδάφιο του Πλουτάρχου αναφέρεται η βουλή, το σώμα των βουλευτών και ο αξιωματούχος που ήταν υπεύθυνος για το δεσμωτήριον της πόλης. Επιγραφές του ύστερου 4ου αι. π.Χ. αναφέρονται σε σύγχρονα τιμητικά ψηφίσματα. Ο Αριστοτέλης κάνει λόγο και για τη νομοθεσία όσον αφορά την ανθρωποκτονία που ίσχυε στην πόλη τον πρώιμο 4ο αι. π.Χ.
Στην Ελληνιστική περίοδο η Κύμη παρουσιάζει το σύνολο των θεσμών που χαρακτηρίζουν τις αυτόνομες πόλεις του ελληνικού κόσμου: ένα σώμα αρχόντων, βουλή, πρυτάνεις, δήμο, στρατηγούς και φυλές. Η πόλη είχε υιοθετήσει τη σελευκιδική χρονολόγηση. Σε ελληνιστική επιγραφή αναφέρεται ο μήνας Τέρφειος, ενώ σε άλλη ρωμαϊκή αναφέρονται δύο ακόμη ονόματα μηνών, ο Φράτριος και ο Πορνόπιος.
Ερείπια αρχαίου ναίσκου στην Κύμη.
Πρόσωπα Η Κύμη σχετίζεται με τον Όμηρο, όπως μαρτυρά ο ψευδοηροδότειος Βίος του Ομήρου. Η μητέρα του ποιητή, η Κριθείς, καταγόταν από εκεί. Και ο πατέρας του Ησιόδου ήταν Κυμαίος που μετανάστευσε στη Βοιωτία. Στην Κλασική περίοδο το σημαντικότερο τέκνο της πόλης ήταν ο ιστορικός Έφορος, που έζησε περίπου μεταξύ του 405 και του 330 π.Χ. Κυριότερο έργο του θεωρούνται τα 30 βιβλία των Ιστορικών, η πρώτη παγκόσμια ιστορία, που άρχιζε με την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Δωριείς και τελείωνε με την αρχή της βασιλείας του Φιλίππου Β´ της Μακεδονίας. Τα Ιστορικά δεν έχουν σωθεί, αλλά αποτέλεσαν βασική πηγή για το Διόδωρο το Σικελιώτη (1ος αι. μ.Χ.). Λέγεται ότι όταν δεν είχε κάτι σημαντικό να αναφέρει για την πατρίδα του έγραφε σε διάφορα σημεία του έργου του: «Eκείνο τον καιρό οι Κυμαίοι δεν έκαναν τίποτε». Άλλος ιστορικός κάποιας φήμης είναι ο Ηρακλείδης, συγγραφέας των Περσικών, που συνεχίζει το έργο του Κτησία. Ο Αντίδωρος ήταν φιλόλογος από την Κύμη και έζησε γύρω στο 300 π.Χ.
ΠΗΓΗ :http://www.ehw.gr/
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ : flickr.com - panoramio.com


 Δείτε επίσης :
Μικρά Ασία :Η Αρχαία Άσσος της Τρωάδος

Μικρά Ασία : Αρχαία Λάμψακος


Μικρά Ασία : Aρχαία Άβυδος. 

Μικρά Ασία : Αλεξάνδρεια Τρωάδος

Μικρά Ασία : Δωριέων Εξάπολις - Κνίδος Καρίας

Μικρά Ασία: Αρχαία Άντανδρος της Τρωάδος

Μικρά Ασία : Φώκαια Ιωνίας

Μικρά Ασία : Αρχαία Σμύρνη Ιωνίας.

Μικρά Ασία : Ερυθρές Ιωνίας.

Μικρά Ασία :Κλαζομενές Ιωνίας

Μικρά Ασία : Τέως Ιωνίας.

Μικρά Ασία : Κολοφώνα Ιωνίας

Μικρά Ασία : Νότιον Ιωνίας

Μικρά Ασία : To Ιερό του Απόλλωνα στην Κλάρο

Μικρά Ασία :Λέβεδος Ιωνίας

Μικρά Ασία : 'Εφεσος Ιωνίας

Μικρά Ασία : Το ιερό της Αρτέμιδος στην Έφεσο

Μικρά Ασία : Πριήνη Ιωνίας

Μικρά Ασία : Μίλητος Ιωνίας

Μικρά Ασία : Το Ιερό του Απόλλων στα Δίδυμα

Μικρά Ασία : Mητρόπολις Ιωνίας

Μικρά Ασία : Αλικαρνασσός Καρίας

Μικρά Ασία : Ιασός Καρίας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...