Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

ΟΙ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ ΤΟ 2001 ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΔΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΠΑΜΙΓΙΑΝ ΤΟΥ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ‏

Η  Μπαμιγιάν ασπάζεται την κουλτούρα της Ελληνικής  Γκαντάρας.

Τα αγάλματα του Βούδα στην κοιλάδα του Μπαμιγιάν στο Αφγανιστάν ήταν ιερά έργα ελληνοβουδιστικής τέχνης της εποχής του 3ου ως 10ου αιώνα. Βρίσκονταν λαξευμένα στους βράχους της κοιλάδας του Μπαμιγιάν σε υψόμετρο 2.500 μέτρων . Ήταν μοναδικά στο είδος τους και τα μεγαλύτερα αγάλματα παγκοσμίως που αναπαρίσταναν τον Βούδα ιστάμενο. Το μεγαλύτερο είχε ύψος 53 και το μικρότερο 35 μέτρα , ενώ πλήθος από σπηλιές με τοιχογραφίες και καθιστές μορφές βούδα, συμπλήρωναν το τοπίο.


Οι Βούδες της Μπαμιγιάν ήταν δυο μνημειώδη αγάλματα του 6ου αιώνα μ.Χ.. Ήταν σκαλισμένοι στο πρότυπο ενός όρθιου Βούδα, στην πλευρά ενός γκρεμού στην κοιλάδα της Μπαμιγιάν στην περιοχή Χαζαρζάτ του κεντρικού Αφγανιστάν, 230 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Καμπούλ, σε υψόμετρο 2.500 μέτρων . Χτισμένα το 507, ο μεγαλύτερος Βούδας κτίστηκε μερικά χρόνια αργότερα το 554, τα αγάλματα αντιπροσώπευαν το κλασικό στυλ της τέχνης της Γκαντάρα.



Τα δύο μεγαλύτερα αγάλματα του Βούδα. Απεικόνιση του 19ου αιώνα. Σήμερα οι κόγχες είναι κενές.

Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν τα ανακήρυξε επίσημα ως «είδωλα» και ακολούθως ανατινάχτηκαν με δυναμίτη τον Μάρτιο του 2001.



Η   Ελληνοβουδιστική  τέχνη

 Γανδάρα Βούδας, 1ος-2ος αιώνας



Η ελληνοβουδιστική τέχνη είναι η καλλιτεχνική έκφραση του Ελληνοβουδισμού, που είναι ουσιαστικά πολιτισμικός συγκρητισμός ανάμεσα στην κλασική ελληνική κουλτούρα και τον βουδισμό, ο οποίος αναπτύχθηκε σε μια περίοδο μεγαλύτερη της χιλιετίας στην Κεντρική Ασία, ανάμεσα στις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον 4ο αιώνα ΠΚΕ, και στις ισλαμικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα. Η ελληνοβουδιστική τέχνη χαρακτηρίζεται από τον ισχυρό ιδεαλιστικό ρεαλισμό της ελληνιστικής τέχνης και τις πρώτες αναπαραστάσεις του Βούδα με ανθρώπινη μορφή, πράγμα που βοήθησε στον ορισμό του καλλιτεχνικού (και ειδικότερα του γλυπτικού) κανόνα για τη βουδιστική τέχνη διαμέσου της ασιατικής ηπείρου έως σήμερα. Αποτελεί επίσης ένα ισχυρό παράδειγμα πολιτισμικού συγκρητισμού ανάμεσα στις ανατολικές και δυτικές παραδόσεις.
Η καταγωγή της ελληνοβουδιστικής τέχνης θα πρέπει να αναζητηθεί στο Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής, που βρίσκονταν στο σημερινό Αφγανιστάν, από το οποίο δημιουργήθηκε το μετέπειτα Ινδοελληνικό βασίλειο. Υπό την κυριαρχία των ινδοελληνικών βασιλέων και μετέπειτα της αυτοκρατορίας των Κουσάν, η αλληλεπίδραση της ελληνικής και βουδιστικής κουλτούρας άνθισε στην περιοχή τηςΓανδάρα, στο σημερινό βόρειο Πακιστάν, πριν εξαπλωθεί περαιτέρω μέσα στην Ινδία, επηρεάζοντας την τέχνη της περιοχής Μαθούρα του Ουτάρ Πραντές, και στη συνέχεια την Χίντου τέχνη της αυτοκρατορίας Γκούπτα, η οποία επρόκειτο να επεκταθεί στην υπόλοιπη νοτιοανατολική Ασία.
 Η επίδραση της ελληνοβουδιστικής τέχνης απλώθηκε επίσης βόρεια προς την Κεντρική Ασία, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την τέχνη του Ταρίμ, και ουσιαστικά τις τέχνες στην Κίνα, την Κορέα και την Ιαπωνία

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ




Γεωγραφική θέση της περιοχής Μπαμιγιάν  στο  Αφγανιστάν
Η Μπαμιάν ή Μπαμιγιάν είναι μία από τις 34 διοικητικές περιφέρειες (νομούς) του Αφγανιστάν.
Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της Χώρας. Κατοικείται κυρίως από Χαζάρους εξ ου και γενικότερη ονομασία της περιοχής σε Χατζαραζάτ. Καταλαμβάνει έκτασή περίπου 14.150 τ.χλμ, και ο πληθυσμός της, κατ΄ εκτίμηση, το 1980 αριθμούσε περί τους 292.000 κατοίκους ενώ το 2006 ξεπέρασε τους 387.000 κατοίκους. Περιλαμβάνει 5 επαρχίες από τις οποίες τελευταία αποσπάστηκαν δύο τμήματα από την όμορηΜπαγκλάν και έφθασαν τις 7. Επικρατούσα γλώσσα στη περιοχή είναι η περσική νταρνί ή δαρδική, και η χαζαρική.Πρωτεύουσα του νομού είναι η ομώνυμη Μπαμιάν, της ομώνυμης επαρχίας.
Η περιοχή αυτή απετέλεσε σταθμό στις διελεύσεις των διαφόρων εθνών κατά περιόδους και αποτελεί το πέρασμα στην ανατολική Ασία. Πρόκειται για ιστορική περιοχή με πολλά αρχαιολογικά ευρήματα.







Οι Βούδες της Μπαμιγιάν ήταν δυο μνημειώδη αγάλματα του 6ου αιώνα μ.Χ.. Ήταν σκαλισμένοι στο πρότυπο ενός όρθιου Βούδα, στην πλευρά ενός γκρεμού στην κοιλάδα της Μπαμιγιάν στην περιοχή Χαζαρζάτ του κεντρικού Αφγανιστάν, 230 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Καμπούλ, σε υψόμετρο 2.500 μέτρων . Χτισμένα το 507, ο μεγαλύτερος Βούδας κτίστηκε μερικά χρόνια αργότερα το 554, τα αγάλματα αντιπροσώπευαν το κλασικό στυλ της τέχνης της Γκαντάρα.



Πολύχρωμοι ήταν οι Βούδες του Μπαμιγιάν
Τα κύρια σώματα των αγαλμάτων αποτελούταν από βράχους ψαμμίτη, αλλά οι λεπτομέρειες είχαν διαμορφωθεί σε λάσπη αναμιγμένη με άχυρο, η οποία ήταν επικαλυμμένη με στόκο. Αυτή η επίστρωση είχε ζωγραφιστεί για να ενισχύσει τις εκφράσεις στα πρόσωπα, στα χέρια και στις  πτυχώσεις των αγαλμάτων. Το μεγαλύτερο άγαλμα, ήταν βαμμένο στο χρώμα του κόκκινου καρμίνιου και το μικρότερο ήταν ζωγραφισμένο με πολλά χρώματα.
Τα χαμηλότερα μέρη των χεριών των αγαλμάτων ήταν κατασκευασμένα από το ίδιο μείγμα λάσπης-άχυρου, ενώ στηρίζονταν σε ξύλινο οπλισμό. Πιστεύεται ότι τα άνω τμήματα των επιφανειών τους δημιουργήθηκαν από μεγάλες ξύλινες μάσκες ή εκμαγεία. Οι σειρές από τρύπες που μπορεί κανείς να αντικρίσει σε φωτογραφίες ήταν κενά που κρατούσαν τα ξύλινα μανταλάκια τα οποία σταθεροποιούσαν τον εξωτερικό στόκο.
Οι δύο Βούδες καταστράφηκαν από δυναμίτες το Μάρτιο του 2001.
 Υπεύθυνοι ήταν οι Ταλιμπάν, οι οποίοι δρούσαν κάτω από τις διαταγές του ηγέτη Μουλάχ Μοχάμεντ Ομάρ. Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν δηλώσει ότι τα αγάλματα ήταν είδωλα και, ως εκ τούτου αντι-ισλαμικά. Η διεθνής γνώμη καταδίκασε έντονα την καταστροφή των αγαλμάτων του Βούδα
Ο φωτορεπόρτερ Ντέιβιντ Άνταμς κινηματογράφησε τους Βούδες πριν από την καταστροφή τους για ένα επεισόδιο του Διαδρομές στα Πέρατα της Γης, στο πλαίσιο μας σειράς ταξιδιών για το Discovery Channel.


Ιστορία

Η Μπαμιγιάν βρίσκεται στο Δρόμο του Μεταξιού, ο οποίος διασχίζει την ορεινή περιοχή Χίντου Κους, στην κοιλάδα της Μπαμιγιάν.
 Ο Δρόμος του Μεταξιού αποτελεί ιστορικά τη διαδρομή που έκαναν καραβάνια, συνδέοντας τις αγορές της Κίνας με εκείνες του Ελληνικού  κόσμου. Ήταν η περιοχή πολλών βουδιστικών μοναστηριών, και ένα κέντρο για τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και την τέχνη. Οι μοναχοί στα μοναστήρια ζούσαν σαν ερημίτες σε μικρές σπηλιές λαξευμένες στο πλευρό των βράχων της Μπαμιγιάν. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μοναχούς στόλισαν τις σπηλιές τους με θρησκευτικά αγάλματα και περίτεχνες τοιχογραφίες με έντονα χρώματα, που είχαν ως βάση το λάδι ζωγραφικής. Ήταν ένα Ελληνοβουδιστικός θρησκευτικός χώρος από τον 2ο αιώνα μέχρι τον χρόνο της ισλαμικής εισβολής στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα. Μέχρι να κατακτηθεί τελείως από μουσουλμάνους, βρισκόταν στα χέρια των μουσουλμάνων Σαφαρίντς τον ένατο αιώνα.
Η  Μπαμιγιάν ασπάζεται την κουλτούρα της Ελληνικής  Γκαντάρας.


Οι γιγάντιοι Βούδες Βαιροκάνα και Σακγιαμούνι.
Ο  πρώτος  Βούδας ονομάζεται «Σολσόλ» και μετράει   53 μέτρα ύψος, και ο δεύτερος ο  «Σαχμάνα», φτάνει τα 35 μέτρα .
Πριν ανατιναχτούν το 2001 ήταν τα μεγαλύτερα γλυπτά Βούδα σε ορθή στάση στον κόσμο (ο Βούδας του 8ου αιώνα, Γιγαντιαίος Βούδας Λεσάν είναι ψηλότερος, όμως το άγαλμα είναι καθισμένο). Από τότε ο Εαρινός Ναός του Βούδα,  που  έχει κατασκευαστεί στην Κίνα, έχει  128 μέτρα   και  είναι το ψηλότερο άγαλμα του κόσμου. Τα σχέδια για την κατασκευή του Εαρινού Ναού του Βούδα ανακοινώθηκαν αμέσως μετά την ανατίναξη των Βούδων της Μπαμιγιάν, με την Κίνα να καταδικάζει τη συστηματική καταστροφή της Ελληνοβουδιστικής κληρονομιάς του Αφγανιστάν.
Το μικρότερο από τα αγάλματα χτίστηκε μεταξύ του 544 και του 595 ενώ το μεγαλύτερο χτίστηκε μεταξύ του 591 και του 644. Πιστεύεται ότι έχουν κατασκευαστεί από τους Κουσάνς, με την καθοδήγηση των τοπικών μοναχών, στο απόγειο της αυτοκρατορίας τους. Η μεγαλύτερη φιγούρα λέγεται ότι απεικονίζει το Βούδα Ντιπανκάρα. Ήταν πιθανώς τα πιο διάσημα πολιτιστικά αξιοθέατα της περιοχής, και η περιοχή είχε χαρακτηριστεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς μαζί με το περιβάλλοντα πολιτιστικό τοπίο και τα αρχαιολογικά ευρήματα της κοιλάδας της Μπαμιγιάν. Το χρώμα τους πάντως είχε ξεθωριάσει μέσα στο χρόνο.
Ο Κινέζος βουδιστής προσκυνητής  Ξουανζάνγκ επισκέφθηκε την περιοχή στις 30 Απριλίου του 630, και περιγράφει την Μπαμιγιάν στο Ντα Τανγκ Ξιου Γι ως ένα βουδιστικό κέντρο σε περίοδο ακμής «με περισσότερα από δέκα μοναστήρια και πάνω από χίλιους μοναχούς». Σημείωσε επίσης, ότι και οι δύο Βούδες ήταν «διακοσμημένοι με χρυσό και όμορφα κοσμήματα». Ο Ξουανζάνγκ αναφέρει και ένα τρίτο, ακόμα μεγαλύτερο, άγαλμα Βούδα. Ένα μνημειώδη καθισμένο Βούδα, παρόμοιο σε στυλ με εκείνους της Μπαμιγιάν, εξακολουθεί να υπάρχει στις σπηλιές του Ναού Μπίνγκλινγκ στην κινεζική επαρχία της Γκανσού.
Η καταστροφή των αγαλμάτων έγινε σύμβολο καταπίεσης και ένα σημείο συσπείρωσης για την ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι Αφγανοί είναι πλέον μουσουλμάνοι, είχαν αγκαλιάσει το παρελθόν τους και πολλοί συγκλονίστηκαν από την καταστροφή.
Επιθέσεις σε αγάλματα Βούδα από τον 11ο μέχρι τον 20ο αιώνα
Το 1221 με την έλευση του Τζένγκις Χαν καταστροφές σημειώθηκαν στην Μπαμιγιάν, όμως τα αγάλματα γλίτωσαν. Αργότερα, ο τελευταίος αυτοκράτορας των Μουγχάλ, Αουρανγκζέμπ, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει βαρύ πυροβολικό για να καταστρέψει τα αγάλματα. Μια άλλη προσπάθεια για να καταστραφούν οι Βούδες έγινε από  τον Πέρση βασιλιά του 18ου αιώνα Ναντέρ Αφσάρ, ο οποίος τους βομβάρδισε με  κανόνι.
Τα τεράστια αγάλματα, το αρσενικό Σαλσάλ (το φως λάμπει μέσα στο σύμπαν) και το (μικρότερο) θηλυκό Σαμαμά (Βασίλισσα Μητέρα), όπως αποκαλούνταν από τους ντόπιους, δεν παρέλειψαν να βάλουν φωτιά στη φαντασία των ισλαμιστών συγγραφέων στους αιώνες του παρελθόντος. Το μεγαλύτερο άγαλμα επανεμφανίζεται ως ο κακόβουλος γίγαντας Σαλσάλ σε μεσαιωνικά οθωμανικά παραμύθια.


Οι Ταλιμπάν                  
Ο Αμπντούλ Γουάχεντ, ένας διοικητής των Ταλιμπάν που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ανατινάξει τους Βούδες το 1997, πριν πάρει τον έλεγχο της κοιλάδας. Μόλις είχε τον έλεγχο της Μπαμιγιάν το 1998, ο Γουάχεντ τοποθέτησε εκκριτικές ύλες στα κεφάλια των αγαλμάτων. Στη συνέχεια βέβαια δεν ολοκλήρωσε το έργο του αφού ο τοπικός κυβερνήτης τον εμπόδισε μετά από άμεση εντολή του Μουλά Ομάρ. Όμως ελαστικά κάηκαν στο κεφάλι του μεγάλου Βούδα.
Τον Ιούλιο του 1999, ο Μουλά Μοχάμεντ Ομάρ εξέδωσε διάταγμα υπέρ της διατήρησης των αγαλμάτων της Μπαμιγιάν.
 Επειδή ο βουδιστικός πληθυσμός του Αφγανιστάν δεν υπήρχε πια,  είχαν εξοντωθεί τα αγάλματα δεν λατρευόταν, οπότε: «Η κυβέρνηση θεωρεί τα αγάλματα της Μπαμιγιάν ως παράδειγμα για μια πιθανή πηγή εισοδήματος για το Αφγανιστάν από τους διεθνείς επισκέπτες. Οι Ταλιμπάν αναφέρουν ότι η Μπαμιγιάν δεν πρέπει να καταστραφεί, αλλά να προστατευτεί». Στις αρχές του 2000, οι τοπικές δυνάμεις των Ταλιμπάν ζήτησαν τη συνδρομή των Ηνωμένων Εθνών για την ανοικοδόμηση τάφρων αποστράγγισης γύρω από τις κορυφές των εσοχών όπου βρίσκονταν οι Βούδες.
Ωστόσο, οι ριζοσπάστες κληρικοί του Αφγανιστάν ξεκίνησαν μια εκστρατεία για την πάταξη των «αντι-ισλαμικών» τμημάτων της αφγανικής κοινωνίας. Οι Ταλιμπάν σύντομα απαγόρεψαν όλες τις μορφές εικόνων, τη μουσική και τον αθλητισμό, συμπεριλαμβανομένης της τηλεόρασης, σύμφωνα με ότι θεωρούσαν ως μια αυστηρή ερμηνεία της Σαρία.


Ο υπουργός Πολιτισμού και Πληροφοριών Κιουντρατουλάχ Τζαμάλ ανέφερε στοAssociated Press την απόφαση 400 θρησκευτικών κληρικών από ολόκληρο το Αφγανιστάν δηλώνοντας ότι τα αγάλματα Βουδιστών είναι ενάντια στα δόγματα του Ισλάμ. «Ήρθαν με μια συναίνεση ότι τα αγάλματα ήταν εναντίον του Ισλάμ», δήλωσε ο Τζαμάλ.
Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της UNESCO Κοιτσίρο Ματσούρα, διεξήχθη μια συνάντηση των πρεσβευτών από τα 54 κράτη-μέλη του Οργανισμού της Ισλαμικής Διάσκεψης (ΟΙΔ). Όλα κράτη της ΟΙΔ συμπεριλαμβανομένων του Πακιστάν, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τρεις χώρες που αναγνώρισαν επίσημα την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, συμμετείχαν σε διαδήλωση για τη διάσωση των μνημείων. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα καταδίκασαν αργότερα την καταστροφή ως «άγρια». Παρά το γεγονός ότι η Ινδία δεν είχε αναγνωρίσει το καθεστώς των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, το Νέο Δελχί προσφέρθηκε να μεριμνήσει για τη μεταφορά όλων των αντικειμένων στην Ινδία, «όπου θα φυλάσσονται με ασφάλεια για να διατηρηθούν για όλη την ανθρωπότητα.»
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Η  μοναδική  κυβέρνηση  του  κόσμου  που  αντέδρασε  χλιαρά  στην  βαρβαρότητα  αυτή,  ήταν  βέβαια  η  "ελληνική  κυβέρνηση  των  πρακτόρων  πολιτικών". 
Αυτές οι προτάσεις απορρίφθηκαν από τους Ταλιμπάν. Ο Πακιστανός πρόεδρος Περβέζ Μουσάραφ έστειλε τον Μοιναντίν Χάιντερ στην Καμπούλ για να προσπαθήσει να αποτρέψει την καταστροφή, με το επιχείρημα ότι ήταν αντι-ισλαμική και άνευ προηγουμένου. Σύμφωνα με τον υπουργό των Ταλιμπάν, Αμπντούλ Σαλάμ Zαίφ, η UNESCO έστειλε στην κυβέρνηση των Ταλιμπάν 36 επιστολές που ήταν αντίθετες στην προτεινόμενη καταστροφή. Υποστήριξε ότι οι αντιπρόσωποι της Κίνας, της Ιαπωνίας και της Σρι Λάνκα ήταν οι πιο έντονοι υποστηρικτές για τη διατήρηση των Βουδών.
Οι Ιάπωνες, ειδικότερα, πρότειναν μια ποικιλία από διαφορετικές λύσεις για το θέμα, περιλαμβάνοντας και τη μετακίνηση των αγαλμάτων στην Ιαπωνία, κάτι που θα προστάτευε τα αγάλματα από την προβολή και την καταβολή χρημάτων.


Μια δήλωση που εκδόθηκε από το υπουργείο των θρησκευτικών υποθέσεων του καθεστώτος των Ταλιμπάν δικαιολόγησε την καταστροφή θεωρώντας την σύμφωνη με τον ισλαμικό νόμο. Ο Αμπντούλ Σαλάμ Σάιφ έκρινε ότι η καταστροφή των αγαλμάτων του Βούδα διαπραχθεί τελικά από τον Αμπντούλ Γουαλί, τον υπουργό για την Διάδοση της Αρετής και της Πρόληψης του Αντιπροέδρου.

Η αναγέννηση των κατεστραμμένων αγαλμάτων του Βούδα στην κοιλάδα του Μπαμιγιάν
Η καταστροφή των αγαλμάτων  τον  Μάρτιο 2001
Τα αγάλματα καταστράφηκαν με δυναμίτη στη διάρκεια αρκετών εβδομάδων, ξεκινώντας στις 2 Μαρτίου 2001. Δηλαδή η καταστροφή έγινε σε στάδια.




Αρχικά, οι Ταλιμπάν πυροβόλησαν τα αγάλματα για αρκετές ημέρες με αντιαεροπορικά όπλα και πυροβολικό, προκαλώντας τους σοβαρές ζημιές χωρίς όμως να τα καταστρέψουν τελείως. Στη διάρκεια της καταστροφής, ο υπουργός Πληροφοριών των Ταλιμπάν, Κιουντρατουλάχ Τζαμάλ ανέφερε ότι «το έργο αυτό της καταστροφής δεν είναι τόσο απλό όσο οι άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν. Δεν μπορείς να γκρεμίσεις τα αγάλματα με βομβαρδισμό καθώς και τα δύο είναι λαξευμένα μέσα σε βράχο. Είναι σταθερά συνδεδεμένα στο βουνό». Αργότερα, οι Ταλιμπάν τοποθέτησαν αντιαρματικές νάρκες στο κάτω μέρος των κογχών τους, έτσι ώστε όταν τα θραύσματα του βράχου έσπασαν από τα πυρά πυροβολικού, τα αγάλματα χτυπήθηκαν από πετρώματα που βρίσκονται μόνο στα ορυχεία. Στο τέλος, οι Ταλιμπάν τοποθέτησαν εκρηκτικά στους Βούδες. Όταν μια από τις εκρήξεις απέτυχε να εξαλείψει εντελώς το πρόσωπο ενός από τους Βούδες, εκτοξεύτηκε ένας πύραυλος ο οποίος άφησε μια τρύπα στο πέτρινο κεφάλι του Βούδα.
Στις 6 Μαρτίου 2001, οι Times, ανέφεραν ότι ο Μουλά Μοχάμεντ Ομάρ δήλωσε ότι «οι μουσουλμάνοι θα πρέπει να είναι υπερήφανοι για τη συντριβή των ειδώλων. Έχει επαινέσει το Θεό για το γεγονός ότι τους καταστρέψαμε.» Στη διάρκεια μιας συνέντευξης στις 13 Μαρτίου με τον Μαϊνίσι Σιμπούν της Ιαπωνίας, ο Αφγανός υπουργός Εξωτερικών Γουακίλ Αχμάντ Μουταουάκελ δήλωσε ότι η καταστροφή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά αντίποινα εναντίον της διεθνούς κοινότητας για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων: «Καταστρέφουμε τα αγάλματα, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο και αυτό είναι ένα καθαρό θρησκευτικό θέμα».
Στις 18 Μαρτίου, οι New York Times ανέφεραν ότι ένας απεσταλμένος των Ταλιμπάν δήλωσε ότι η ισλαμική κυβέρνηση έλαβε την απόφασή εν μέσω  οργής, όταν μια ξένη αντιπροσωπεία πρόσφερε χρήματα για να διατηρηθούν τα αρχαία έργα. Η έκθεση επίσης πρόσθετε, ωστόσο, ότι άλλες εκθέσεις «έχουν πει ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες συζητούν την κίνηση για μήνες, και ότι τελικά αποφάσισαν ότι τα αγάλματα ήταν ειδωλολατρικά και πρέπει να σβηστούν».


Το βουνό όπου πριν τον Μάρτιο του 2001 δέσποζαν οι Βούδες της Μπαμιγιάν
Ο  Σαγιέντ Ραχματουλάχ Χασεμί των Ταλιμπάν δήλωσε ότι η καταστροφή των αγαλμάτων διεξήχθη από το Επικεφαλής Συμβούλιο των Υποτρόφων, αφότου ένας Σουηδός εμπειρογνώμονας σε μνημεία πρότεινε να αποκαταστήσει τα κεφάλια των αγαλμάτων. Ο Χασίμι είπε: «Όταν η αφγανική κεφαλή του συμβουλίου ζήτησε να της δώσουν τα χρήματα για να ταΐσει παιδιά αντί για να επισκευάσει τα αγάλματα, αρνήθηκαν και είπαν, ‘Όχι, τα χρήματα είναι μόνο για τα αγάλματα, όχι για τα παιδιά». Έτσι πήραν την απόφαση να καταστρέψουν τα αγάλματα, ωστόσο, ο Χασεμί δε σχολίασε τον ισχυρισμό ότι ένα ξένο μουσείο προσφέρθηκε να αγοράσει τα αγάλματα του ΒούδαΟ, τα χρήματα από τα οποία θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί για να δοθεί τροφή στα παιδιά.
Η καταστροφή των Βουδών της Μπαμπιγιάν, παρά τις διαμαρτυρίες της διεθνούς κοινότητας έχει περιγραφεί από τον Μισέλ Φάλσερ, έναν ειδικό σε θέματα πολιτιστικής κληρονομία στο Κέντρο Διαπολιτισμικών Σπουδών στη Γερμανία, ως μια επίθεση των Ταλιμπάν κατά της παγκοσμιοποίησης της έννοιας «πολιτιστική κληρονομιά». Ο γενικός διευθυντής της UNESCO Κοιτσίρο Ματσούρα ονόμασε την καταστροφή «… έγκλημα κατά του πολιτισμού. Είναι αποτρόπαιο να είσαι μάρτυρας στην κρύα και υπολογισμένη καταστροφή των πολιτιστικών αγαθών, τα οποία ήταν η κληρονομιά του αφγανικού λαού, και μάλιστα και ολόκληρης της ανθρωπότητας».



Δέσμευση για την ανοικοδόμηση
Αν και τα δυο αγάλματα των Βουδών έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, περιγράμματα τους και ορισμένες λειτουργίες τους είναι ακόμα αναγνωρίσιμες μέσα στις εσοχές. Επίσης, είναι ακόμα δυνατό για τους επισκέπτες να εξερευνήσουν τις σπηλιές και τα περάσματα των μοναχών που συνδεόντουσαν με τα αγάλματα. Στο πλαίσιο της διεθνούς προσπάθειας για την ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν μετά τον πόλεμο των Ταλιμπάν, η κυβέρνηση της Ιαπωνίας και πολλές άλλες οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και το Ινστιτούτο Bubendorf του Αφγανιστάν και η Ελβετία, έχουν δεσμευτεί για την ανοικοδόμηση, ή ίσως την αναστύλωση, των δυο τεράστιων αγαλμάτων του Βούδα.

Προσπάθειες αναδημιουργίας των Βούδων από το 2002
Τον Μάιο του 2002, ένα γλυπτό του Βούδα σκαλίστηκε σε ένα βουνό στη Σρι Λάνκα. Είχε σχεδιαστεί για να μοιάζει πολύ με έναν από τους Βούδες της Μπαμιγιάν.
Η αφγανική κυβέρνηση έχει αναθέσει στον Ιάπωνας καλλιτέχνη Χίρο Γιαμαγκάτα να αναδημιουργήσει τα αγάλματα της Μπαμιγιάν χρησιμοποιώντας δεκατέσσερα συστήματα λέιζερ, μέσω των οποίων θα  πρόβαλε τις εικόνες των Βουδών πάνω στο βράχο όπου κάποτε βρισκόντουσαν. Τα συστήματα λέιζερ θα λειτουργούν με ηλιακή και αιολική ενέργεια. Το έργο, το οποίο θα κοστίσει κάποια εκατομμύρια, αναμένει ακόμα την έγκριση της UNESCO.
Τον Σεπτέμβριο του 2005, ο Μαολόουι Μοχάμεντ Ισλάμ Μοχαμαντί, ο Ταλιμπάν κυβερνήτης της επαρχίας της Μπαμιγιάν τη στιγμή της καταστροφής των αγαλμάτων, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ο υπεύθυνος για την καταστροφή των αγαλμάτων, εξελέγη στο Κοινοβούλιο του Αφγανιστάν. Στις 26 Ιανουαρίου του 2007, δολοφονήθηκε στην Καμπούλ.
Ο Ελβετός σκηνοθέτης Κρίστιαν Φρέι έκανε ένα ντοκιμαντέρ 95 λεπτών με τίτλοΟι γιγάντιοι Βούδες (κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2006) για τα αγάλματα, τις διεθνείς αντιδράσεις για την καταστροφή τους, καθώς και μια επισκόπηση της διαμάχης. Μαρτυρίες από τους ντόπιους Αφγανούς επικυρώνουν ότι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν διέταξε την καταστροφή και ότι, αρχικά, ο Μουλά Ομάρ και οι Αφγανοί στη Μπαμπιγιάν ήταν ενάντια.
Από το 2002 διεθνής χρηματοδότηση υποστηρίζει την ανάκαμψη και τη σταθεροποίηση των προσπαθειών στην περιοχή. Τα θραύσματα των αγαλμάτων τεκμηριώνονται και αποθηκεύονται με ιδιαίτερη προσοχή η οποία δίνεται στην εξασφάλιση της δομής του αγάλματος. Ελπίζεται ότι στο μέλλον η μερική αναστήλωση μπορεί να διεξαχθεί με τα υπόλοιπα θραύσματα. Το 2009, το ICOMOS κατασκεύασε σκαλωσιές για την καλύτερη διατήρηση και σταθεροποίηση. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αρκετά σοβαρά θέματα διατήρησης και ασφάλειας και οι Βούδες εξακολουθούν να αναφέρονται ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς το οποίο βρίσκεται σε κίνδυνο.
Το καλοκαίρι του 2006, Αφγανοί αξιωματούχοι είχαν αποφασίσει σχετικά με το χρονοδιάγραμμα για την εκ νέου κατασκευή των αγαλμάτων. Καθώς περιμένουν την κυβέρνηση του Αφγανιστάν και τη διεθνή κοινότητα να αποφασίσει το πότε να ξαναχτιστούν, ένα έργο χρηματοδοτείται με μερικά εκατομμύρια από τηνUNESCO, το οποίο διαλέγει τα κομμάτια από πηλό και γύψο – κυμαίνονται από ογκόλιθους βάρους αρκετών τόνων έως το μέγεθος μιας μπάλας του τένις – και τα προστατεύει από τα καιρικά φαινόμενα.
Η κοιλάδα της Μπαμιγιάν συμπεριλήφθηκε το 2008 στην λίστα με τις 100 πιο απειλούμενες περιοχές από το Παγκόσμιο Ταμείο Μνημείων.

Ανακάλυψη γιγαντιαίου αγάλματος
Στις 8 Σεπτεμβρίου του 2008 οι αρχαιολόγοι έψαχναν για ένα θρυλικό άγαλμα ύψους 300 μέτρων στη θέση των κατεστραμμένων Βούδων, όμως τελικά ανακοίνωσαν την ανακάλυψη ενός άγνωστου Βούδα ύψους 19 μέτρων , μια πόζα που αντιπροσωπεύει το πέρασμα του Βούδα στη νιρβάνα.
Αποκατάσταση
Η ομάδα εργασίας εμπειρογνωμόνων της UNESCO για τα πολιτιστικά έργα του Αφγανιστάν συγκλήθηκε στις 3-4 Μαρτίου 2011 στο Παρίσι με αφορμή το τι θα γίνει με τα δυο αγάλματα.
Ο ερευνητής Έργουιν Έμερλινγκ του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου ανακοίνωσε ότι πίστευε ότι θα ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί το μικρότερο άγαλμα χρησιμοποιώντας μια οργανική ένωση πυριτίου.
Η διάσκεψη του Παρισιού εξέδωσε μια λίστα με 39 προτάσεις για την προστασία του τόπου της Μπαμιγιάν. Σύμφωνα με αυτές τις προτάσεις η μεγαλύτερη δυτική κόγχη πρέπει να παραμείνει κενή ως ένα μνημείο για την καταστροφή των αγαλμάτων. Άλλες προτάσεις αναφέρουν μια μελέτη φυσικότητας για την ανοικοδόμηση της του ανατολικού Βούδα αλλά και την κατασκευή ενός κεντρικού μουσείου και πολλών ακόμα μικρότερων μουσείων.


Από τότε έχουν ξεκινήσει οι εργασίες για την αποκατάσταση των Βουδών, χρησιμοποιώντας τη διαδικασία της αναστήλωσης, όπου τα πρωτότυπα στοιχεία συνδυάζονται με το σύγχρονο υλικό. Εκτιμάται ότι περίπου τα μισά από τα κομμάτια των Βούδων μπορούν να ενωθούν και πάλι μαζί, σύμφωνα με τον Μπερτ Μπραξενθάλερ, έναν Γερμανό ιστορικό τέχνης και γλύπτη που συμμετέχει στην αποκατάσταση.
Η διαδικασία της αποκατάστασης των σπηλαίων και των Βουδών έχουν βοηθήσει στην κατάρτιση και την απασχόληση των ντόπιων, όπως οι χαράκτες πέτρας. Έτσι, το όλο έργο της αποκτάτασης, που διοργανώνεται από την UNESCO και το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS),  στοχεύει επίσης στην ενθάρρυνση του τουρισμού στην περιοχή.
Όμως έχει δεχθεί και κριτική.
Μερικοί θεωρούν ότι οι κενές θέσεις θα πρέπει να παραμείνουν ως μνημεία στον φανατισμό των Ταλιμπάν, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να δαπανηθούν καλύτερα για τη στέγαση και την ανάπτυξη μονάδων ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή.
Ωστόσο, ορισμένοι επισημαίνουν ότι ο τουρισμός που θα επέλθει με την ανοικοδόμηση των Βούδων θα βοηθήσει τις γύρω κοινότητες.-

ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...