Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ‏

ΟΙ  ΘΕΩΡΙΕΣ  ΤΗΣ  ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ   ΠΟΥ  ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ  ΣΤΑ  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ  ΣΗΜΕΡΑ 

ΜΕΡΟΣ  ΔΕΥΤΕΡΟ

Στον διάλογο Κρατύλος ο Πλάτωνας ασχολήθηκε με την ερώτηση αν τα ονόματα των πραγμάτων ορίζονται από σύμβαση ή από τη φύση.

Σημασιολογία
Η σημασιολογία ορίζεται ως:
i) Ο κλάδος της γλωσσικής επιστήμης που εξετάζει την σημασιολογική δομή της/μιας γλώσσας (γενικότερη έννοια).
ii) Ο γραμματικός τομέας που, παράλληλα με την Μορφοσύνταξη την Φωνητική 
και την Φωνολογία, αναλύει την σημασία των λέξεων και ερμηνεύει (Ερμηνευτική σημασιολογία) την σημασιολογική δομή των προτάσεων, ή, παράγει (Γενετική σημασιολογία) εξ ολοκλήρου τις προτάσεις με βάση αρχικά καθολικά σημασιολογικά σχήματα (ειδικότερη έννοια).

Ορολογία
Πρώτος ο Reisig χρησιμοποίησε τον όρο σημασιολογία (Semasiologie) για να δηλώσει τον κλάδο της επιστήμης που εξετάζει τις σημασίες των λέξεων. Έπειτα ο γάλλος σημασιολόγος Breal χρησιμοποίησε τον όρο sémantique (αγγλ.semantics,
 γερμ.Semantikαπο το ελληνικό επίθετο σημαντικός ("ο σημαίνων" ή "ο έχων σημασία").
Το θηλυκό του επιθέτου σημαντική χρησιμοποιείται σε άλλους τομείς έρευνας γι' αυτό και στην Ελληνική χρησιμοποιείται ο όρος σημασιολογία.

Σημασία
Ανάλογα με την θεωρητική σκοπιά που βλέπει κανείς την σημασία καθορίζει και την έννοιά της, έτσι ώστε η ποικιλία των ορισμών είναι τεράστια. Έτσι οι γλωσσολόγοι "θα διαφωνούσαν λιγότερο" μ' έναν ορισμό της έννοιας της σημασίας της εξής γενικής μορφής:
Σημασία είναι το σύνολο των παραδειγματικών και των συνταγματικών σημασιολογικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν κάθε λέξη.
Με άλλα λόγια, η θέση μιας λέξης στο σημασιολογικό σύστημα της γλώσσας και οι σχέσεις που αναπτύσσει χρησιμοποιούμενη στις συγκεκριμένες προτάσεις της ίδιας γλώσσας.

Εξέλιξη της Σημασιολογίας
Η μελέτη της σημασίας εμφανίζεται από την αρχαία ελληνική φιλοσοφική γραμματική και αργότερα στη γραμματική των τροπιστών (Modistae) του 
Μεσαίωνα, όμως η συστηματική σπουδή της είναι σχετικά πρόσφατη κατάκτηση της γλωσσολογίας. Τόσο η αρχαία και η μετέπειτα φιλοσοφική γραμματική όσο και η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία, μελέτησαν την σημασία απο τελείως διαφορετική σκοπιά, απ' ό,τι η σύγχρονη σημασιολογία. Η παλαιότερη φιλοσοφική γραμματική έδωσε έμφαση στη σχέση των λέξεων (ως γλωσσικών σημείων) με τα αντικείμενα που σημαίνουν, δηλ. στη σχέση δηλώσεως 
(denotatio) και μάλιστα σε ονομασιολογικό επίπεδο παρα σε σημασιολογικό. Στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία ό,τι ενδιέφερε ήταν η μελέτη τηςμεταβολής των σημασιών των λέξεων και η αναζήτηση των αρχικών (ετυμολογικώς) σημασιών, που θεωρούνταν απαραίτητες για την επανασύνθεση των πρωτογλωσσών και στην μελέτη της ιστορίας των επιμέρους γλωσσών.
Όπως και σε κάθε κλάδο της γλωσσολογίας έτσι και τη σημασιολογία μπορούμε να εξετάσουμε τα γλωσσικά φαινόμενα κατα δύο τρόπους: διαχρονικώς και 
συγχρονικώς.



Διαχρονική Σημασιολογία
Η Διαχρονική Σημασιολογία, ή αλλιώς Ιστορική/συγκριτική Σημασιολογία, εξετάζει τιςμεταβολές των σημασιών των λέξεων. Κυριότερος εκπρόσωπος είναι ο J.Breal, που πρώτος εντόπισε και περιέγραψε τις διαδικασίες με τις οποίες επιτελούνται οι μεταβολές στην σημασία των λέξεων. Τέτοιες διαδικασίες είναι οι ακόλουθες:

1) διεύρυνση/επέκταση σημασίας (élargissement de sens) π.χ. παιδεύω 

«ανατρέφω παιδιά» > «διδάσκω παιδιά» > «διδάσκω» (γενικά)/ «εκπαιδεύω» (και ζώα) τράπεζα«τραπέζι» > «τραπέζι συναλλαγών, πιστωτικό ίδρυμα»
2) στένωση/περιορισμός (réduction de sens) π.χ.κώπη «λαβή» > «κουπί»
3) μεταφορά (transfert de sens) εμφανίζεται με διάφορες μορφές:
α)ως απλή μεταφορική έννοια, π.χ. πόδι (ανθρώπου) > πόδι (τραπεζιού)
β)ως σχέση περιέχοντος – περιεχομένου, π.χ. χόρτος (κήπος) > χόρτο (πόα)
γ)ως μετωνυμία, π.χ. επωνυμία εργοστασίου Carlo et figlio > καριοφίλι (είδος όπλου)

4)ως μετασχηματισμός (déformation de sens), δηλαδή μεταβολή της σημασίας θετικά (mélioratif) ή αρνητικά (pejoratif), π.χ. απο το αρχαίο αγγλικό cwén «γυναίκα» (*gwen-) προήλθαν οι λέξεις quean, «παλιογυναίκα» και queen «βασίλισσα».

Βιβλιογραφία
Μπαμπινιώτης Γ. 1985: Εισαγωγή στη σημασιολογία (Αθήνα: Γ.Γκέλμπεσης)

Σημειωτική
Σημειωτική (από το αρχ. ελλ. σημεον) ή, όπως ονομαζόταν παλαιότερα, 
σημειολογία είναι η επιστήμη που μελετά τη συγκρότηση και τη λειτουργία των συμβολικών συστημάτων στο σύνολό τους. Στο αντικείμενό της εμπίπτει οτιδήποτε χρησιμοποιείται με κάποια σημασία και υποκαθιστά κάτι άλλο. Γλώσσα, κυκλοφοριακή σήμανση, μουσική, ιατρική συμπτωματολογία, θέατρο, κοινωνικές συμβάσεις, κινηματογράφος, μόδα και τελετουργικές συμπεριφορές είναι μερικά μόνο από τα συστήματα διαχείρισης σημασιών, που ως τέτοια μελετώνται από τη σημειωτική για την επικοινωνιακή τους λειτουργία. Επειδή σημασίες εμπλέκονται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα συμμετέχει ο άνθρωπος και συνεπώς στο σύνολο του πολιτισμού, η σημειωτική διεκδικεί τον ρόλο γενικής πολιτισμικής θεωρίας.
Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Τζων Λοκ το 1690 σε μια μελέτη για την έννοια της κατανόησης.
Αντικείμενο της σημειωτικής είναι πώς τα άτομα αποδίδουν, κωδικοποιούν και ανταλλάσσουν σημασίες και νοήματα. Ο όρος σημείο αναφέρεται σε οποιαδήποτε οντότητα η οποία είναι αντιπροσωπευτική (φέρει) ή στην οποία αποδίδεται ένα συγκεκριμένο νόημα (παραδείγματα σημείων: χειρονομίες, λέξεις, πινακίδες, ήχοι ειδοποίησης, ακόμα και μια ιδέα ή μια σκέψη).
Η σημειωτική παρέχει τα εργαλεία για την κριτική εξέταση των συμβόλων και για την έρευνα της ερμηνείας σε πολλούς τομείς.
Σύμφωνα με τις διαδικασίες ανάλυσης που προτείνει ο A.J. Greimas, διακρίνουμε δύο επίπεδα ανάλυσης: το επιφανειακό επίπεδο και το βαθύ επίπεδο (immanent). Στο επιφανειακό επίπεδο, δύο συνιστώσες ρυθμίζουν την οργάνωση των στοιχείων: μια αφηγηματική συνιστώσα (που ρυθμίζει τη διαδοχή, την "αλυσίδα", των καταστάσεων και των μεταμορφώσεων) και μια συνιστώσα λόγου που ρυθμίζει την αλυσίδα των μορφών και των εννοιών. Στο βαθύ επίπεδο υπάρχουν δύο σχέδια οργάνωσης: ένα δίκτυο σχέσεων και ένα σύστημα πράξεων.
Η σημειωτική ανάλυση κειμένων (κειμενογλωσσολογία) είναι α) η εσωτερική ανάλυση (immanent) β) η δομική ανάλυση γ) η ανάλυση λόγου. Κάθε κείμενο χαρακτηρίζεται από "αφηγηματικότητα" και μπορεί να αναλυθεί σε "αφηγηματικά προγράμματα". Σύμφωνα με τον Greimas, το αφηγηματικό πρόγραμμα είναι η ακολουθία καταστάσεων και μεταμορφώσεων που συμβαίνουν στη βάση μιας σχέσης S-0 (υποκειμένου-αντικειμένου). H αφηγηματική ανάλυση κειμένου έγκειται στην παράθεση των εκφωνημάτων κατάστασης και των εκφωνημάτων πράξης. Το υποκείμενο (S) δεν είναι "πρόσωπο" και το αντικείμενο (0) δεν είναι
πράγμα: πρόκειται για ρόλους, για ιδέες που ορίζουν τις συσχετικές θέσεις (τους actants ή τους ρόλους actantiels) που δεν υπάρχουν χωρίς ο ένας τον άλλον.
Όροι σημειωτικής:
μεταμόρφωση, αφηγηματικό πρόγραμμα, επιτέλεση, ικανότητα, υποκείμενο κατάστασης, υποκείμενο ενεργείας, μορφές, διαμόρφωση λόγου, δρων ρόλος, θεματικός ρόλος.


Φιλοσοφία της γλώσσας

Φιλοσοφία της γλώσσας ονομάζεται η λογική διερεύνηση της φύσης, των απαρχών και της χρήσης της γλώσσας. Ως θέμα, η φιλοσοφία της γλώσσας για τους αναλυτικούς φιλοσόφους ασχολείται με τέσσερα θεμελιώδη προβλήματα: τη φύση της σημασίας, τη χρήση της γλώσσας, τη γνώση της γλώσσας (language cognition), και τη σχέση μεταξύ γλώσσας και πραγματικότητας. Αντίθετα, οι γερμανοί  φιλόσοφοι, τείνουν να μη θεωρούν τη φιλοσοφία της γλώσσας ως ξεχωριστό αντικείμενο αλλά ως μέρος τηςλογικής, της ιστορίας ή της πολιτικής.
Αρχικά οι φιλόσοφοι της γλώσσας διερευνούν τη φύση της σημασίας και προσπαθούν να εξηγήσουν τι σημαίνει να "σημαίνει" κάτι. Θέματα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η φύση της συνωνυμίας, η προέλευση της ίδιας της σημασίας, και πώς μπορεί κάθε σημασία τελικά να γίνει γνωστή. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι της γλώσσας δείχνουν επίσης ειδικό ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο μια πρόταση συντίθεται σε κάτι που συνολικά έχει μια σημασία, μέσω των σημασιών των τμημάτων της.
Στη συνέχεια, προσπαθούν να καταλάβουν τι κάνουν οι ομιλητές και οι ακροατές με τη γλώσσα κατά την επικοινωνία, και πώς αυτή χρησιμοποιείται σε κοινωνικό επίπεδο. Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα θέματα της εκμάθησης της γλώσσας, της δημιουργίας της γλώσσας, και των δράσεων ομιλίας (speech acts).
Τρίτον, ερευνάται η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη, τόσο του ομιλητή όσο και του διερμηνέα. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί σε αυτή βασίζεται η επιτυχής μετάφρασητων λέξεων σε άλλες λέξεις.
Τέλος, ερευνούν πώς η γλώσσα και η σημασία σχετίζονται με την αλήθεια και τον κόσμο. Οι φιλόσοφοι τείνουν να ασχολούνται λιγότερο με το ερώτημα ποιες προτάσεις είναι πραγματικά αληθείς και περισσότερο με το τι είδους σημασίες μπορούν να είναι αληθείς ή ψευδείς. Ένας φιλόσοφος της γλώσσας που ασχολείται με την αλήθεια, αντί να ασχολείται με τον τρόπο που
χρησιμοποιούνται οι προτάσεις, μπορεί να ρωτά αν μια πρόταση χωρίς νόημα μπορεί να είναι αληθής ή όχι, ή αν οι προτάσεις μπορούν να εκφράζουν ιδιότητες πραγμάτων που δεν υπάρχουν.

Ιστορία

ΑΡΧΑΙΑ  ΕΛΛΑΔΑ 
Οι γλωσσολογικές υποθέσεις εμφανίζονται πριν τις γραμματικές  
παραδόσεις της συστηματικής περιγραφής της γλώσσας και  ανάγονται 
 στον  Όμηρο  και  στα Ομηρικά  Έπη  (8ος  αιώνας  π.Χ.)  (    Ριανός).
Ο προγραμματισμός της ψυχής, μέσα από το Ελληνικό αλφάβητο του Παλαμήδη

Στην  Ελλάδα η επιστημονική  έρευνα πάνω στη γλώσσα εμφανίζεται από τον 5ο αιώνα π.Χ. με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους Στωικούς.
Στον διάλογο Κρατύλος ο Πλάτωνας ασχολήθηκε με την ερώτηση αν τα ονόματα των πραγμάτων ορίζονται από σύμβαση ή από τη φύση. Άσκησε κριτική στις συμβάσεις (conventionalism) γιατί οδηγούσε στο περίεργο αποτέλεσμα ότι σε όλα τα πράγματα μπορούσε να αποδοθεί ένα όνομα από σύμβαση. Επομένως δεν μπορούν να χειριστούν την ορθή ή λανθασμένη εφαρμογή ενός ονόματος. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχει μια φυσική ορθότητα στα ονόματα, δείχνοντας ότι οι σύνθετες λέξεις και φράσεις έχουν ένα εύρος ορθότητας. Υποστήριξε επίσης ότι τα πρωτογενή ονόματα έχουν μια φυσική ορθότητα, γιατί κάθε φώνημα 
εκφράζει μια βασική ιδέα ή ένα συναίσθημα. Για παράδειγμα κατά τον Πλάτωνα το γράμμα λ και ο ήχος τους αναπαριστούσαν την ιδέα "μαλακό". Μέχρι όμως το τέλος του "Κρατύλου" είχε παραδεχτεί ότι συνεισφέρουν κάποιες κοινωνικές συμβάσεις και ότι η ιδέα των φωνημάτων που έχουν ξεχωριστές σημασίες έχει κάποια λάθη.
Ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε με θέματα λογικής, κατηγοριών, καθώς και με τη δημιουργία της σημασίας. Χώρισε όλα τα πράγματα σε κατηγορίες με βάση το είδος (species) και το γένος (genus). Πίστευε ότι η σημασία ενός κατηγορήματος οριζόταν από μια αφαίρεση των ομοιοτήτων μεταξύ διαφορετικών πραγμάτων. Αυτή η θεωρία αργότερα αποκλήθηκε νομιναλισμός. Επειδή όμως ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι αυτές οι ομοιότητες αποτελούνταν από μια πραγματική ομοιότητα της φόρμας, συχνά θεωρείται οπαδός του "μετριοπαθούς ρεαλισμού" ("moderate realism").
Οι Στωικοί φιλόσοφοι προσέφεραν πολλά στην ανάλυση της γραμματικής, διακρίνοντας ανάμεσα σε πέντε είδη του λόγου: τα ουσιαστικά, τα ρήματα, τα ονομαστικά (ονόματα ή επίθετα), τους συνδέσμους και τα άρθρα. Ανέπτυξαν επίσης μια θεωρία για το λεκτόναντιστοιχιζόμενη με κάθε σημείο της γλώσσας, και διαφέρει από το σημείο και από τον κόσμο στον οποίο αναφέρεται. Αυτό το λεκτόν ήταν η σημασία (ή η αντίληψη, αγγλ. sense) κάθε όρου. Το λεκτόν μιας πρότασης είναι αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε τυπικά 
πρόταση (proposition). Οι τυπικές προτάσεις θεωρούνταν ότι μετέφεραν την αλήθεια (δηλ. μπορούσαν να είναι αληθείς ή ψευδείς) ενώ οι απλές προτάσεις μετέφεραν απλώς τις εκφράσεις. Διαφορετικά λεκτά μπορούσαν να εκφράσουν άλλα πράγματα εκτός προτάσεων, όπως εντολές, ερωτήσεις και επιφωνήματα.



ΙΝΔΙΑ
Υπάρχουν ασαφείς  γλωσσολογικές υποθέσεις (linguistic speculation) για την Ινδία από τη βεδική περίοδο (περίπου το 1500 π.Χ.) με τη θεοποίηση του vāk, του "λόγου".
Στην Ινδία οι γλωσσολογικές υποθέσεις εμφανίζονται στον 7ο αιώνα π.Χ. (Yaska).
Η κανονική φιλοσοφία της γλωσσολογίας κατάγεται από την πρώιμη μεσαιωνική Ινδική φιλοσοφία (περίπου μεταξύ του 5ου και του 10ου αιώνα) και το διάλογο μεταξύ των διάφορων σχολών σκέψης αυτής. Η "υλιστική" σχολή Mimamsa των Kumārila Bhaṭṭaκαι Prabhākara έτεινε προς τις συμβάσεις, υποστηρίζοντας ότι η γλωσσική συμπεριφορά και η σημασία διέφεραν. Η ολιστική (sphoa) σχολή των "γραμματικών", των Bharthariκαι Maṇḍana Miśra 
υποστήριζε ότι η φωνητική διατύπωση και η σημασία ήταν αδιαίρετες και τελικά ταυτίζονταν με το Μπράχμαν (śabda-tattva-brahman), με τον Vācaspati Miśra και τη μεταγενέστερη σχολή Navya-Nyāya.

ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΙ  ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ
Οι φιλόσοφοι του μεσαίωνα ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τα λεπτά νοήματα της γλώσσας και της χρήσης της. Για πολλούς Σχολαστικούς, αυτό οφειλόταν στην ανάγκη μετάφρασης ελληνικών κειμένων στα λατινικά. Υπήρξαν αρκετοί σημαντικοί φιλόσοφοι της γλώσσας στην περίοδο του μεσαίων. Σύμφωνα με τον Peter J. King, ο Peter Abelard υπήρξε πρόδρομος των σύγχρονων ιδεών σημασία και σημαινόμενο (sense and reference), η άποψη αυτή όμως έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, το Summa Logicae τουΓουλιέλμου του Όκαμ ήταν μια από τις πρώτες σοβαρές προσπάθειες να κωδικοποιηθεί μια νοητική γλώσσα.
Οι σχολαστικοί της υψηλής μεσαιωνικής περιόδου, όπως ο Όκαμ και ο John Duns Scotus, θεωρούσαν τη λογική σαν μια scientia sermocinalis (επιστήμη της γλώσσας). Το αποτέλεσμα των ερευνών τους ήταν η ανάπτυξη γλωσσολογικο-φιλοσοφικών εννοιών, η πολυπλοκότητα και η σημασία των οποίων μόλις πρόσφατα αναγνωρίστηκε. Οι φιλόσοφοι του μεσαίωνα ασχολήθηκαν με αρκετά από τα πιο ενδιαφέροντα προβλήματα της σύγχρονης φιλοσοφίας της γλώσσας. Τα φαινόμενα του απροσδιόριστου νοήματος (vagueness) και του διφορούμενου νοήματος (ambiguity) αναλύθηκαν σε μεγάλο βαθμό, και αυτό οδήγησε σε ένα αυξημένο ενδιαφέρον για προβλήματα που είχαν σχέση με συγκατηγορηματικές
 λέξεις όπως το και, το ή, το μη, το εάν και το κάθε. Αναπτύχθηκε επίσης αρκετά η μελέτη των κατηγορηματικών λέξεων (ή όρων) και των ιδιοτήτων τους. Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της έρευνας των σχολαστικών σε αυτό το πεδίο ήταν η θεωρία του suppositio. Το suppositio ενός όρου είναι η ερμηνεία που δίνεται σε αυτόν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλο (συμφραζόμενα). Μπορεί να είναιδόκιμο (proper) ή αδόκιμο (improper, π.χ. όταν χρησιμοποιείται στη μεταφορά, στη μετωνυμία και σε άλλες εκφράσεις του λόγου). Ένα δόκιμο suppositio, μπορεί να είναι τυπικό (formal) ή υλικό (material) ανάλογα με το αν αναφέρεται στο συνηθισμένο μη-γλωσσικό του αναφερόμενο (όπως στην πρόταση "ο Κάρολος είναι άνθρωπος"), ή στον εαυτό του ως γλωσσική οντότητα (όπως στην πρόταση "το Κάρολος έχει εφτά γράμματα"). Αυτή η κατηγοριοποίηση είναι ο πρόδρομος της σύγχρονης διάκρισης μεταξύ χρήσης και αναφοράς (use-mention), και μεταξύ της γλώσσας και της μεταγλώσσας.
Μεταξύ του 11ου και του 13ου αιώνα υπήρξε μια παράδοση που ονομάστηκε υποθετική γραμματική (speculative grammar). Ανάμεσα στους φιλοσόφους της βρίσκονται ο Martin of Dace και ο Thomas of Erfurth.



Πρώιμη σύγχρονη περίοδος
Οι γλωσσολόγοι της Αναγέννησης και του Μπαρόκ όπως ο Johannes Goropius Becanus, ο Athanasius Kircher και ο John Wilkins, είχαν γοητευθεί από την ιδέα μιας φιλοσοφικής γλώσσας που να εξουδετερώνει την ασυνεννοησία των γλωσσών, λόγω της ανακάλυψης των Κινεζικών χαρακτήρων και των Αιγυπτιακών ιερογλυφικών (έργο Hieroglyphica). Αυτή η σκέψη μπορεί να συγκριθεί με την ιδέα της ύπαρξης μιας παγκόσμιας γλώσσας της μουσικής, μια θεωρία που έχει αποδειχτεί εσφαλμένη.
Οι ηπειρωτικοί φιλόσοφοι άρχισαν να απορροφούν την Ινδική γλωσσολογική παράδοσημόλις από τα μέσα του 18ου αιώνα, αρχικά με τον Jean François Pons και τον Henry Thomas Colebrooke (editio princeps του Varadarāja, ενός γραμματικού Σανσκριτικώντου 17ου αιώνα, από το 1849).
Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Δανός φιλόσοφος Søren Kierkegaard υποστήριξε ότι η γλώσσα θα έπρεπε να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη Δυτική φιλοσοφία. Θεωρούσε ότι η φιλοσοφία δεν είχε εστιάσει αρκετά στο γνωσιακό ρόλο που παίζει η γλώσσα και ότι η μεταγενέστερη φιλοσοφία θα έπρεπε να ασχολείται συνειδητά με τη γλώσσα.
Επομένως, η γλώσσα άρχισε να έχει έναν κεντρικό ρόλο στη Δυτική φιλοσοφία των τελών του 19ου αιώνα, ειδικά με το Port Royal στη Γαλλία, στον αγγλόφωνο κόσμο και σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Το βασικό έργο ήταν το Cours de linguistique générale, του Ferdinand de Saussure, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, το 1916.
Η φιλοσοφία της γλώσσας έγινε τότε τόσο διαδεδομένη, που στους κύκλους της αναλυτικής φιλοσοφίας, ολόκληρη η φιλοσοφία εμφανιζόταν σαν κάτι που αφορούσε τη φιλοσοφία της γλώσσας. Τον 20ο αιώνα, η "γλώσσα" έγινε ακόμα πιο κεντρικό θέμα ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά παρακλάδια της φιλοσοφίας. Η φράση "η γλωσσολογική στροφή" ("the linguistic turn") χρησιμοποιήθηκε για να περιγραφεί η έμφαση που έδιναν στη γλώσσα οι φιλόσοφοι της εποχής.



Σημαντικά θέματα της  Σημασιολογίας

Σύνθεση και μέρη
Είναι γνωστό ότι υπάρχουν διαφορετικά μέρη του λόγου. Ένα μέρος μιας συνηθισμένης πρότασης είναι η λεκτική μονάδα (lexical unit), η οποία αποτελείται από ουσιαστικά, ρήματα και επίθετα. Ένα σημαντικό ερώτημα του πεδίου - ίσως το σημαντικότερο για όσους σκέφτονται τυπικά ή στρουκτουραλιστικά - είναι, "Πώς η σημασία μιας πρότασης αναδύεται από τα μέρη της;"
Πολλές όψεις του προβλήματος της σύνθεσης στις προτάσεις λύνονται από το γλωσσολογικό πεδίο της σύνταξης. Η φιλοσοφική σημασιολογία τείνει να εστιάζεται στην αρχή της συνθετικότητας (principle of compositionality) για να εξηγήσει τις σχέσεις μεταξύ μερών με σημασία και ολόκληρων προτάσεων, Η αρχή αυτή υποστηρίζει ότι μια πρόταση μπορεί να γίνει κατανοητή με βάση τα μέρη της (δηλ., λέξεις, μορφήματα) και τη δομή της (δηλ., σύνταξη, λογική).
Μια άποψη, από τον επιστήμονα της λογικής Άλφρεντ Τάρσκι, εξηγεί τα λεκτικά μέρη μιας πρότασης λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες ικανοποίησής τους. Αυτό γενικά σημαίνει ότι λαμβάνεται η έκταση (extension) της λέξης - δηλαδή τα αντικείμενα που ορίζονται από μια συγκεκριμένη σημασία.
Οι γλωσσολόγοι έχουν αναπτύξει τουλάχιστον δύο γενικές μεθόδους κατανόησης της σχέσης μεταξύ των μερών μιας γλωσσικής ακολουθίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίο τοποθετούνται μαζί: συντακτικά και σημασιολογικά δένδρα. Τα συντακτικά δένδρα παίρνουν πληροφορία από τις λέξεις της πρότασης σύμφωνα με τη γραμματική που χρησιμοποιείται. Τα σημασιολογικά δένδρα εστιάζουν στο ρόλο της σημασίας των λέξεων και πώς αυτές οι σημασίες συνδυάζονται για να παρέχουν πληροφορίες για τη γέννηση των σημασιολογικών γεγονότων.

Η φύση της σημασίας
Η απάντηση στο ερώτημα "Τί είναι σημασία;" δεν είναι εύκολη - με αυτή ασχολείται ένα μέρος της φιλοσοφίας της γλώσσας.
Η θέση του Geoffrey Leech ήταν ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι γλωσσολογικής σημασίας: η εννοιολογική (conceptual) και η συσχετιστική 
(associative). Για τον Leech, οι εννοιολογικές σημασίες μιας έκφρασης έχουν να κάνουν με τους ορισμούς των ίδιων των λέξεων και τα χαρακτηριστικά των ορισμών αυτών. Αυτό το είδος σημασίας χειρίζεται μέσω μιας τεχνικής που αποκαλείται ανάλυση σημασιολογικών χαρακτηριστικών (semantic feature analysis). Η εννοιολογική σημασία μιας έκφρασης απαραίτητα χρησιμοποιεί τον ορισμό της (που ονομάζεται και "connotation" ή "νόημα"/"ένταση"/"intension" στη βιβλιογραφία) και την έκτασή της ("extension", που ονομάζεται και "δήλωση" ή "denotation"). Η συσχετιστική σημασία μιας έκφρασης έχει να κάνει με τους ξεχωριστούς τρόπους με τους οποίους μπορεί κατανοήσει ο ομιλητής και οι οποίοι χωρίζονται σε έξι υποτύπους: connotative, collocative, social, affective, reflected και thematic.
Γενικά, έχουν υπάρξει τουλάχιστον έξι διαφορετικές απόπειρες να εξηγηθεί η γλωσσολογική "σημασία" και για κάθε μια υπάρχει η αντίστοιχη βιβλιογραφία.
Οι θεωρίες ιδεών της σημασίας (idea theories of meaning) συνήθως σχετίζονται με την βρετανική παράδοση του εμπειρισμού του Τζων Λοκ, του Τζωρτζ Μπέρκλεϋ και του Ντέιβιντ Χιουμ και υποστηρίζουν ότι οι σημασίες είναι αμιγώς νοητικά περιεχόμενα που προκαλούνται από α σήματα. Αν και αυτή η θεωρία έχει αρκετά προβλήματα, υπάρχει πάλι ενδιαφέρον για αυτήν μέσω του semantic internalism.
Οι θεωρίες συνθηκών αληθείας (truth-conditional theories) θεωρούν ότι η σημασία είναι οι συνθήκες κάτω από τι οποίες μια έκφραση μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής. Αυτή η παράδοση φτάνει μέχρι τον Φρέγκε και συνδέεται με ένα πλούσιο όγκο σύγχρονης δουλειάς με πρωτεργάτες φιλόσοφους όπως ο Άλφρεντ Τάρσκι και ο Donald Davidson.

Η άποψη Use theorist θεωρεί ότι η σημασία σχετίζεται με τις δράσεις ομιλίας και με συγκεκριμένα εκφωνήματα (utterances), όχι με τις ίδιες τις εκφράσεις. Ο μεταγενέστερος Βιτγκενστάιν βοήθησε να εγκαινιαστεί η ιδέα της "σημασίας ως χρήσης" και μια άποψη της γλώσσας με βάση την κοινότητα. Ο Βιτγκενστάιν ενδιαφερόταν για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινότητες χρησιμοποιούν τη γλώσσα και πόσο μπορεί αυτό να προχωρήσει. Συνδέεται επίσης με τον P.F. Strawson, τον John Searle, τον Robert Brandom, και άλλους.
Οι αναφορικές θεωρίες της σημασίας (reference theories of meaning), γνωστές γενικά και ως semantic externalism, θεωρούν ότι η σημασία είναι ισοδύναμη με τα πράγματα στον κόσμο που πραγματικά συνδέονται με σημεία. Υπάρχουν δύο είδη της θεωρίας: κοινωνική (social) και περιβαλλοντική (environmental). Η πρώτη είναι στενά συδεδεμένη με τον Tyler Burge και η δεύτερη με τον Hilary Putnam, το Saul Kripke και άλλους.
Το κίνημα του λογικού θετικισμού των αρχών του 20ου αιώνα συνδέθηκε με τις λεγόμενες Θεωρίες ορθότητας της σημασίας (Verificationist theories of meaning). Σύμφωνα με αυτές η σημασία μιας πρότασης είναι η μέθοδος της απόδειξης της ορθότητας ή της μη ορθότητάς της. Με αυτήν τη μορφή, η θέση τους εγκαταλείφθηκε μετά από την παραδοχή από μέρους των περισσότερων φιλοσόφων της θέσης Duhem-Quine (confirmation holism) μετά τη δημοσίευση του Two Dogmas of Empiricism του Quine. Όμως, ο Michael Dummett έχει υποστηρίξει μια τροποποιημένη μορφή της ορθότητας (verificationism) από τη δεκαετία του 1970. Σε αυτήν την έκδοση, ηκατανόηση (και άρα η σημασία) μιας πρότασης βασίζεται στην ικανότητα του ακροατή να αναγνωρίσει την παρουσίαση (μαθηματική, εμπειρική ή άλλη) της αλήθειας της πρότασης.
Η πραγματιστική θεωρία της σημασίας (pragmatist theory of meaning) περιλαμβάνει κάθε θεωρία στην οποία η σημασία (ή κατανόηση) μιας πρότασης καθορίζεται από τις συνέπειες της εφαρμογής της. Ο Dummett αποδίδει μια τέτοια θεωρία της σημασίας στον Τσαρλς Σάντερς Περς και σε άλλους Αμερικανούς πραγματιστές του πρώιμου 20ου αιώνα.
Υπάρχουν επίσης άλλες θεωρίες που ασχολούνται με τη μη-γλωσσολογική σημασία (δηλ. η σημασία όπως μεταδίδεται από τη γλώσσα του σώματος, οι σημασίες ως συνέπειες, κλπ.).

Αναφορά
Οι θεωρίες της αναφοράς (theories of reference) ερευνούν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά η γλώσσα με τον κόσμο. Ο Γκότλομπ Φρέγκε υποστήριζε τη θεωρία αναφοράς μέσου (mediated reference theory). Ο Φρέγκε χώρισε το σημασιολογικό περιεχόμενο κάθε έκφρασης, συμπεριλαμβανομένων των προτάσεων, σε δύο μέρη: ΤοSinn (συνήθως μεταφράζεται ως "νόημα") και το Bedeutung (εκτός άλλων μεταφράζεται και ως "σημασία", "δήλωση", "nominatum" και "αναφορά"). Το νόημα μιας πρότασης είναι η σκέψη που εκφράζει, η οποία είναι αφηρημένη, παγκόσμια και αντικειμενική. Το νόημα κάθε υπο-προτασιακής έκφρασης αποτελείται από τη συνεισφορά της στη σκέψη που εκφράζει η περιβάλλουσα πρότασή της.
Το νόημα καθορίζει την αναφορά και είναι οι τρόποι (modes) της παρουσίασης των αντικειμένων στα οποία αναφέρονται οι εκφράσεις. Τα αναφερόμενα (referents) είναι τα αντικείμενα του κόσμου που ξεχωρίζονται από τις λέξεις. Κατά αυτόν τον τρόπο, τα αναφερόμενα των φράσεων "το άστρο του πρωινού" και "το άστρο του δειλινού" είναι τα ίδια, ο πλανήτης Αφροδίτη, αλλά αποτελούν δύο διαφορετικούς τρόπους παρουσίασης του ίδιου αντικειμένου και έχουν δύο διαφορετικά νοήματα. Τα νοήματα των προτάσεων είναι σκέψεις, ενώ τα αναφερόμενά τους είναι αληθοτιμές (αληθές ή ψευδές). Τα αναφερόμενα των προτάσεων που ενσωματώνονται σε αποδόσεις προτασιακής αντιμετώπισης (propositional attitude ascriptions) και σε άλλα αδιαφανή συμφραζόμενα είναι τα συνηθισμένα νοήματά τους.
Ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ πρότεινε μια διαφορετική ανάλυση της σχέσης μεταξύ της σημασίας και της αναφοράς. Για αυτόν, αν και υπάρχουν δύο τμήματα στους περισσότερους όρους μιας γλώσσας (υποδήλωση/connotation και δήλωση/denotation), τα κανονικά ονόματα όπως Μπιλ Κλίντον ή Τζον Χόντζμαν έχουν μόνο δήλωση. Επομένως η άποψη του Mill είναι αυτό που αποκαλείται σήμερα θεωρία άμεσης αναφοράς (direct reference theory).
Ο Μπέρτραντ Ράσελ, σε μεταγενέστερα κείμενά του, και για λόγους που έχουν σχέση με τη αισθητηριακή θεωρία του (acquaintance theory) όσον αφορά την επιστημολογία, υποστήριζε ότι οι μόνες άμεσα αναφορικές εκφράσεις είναι αυτές που αποκαλούσε "λογικά κανονικά ονόματα" ("logically proper names"). Τα λογικά κανονικά ονόματα είναι οι όροι όπως το εγώ, το τώρα, το εδώ και άλλα ενδεικτικά (indexicals). Θεωρούσε τα κανονικά ονόματα του παραπάνω τύπου "συντομογραφίες οριστικές περιγραφές" ("abbreviated definite descriptions"). Έτσι το Μπαράκ Ομπάμα μπορεί να είναι μια συντομογραφία της φράσης "ο τρέχων Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και σύζυγος της Μισέλ Ομπάμα". Οι οριστικές περιγραφές είναι δηλωτικές φράσεις που αναλύονται από τον Ράσελ σε λογικές κατασκευές με υπαρξιακούς ποσοδείκτες. Το ότι αυτές οι φράσεις δηλώνουν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο αντικείμενο που ικανοποιεί την περιγραφή. Όμως, αυτά τα αντικείμενα δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχουν σημασία από μόνα τους, αλλά έχουν σημασία μόνο μέσα στην τυπική πρόταση (proposition) που εκφράζεται από τις προτάσεις των οποίων αποτελούν μέρη. Επομένως, κατά το Ράσελ, δεν είναι άμεσα αναφορικά με τον ίδιο τρόπο που είναι τα λογικά κανονικά ονόματα.
Κατά την άποψη του Φρέγκε, κάθε αναφορική έκφραση έχει νόημα και αναφερόμενο. Η άποψη αυτή του "μέσου αναφοράς" ("mediated reference") έχει κάποια συγκεκριμένα θεωρητικά πλεονεκτήματα σε σχέση με αυτήν του Mill. Για παράδειγμα, τα συν-αναφορικά ονόματα, όπως τα Σάμουελ Κλέμενς και Μαρκ Τουαίην, δημιουργούν προβλήματα σε μια άμεσα αναφορική άποψη γιατί μπορεί κάποιος να ακούσει τη φράση "Ο Μαρκ Τουαίην είναι ο Σάμουελ Κλέμενς" και να εκπλαγεί - επομένως το γνωστικό τους περιεχόμενο μοιάζει διαφορετικό. Οι απόψεις του Mill έχουν επίσης πρόβλημα στο χειρισμό ονομάτων χωρίς αντικείμενα που να τα φέρουν. Η πρόταση "Ο Πήγασος είναι το φτερωτό άλογο της Ελληνικής μυθολογίας" μοιάζει να έχει πλήρη σημασία, ίσως ακόμα και να θεωρηθεί αληθής. Όμως, σύμφωνα με το Mill, ο "Πήγασος" δεν έχει νόημα γιατί δεν αναφέρεται σε κάτι και, ακολουθώντας την αρχή της συνθετικότητας, η πρόταση δεν είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής και δεν έχει κάποια σημασία. Στη βιβλιογραφία έχουν εντοπιστεί και άλλες δυσκολίες.
Παρά τις διαφορές μεταξύ Φρέγκε και Ράσελ, μαζί θεωρούνται συνήθως περιγραφιστές (descriptivists) όσον αφορά τα κανονικά ονόματα. Ο Saul Kripke στο έργο του Naming and Necessity άσκησε κριτική στον περιγραφισμό.
Ο Kripke πρότεινε αυτό που έγινε γνωστό ως "το τροπικό επιχείρημα" ("the modal argument") ή "επιχείρημα αυστηρότητας" ("argument from rigidity"). Έστω το όνομαΑριστοτέλης και οι περιγραφές "ο μεγαλύτερος μαθητής του Πλάτωνα", "ο ιδρυτής της λογικής" και "ο δάσκαλος του Αλέξανδρου". Ο Αριστοτέλης προφανώς ικανοποιεί όλες τις περιγραφές (και πολλές άλλες που του αποδίδουμε συνήθως) αλλά δεν ισχύει απαραίτητα ότι αν ο Αριστοτέλης υπήρξε τότε αυτός ήταν κάποια ή όλες αυτές οι περιγραφές. Ο Αριστοτέλης μπορεί να έχει υπάρξει και να μην έχει κάνει ούτε ένα από τα πράγματα που τα αποδόθηκαν μεταγενέστερα. Μπορεί να υπήρξε και να μην έγινε γνωστός ή μπορεί να πέθανε σε μικρή ηλικία. Έστω ότι ο Αριστοτέλης συνδέθηκε από τη Μαρία με την περιγραφή "ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος της αρχαιότητας" και ο (πραγματικός) Αριστοτέλης πέθανε στην παιδική του ηλικία. Τότε η περιγραφή της Μαρίας θα φαινόταν ότι δείχνει στον Πλάτωνα, κάτι που είναι εντελώς απρόσμενο. Επομένως τα ονόματα είναι αυστηροί περιγραφείς (rigid designators), σύμφωνα με τον Kripke, δηλαδή αναφέρονται στο ίδιο πράγμα σε κάθε πιθανό κόσμο που αυτό μπορεί να υπάρχει. Στο ίδιο έργο, ο Kripke διατύπωσε αρκετά άλλα επιχειρήματα σχετικά με τον περιγραφισμό των "Φρέγκε-Ράσελ".

Σκέψη και γλώσσα
Έμφυτες ικανότητες και μάθηση
Κάποια από τα σημαντικότερα θέματα που ανήκουν στην κοινή περιοχή της φιλοσοφίας της γλώσσας και της φιλοσοφίας της σκέψης χειρίζονται από τη σύγχρονη ψυχογλωσσολογία.
Κάποια σημαντικά ερωτήματα είναι
Τι μέρος της γλώσσας είναι έμφυτο;
Η απόκτηση γλώσσας αποτελεί ειδικό μέρος του μυαλού;
Πώς συνδέονται η σκέψη και η γλώσσα;
Γενικά υπάρχουν τρεις απόψεις πάνω στο θέμα της μάθησης της γλώσσας. Η πρώτη είναι η οπτική του συμπεριφορισμού (behaviorism) που ισχυρίζεται ότι, όχι μόνο το μεγαλύτερο μέρος της γλώσσας μαθαίνεται, αλλά μαθαίνεται μέσω εξάρτησης. Η δεύτερη είναι η προοπτική δοκιμής υποθέσεων (hypothesis testing perspective), η οποία θεωρεί ότι τη εκμάθηση από το παιδί των συντακτικών κανόνων και των σημασιών περιέχει την προϋπόθεση και τη δοκιμή υποθέσεων, μεσω της χρήσης της ευφυίας. Ο τελευταίος υποψήφιος για εξήγηση είναι η έμφυτη προοπτική (innatist), η οποία δηλώνει ότι τουλάχιστον κάποια από τα συντακτικά χαρακτηριστικά είναι έμφυτα και προκαθορισμένα, με βάση κάποια τμήματα του μυαλού.
Υπάρχουν πολλές ιδέες για τη δομή του μυαλού σχετικά με τη γλώσσα. Τα συνδετικά (connectionist) μοντέλα δίνουν έμφαση στην ιδέα ότι το λεξιλόγιο ενός ατόμου και οι ιδέες του λειτουργούν σε ένα είδος κατανεμημένου, βασισμένου στην αντιστοίχιση, δικτύου. Τα μοντέλα Nativist θεωρούν ότι υπάρχουν εξειδικευμένες περιοχές του μυαλού που είναι αφιερωμένες στην απόκτηση της γλώσσας. Τα υπολογιστικά μοντέλα δίνουν έμφαση στην ιδέα μιας αναπαραστατικής γλώσσας της σκέψης και η υπολογιστική επεξεργασία, επηρεασμένη από τη λογική, που κάνει το μυαλό σε αυτά. Τα μοντέλα Emergentist εστιάζουν στην ιδέα ότι οι φυσικές μονάδες που χρησιμοποιεί το μυαλό είναι ένα πολύπλοκο σύστημα που προκύπτει από απλούστερα βιολογικά μέρη. Τα αναγωγιστικά (reductionist) μοντέλα προσπαθούν να εξηγήσουν τις νοητικές διαδικασίες υψηλού επιπέδου με όρους της βασικής νευροφυσιολογικής δραστηριότητας χαμηλού επιπέδου του μυαλού.

Γλώσσα και σκέψη
Ένα σημαντικό πρόβλημα που αγγίζει τη φιλοσοφία της γλώσσας και τη φιλοσοφία του νου (philosophy of mind) είναι ο βαθμός στον οποίο αυτές οι δύο αλληλεπηρεάζονται. Υπάρχουν διάφορες απόψεις για το θέμα, με διαφορετικές παρατηρήσεις και προτάσεις.


Οι γλωσσολόγοι Sapir και Whorf πρότειναν ότι η γλώσσα περιορίζεται από το βαθμό στον οποίο τα μέλη μιας "γλωσσολογικής κοινότητας" μπορούν να σκεφτούν σχετικά με συγκεκριμένα υποκείμενα (μια υπόθεση συγκρίσιμη με το μυθιστόρημα 1984 τουΤζορτζ Όργουελ). Με άλλα λόγια, η γλώσσα υπήρξε αναλυτική πριν από τη σκέψη. Ο φιλόσοφος Michael Dummett είναι επίσης οπαδός της άποψης "πρώτα η γλώσσα" ("language-first").
Το άκρως αντίθετο της θέσης των Sapir-Whorf είναι η ιδέα ότι η σκέψη (και γενικότερα,το νοητικό περιεχόμενο) έχει προτεραιότητα έναντι της γλώσσας. Η θέση "πρώτα η γνώση" ("knowledge-first") συναντάται, μεταξύ άλλων, στο έργο του Paul Grice. Επιπλέον, η άποψη αυτή έχει συνδεθεί με το Jerry Fodor και την υπόθεσή του περίγλώσσας της σκέψης. Το επιχείρημά του είναι ότι η προφορική και η γραπτή γλώσσα αποκτούν την προθετικότητα (intentionality) και τη σημασία τους από μια εσωτερική γλώσσα που είναι κωδικοποιημένη στη σκέψη. Το βασικό επιχείρημα αυτής της άποψης είναι ότι η δομή των σκέψεων και η δομή της γλώσσας φαίνεται ότι μοιράζονται ένα συνθετικό και συστηματικό χαρακτήρα. Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι είναι δύσκολο να εξηγηθεί πώς τα σημεία και τα σύμβολα στο χαρτί μπορούν να αναπαριστούν κάτι που έχει σημασία, εκτός και αν τα περιεχόμενα του νου τους έχουν αποδώσει κάποιου είδους νόημα. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα εναντίον της παραπάνω άποψης είναι ότι τέτοια επίπεδα γλώσσας μπορούν να οδηγήσουν σε άπειρες διαδρομές. Σε κάθε περίπτωση, πολλοί φιλόσοφοι της σκέψης και της γλώσσας, όπως ηRuth Millikan, ο Fred Dretske και ο Fodor, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, προσπαθούν να εξηγήσουν απευθείας τις σημασίες των νοητικών περιεχομένων και καταστάσεων.
Κάποιοι άλλοι φιλόσοφοι παραδοσιακά προσπαθούν να δείξουν ότι η γλώσσα και η σκέψη συν-εκτατικές (coextensive) – ότι δεν υπάρχει τρόπος να εξηγηθεί η μια χωρίς την άλλη. Ο Donald Davidson, στο "Thought and Talk", υποστήριξε ότι η έννοια της πίστης μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της δημόσιας γλωσσικής αλληλεπίδρασης. Ο Daniel Dennett έχει μια παρόμοια ερμηνευτική (interpretationist) άποψη των προτασιακών στάσεων (propositional attitudes). Σε κάποιο βαθμό, το θεωρητικό υπόβαθρο της γνωσιακής σημασιολογίας (cognitive semantics), η οποία περιλαμβάνει την έννοια της σημασιολογικής πλαισίωσης (framing), ενθαρρύνει την άποψη ότι η γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη. Η ίδια παράδοση θεωρεί τη σημασία και τη γραμματική ως εννοιολογικές λειτουργίες, επομένως είναι δύσκολο να εκτιμηθούν άμεσα.
Κάποιοι φιλόσοφοι όπως ο αρχαίος σοφιστής Γοργίας, έχουν ασχοληθεί με το ερώτημα αν η γλώσσα μπορεί σε κάποιο βαθμό να συλλάβει τη σκέψη.
Υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι οι γλώσσες διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η αιτιότητα. Για παράδειγμα, οι ομιλητές της Αγγλικής τείνουν να λένε φράσεις σαν την "Ο Γιάννης έσπασε το βάζο", ακόμα και αν πρόκειται για ατυχήματα. Αντίθετα, ομιλητές της Ισπανικής ή της Ιαπωνικής είναι πιο πιθανό να πουν "το βάζο έσπασε τον εαυτό του". Σε μελέτες που έγιναν από την Caitlin Fausey στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, ομιλητές της Αγγλικής, της Ισπανικής και της Ιαπωνικής είδαν βίντεο ανθρώπων που έσκαγαν μπαλόνια, έσπαγαν αυγά και έριχναν ποτά, επίτηδες ή κατά λάθος. Αργότερα, ρωτήθηκαν αν μπορούσαν να θυμηθούν ποιος το έκανε. Οι ομιλητές της Ισπανικής και της Ιαπωνικής δε μπορούσαν να θυμηθούν τους δράστες των τυχαίων συμβάντων τόσο καλά όσο οι ομιλητές της Αγγλικής. Σε μια άλλη μελέτη, ομιλητές της Αγγλικής είδαν το διάσημο βίντεο "wardrobe malfunction" τηςΤζάνετ Τζάκσον, με τη συνοδεία δύο γραπτών κειμένων. Τα κείμενα ήταν ίδια με την εξαίρεση της τελευταίας πρότασης, στην οποία το ένα χρησιμοποιούσε τη φράση "έσκισε το κοστούμι" (δράστης) ενώ η άλλη τη φράση "το κοστούμι σκίστηκε". Οι άνθρωποι που διάβασαν "έσκισε το κοστούμι" κατηγόρησαν τον Τζάστιν Τίμπερλεϊκ σε μεγαλύτερο βαθμό.
Οι ομιλητές της Ρωσικής, που διακρίνουν μεταξύ ανοιχτού και σκούρου μπλε στη γλώσσα τους, μπορούν να διακρίνουν καλύτερα αποχρώσεις του μπλε. Οι Piraha, μια φυλή στη Βραζιλία, των οποίων η γλώσσα έχει λέξεις μόνο για το "λίγα" και "πολλά" αντί για αριθμούς, δε μπορούν να χειριστούν ακριβείς ποσότητες.

Γλώσσα για αλληλεπίδραση - 'διαπροσωπική επικοινωνία'
Φιλοσοφία της γλώσσας, η φιλοσοφία μέσα στη γλώσσα (φιλοσοφική 'υπερ-επικοινωνία' που γίνεται προσπάθεια να χειριστεί από τη λογοτεχνία για να βρεθεί πώς χρησιμοποιείται η γλώσσα) ως επιλεγμένο και με αρχή νόημα της ύπαρξης, πηγή των συναισθημάτων, τρόπος επιβίωσης:

Κοινωνική αλληλεπίδραση και γλώσσα
Μια συνηθισμένη άποψη είναι ότι η γλώσσα κυριαρχείται από τις κοινωνικές συμβάσεις και, αναπόφευκτα, εμφανίζονται ερωτήματα για σχετικά θέματα. Ένα τέτοιο ερώτημα είναι "Τι ακριβώς είναι μια σύμβαση και πώς τη μελετούμε;", καθώς και "Σε ποιο βαθμό μπορούν να είναι σημαντικές οι συμβάσεις στη μελέτη της γλώσσας;" Ο David Kellogg Lewis πρότεινε μια καλή απάντηση στην πρώτη ερώτηση με την άποψη ότι μια σύμβαση είναι μια λογικά αναπαραγόμενη κανονικότητα της συμπεριφοράς(rationally self-perpetuating regularity in behavior). Η άποψη αυτή όμως φαίνεται να συγκρούεται με τη θεώρηση του Grice όσον αφορά τη σημασία του ομιλητή, επιβάλλοντας τουλάχιστον η μια από αυτές να γίνει πιο αδύναμη αν είναι και οι δύο να θεωρηθούν αληθείς.
Κάποιο έχουν αμφισβητήσει το κατά πόσο οι συμβάσεις είναι πραγματικά σημαντικές για τη μελέτη της σημασίας. Ο Νόαμ Τσόμσκι πρότεινε ότι η μελέτη της γλώσσας θα μπορούσε να γίνει με όρους της Ι-γλώσσας (I-Language), της εσωτερικής γλώσσας των ατόμων. Αν αυτό ισχύει, τότε αντιτίθεται στην αναζήτηση εξηγήσεων με όρους συμβάσεων, μεταφέροντας αυτές τις εξηγήσεις στο πεδίο της "μετασημασιολογίας". Ημετασημασιολογία είναι όρος που χρησιμοποιείται από το φιλόσοφο της γλώσσας Robert Stainton για να περιγράψει όλα τα πεδία που προσπαθούν να εξηγήσουν πώς εμφανίζονται τα σημασιολογικά γεγονότα. Μια πλούσια πηγή έρευνας είναι η διερεύνηση των κοινωνικών συνθηκών που προκαλούν ή συνδέονται με τη σημασία και τη γλώσσα. Η ετυμολογία (η μελέτης της προέλευσης των λέξεων) και η γλωσσολογία (φιλοσοφική έρευνα για το τί είναι "καλή γραμματική", για κάποια συγκεκριμένη γλώσσα) είναι δύο άλλα παραδείγματα πεδίων που θεωρούνται μετασημασιολογικά.
Τελικά, πολλά ξεχωριστά (αλλά σχετικά μεταξύ τους) πεδία έχουν ερευνήσει τις γλωσσικές συμβάσεις. Οι υποθέσεις στις οποίες βασίζονται οι θεωρίες αυτές ενδιαφέρουν τους φιλοσόφους της γλώσσας. Για παράδειγμα, ένα από τα σημαντικότερα πεδία της κοινωνιολογίας, η συμβολική διαντίδραση (symbolic interactionism), βασίζεται στην ιδέα ότι η ανθρώπινη κοινωνική οργάνωση βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στη χρήση της σημασίας. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι κάθε εξήγηση μιας κοινωνικής δομής (όπως ένα θεσμοθετημένο ίδρυμα) να πρέπει να εξηγεί τις κοινές σημασίες που δημιουργούν και διατηρούν τη δομή.
Η ρητορική είναι η μελέτη των συγκεκριμένων λέξεων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να έχουν κάποια συναισθηματική ή λογική επίδραση στον ακροατή, ώστε να πείσουν, να προκαλέσουν, να τραβήξουν την προσοχή, ή να διδάξουν. Σχετικές εφαρμογές του πεδίου περιλαμβάνουν την εξέταση της προπαγάνδας και τουδιδακτισμού, την εξέταση του σκοπού της εξύβρισης και των υποτιμητικών λέξεων (ειδικά το πώς επιδρά στη συμπεριφορά των άλλων και ορίζει σχέσεις), ή τα αποτελέσματα της γλώσσας που περιέχει γένη. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη μελέτη της γλωσσικής διαφάνειας ((linguistic transparency) (ή της ομιλίας με προσιτό τρόπο), όπως επίσης και των επιτελεστικών εκφωνημάτων (performative utterances) και των διαφόρων εργασιών που μπορεί να κάνει η γλώσσα (που ονομάζονται "δράσεις ομιλίας"). Έχει επίσης εφαρμογές στη μελέτη και την ερμηνεία των νόμων και βοηθά στη διερεύνηση της λογικής έννοιας του πεδίου αναφοράς (domain of discourse).
Η λογοτεχνική θεωρία (literary theory), κατά κάποιους από τους επιστήμονες πουασχολούνται με αυτήν, επικαλύπτεται με τη φιλοσοφία της γλώσσας. Δίνει έμφαση στις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι αναγνώστες και οι κριτικοί για την κατανόηση ενός κειμένου και ως πεδίο έρευνας αποτελεί παρακλάδι της μελέτης της σωστής ερμηνείας των μηνυμάτων, είναι δηλαδή πολύ κοντά στην αρχαία θεωρία της ερμηνευτικής.



Η  Γλώσσα και  ο  Χάϊντεγκερ
Στην σύγχρονη  γερμανική φιλοσοφία η γλώσσα δε μελετάται ως ξεχωριστή θεωρία όπως στην αναλυτική φιλοσοφία αλλά αποτελεί βασικό μέρος πολλών άλλων πεδίων όπως η φαινομενολογία, η σημειωτική, η ερμηνευτική, η οντολογία του Χάιντεγκερ, ουπαρξισμός, ο στρουκτουραλισμός, η αποδόμηση και η κριτική θεωρίαΗ ιδέα της γλώσσας συχνά σχετίζεται με τη λογική με την αρχαιοελληνική της έννοια του "Λόγου", εννοώντας συζήτηση ή διαλεκτική. Η γλώσσα και οι έννοιές της επίσης θεωρείται ότι έχουν διαμορφωθεί από την ιστορία ή την πολιτική, ακόμα και από την ίδια την ιστορική φιλοσοφία.
Το πεδίο της ερμηνευτικής, και η θεωρία της διερμηνείας γενικότερα, έχουν παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην ηπειρωτική φιλοσοφία της γλώσσας και στην οντολογία του 20ου αιώνα, με αρχικό πρόσωπο τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο Χάιντεγκερ συνδυάζει τη φαινομενολογία με την ερμηνευτική του Wilhelm Dilthey. Ο Χάιντεγκερ πίστευε ότι η γλώσσα ήταν μια από τις σημαντικότερες ιδέες του Ντάζαιν (Dasein). Ο Χαίντεγκερ όμως πίστευε ότι η γλώσσα σήμερα έχει φθαρεί λόγω της υπερχρήσης των σημαντικών λέξεων και θα ήταν ανεπαρκής για μια μελέτη σε βάθος της Ύπαρξης (Sein). Για παράδειγμα, το Sein (η ύπαρξη), η ίδια η λέξη, έχει κορεστεί από τις πολλαπλές της έννοιες. Για αυτό εφηύρε νέο λεξιλόγιο και γλωσσικά στυλ, με βάση ετυμολογικές σχέσεις λέξεων από την Αρχαία ελληνική και τη Γερμανική, για να ξεκαθαρίσει το νόημα συχνά χρησιμοποιούμενων λέξεων. Απέφυγε λέξεις όπως το συνειδητό (consciousness), το εγώ, ο άνθρωπος, η φύση, κλπ. και αντί για αυτά μίλησε ολιστικά για την ύπαρξη του κόσμου, το Dasein.
Με αυτές τις νέες ιδέες, όπως την ύπαρξη του κόσμου, ο Χάιντεγκερ κατασκεύασε τη θεωρία του για τη γλώσσα, με κέντρο την ομιλία. Πίστευε ότι η ομιλία (προφορικός λόγος, ακρόαση, σιωπή) ήταν η πιο απαραίτητη και αγνή μορφή γλώσσας. Το γράψιμο είναι απλά ένα συμπλήρωμα της ομιλίας γιατί ο αναγνώστης κατασκευάζει ή προσφέρει τη δική του "ομιλία" καθώς διαβάζει. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της γλώσσας ονομάζεται projectivity, η ιδέα ότι η γλώσσα προϋπάρχει της ανθρώπινης ομιλίας.Αυτό σημαίνει ότι όταν κάποιος "ρίχνεται" στον κόσμο, η ύπαρξή του χαρακτηρίζεται από την αρχή από μια συγκεκριμένη προ-κατανόηση του κόσμου. Όμως, μόνο μετά από την απόδοση ονομάτων, μπορεί κανείς να έχει απευθείας πρόσβαση στο Dasein και στην ύπαρξη του κόσμου.
Ο Hans Georg Gadamer επέκτεινε αυτές τις ιδέες του Χάιντεγκερ και πρότεινε μια πλήρη ερμηνευτική οντολογία. Στο Truth and Method ο Gadamer περιγράφει τη γλώσσα ως το μέσο στο οποίο συμβαίνει σημαντική κατανόηση και συμφωνία μεταξύ δύο ατόμων ("the medium in which substantive understanding and agreement take place between two people."). Επιπλέον, ο Gadamer υποστηρίζει ότι ο κόσμος είναι γλωσσολογικά κατασκευασμένος και δε μπορεί να υπάρχει ξεχωριστά από τη γλώσσα. Για παράδειγμα, τα μνημεία και τα αγάλματα δε μπορούν να επικοινωνήσουν χωρίς τη βοήθεια της γλώσσας. Ο Gadamer επίσης υποστηρίζει ότι κάθε γλώσσα αποτελεί μια συγκεκριμένη θέαση του κόσμου, γιατί η γλωσσολογική φύση του κόσμου απελευθερώνει κάθε άνθρωπο από ένα αντικειμενικό περιβάλλον ("... the fact that we have a world at all depends upon [language] and presents itself in it. The world as world exists for man as for no other creature in the world.").
Ο Paul Ricoeur, πρότεινε μια ερμηνευτική, η οποία επανασυνδέθηκε με την αρχική Ελληνική έννοια του όρου και έδωσε έμφαση στην ανακάλυψη των κρυφών σημασιών στους όρους (ή "σύμβολα") της συνηθισμένης γλώσσας. Άλλοι φιλόσοφοι που έχουν εργαστεί σε αυτήν την παράδοση είναι ο Luigi Pareyson και ο Ζακ Ντεριντά.
Σημαντικά προβλήματα της φιλοσοφίας της γλώσσας
Απροσδιόριστο νόημα
Ένα θέμα που έχει απασχολήσει τους φιλοσόφους της γλώσσας και της λογικής είναι το πρόβλημα του απροσδιόριστου νοήματος (vagueness: ασάφεια) των λέξεων. Ειδικότερα, οι περισσότεροι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται για περιπτώσεις στις οποίες μια πρόταση ακροβατεί μεταξύ των τιμών "αληθές" και "ψευδές". Κλασικά παραδείγματα είναι οι προτάσεις "είναι ψηλός" και "είναι φαλακρός", στις οποίες, για κάποιο συγκεκριμένο άτομο, δε μπορούμε να πούμε ότι είναι ή δεν είναι ψηλός (ή φαλακρός). Αποτέλεσμα αυτού είναι η απροσδιοριστία αυτή να οδηγεί στο Παράδοξο του σωρού (Paradox of the heap). Πολλοί θεωρητικοί προσπάθησαν να λύσουν το παράδοξο μέσω λογικών με n τιμές (n-valued logics), όπως η ασαφής λογική (fuzzy logic), οι οποίες διαφέρουν αισθητά από τις κλασικές λογικές δύο τιμών.

Πρόβλημα των universals και σύνθεση
Ένα ζήτημα που ενδιαφέρει πολλούς φιλόσοφους είναι το νόημα των universals. Κάποιος θα μπορούσε για παράδειγμα να ρωτήσει, "Όταν οι άνθρωποι λένε τη λέξηβράχοι, τι αναπαριστά αυτή η λέξη;" Υπάρχουν δύο απαντήσεις σε αυτήν την ερώτηση. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η έκφραση απεικονίζει κάποιο πραγματικό και αφηρημένο universal του κόσμου που ονομάζεται "βράχοι". Άλλοι πιστεύουν ότι η λέξη συμβολίζει κάποιο σύνολο συγκεκριμένων και ξεχωριστών βράχων, που τους έχουμε τοποθετήσει σε μια κοινή κατηγορία. Η πρώτη θέση ονομάζεται φιλοσοφικός ρεαλισμός και η δεύτερη νομιναλισμός.
Το θέμα μπορεί να δειχτεί με την πρόταση "ο Σωκράτης είναι άνθρωπος":
  • Από την πλευρά του ρεαλιστή, η σύνδεση μεταξύ του "Σωκράτη" και του "άνθρωπος" είναι μια σύνδεση μεταξύ δύο αφηρημένων οντοτήτων. Υπάρχει μια οντότητα "άνθρωπος" και μια οντότητα "Σωκράτης" και συνδέονται μεταξύ τους με κάποιον τρόπο ή αλληλοεπικαλύπτονται.
  • Από την πλευρά του νομιναλιστή, η σύνδεση μεταξύ τους είναι μια σύνδεση μεταξύ μιας οντότητας (Σωκράτης) και ενός τεράστιου συνόλου από συγκεκριμένα πράγματα (άνθρωπος). Το ότι ο Σωκράτης είναι άνθρωπος σημαίνει ότι ο Σωκράτης είναι μέρος της κλάσης των ανθρώπων. Επίσης μπορεί να θεωρηθεί ότι το να είναι "άνθρωπος" είναι μια ιδιότητα της οντότητας "Σωκράτης".
  • Υπάρχει ένας τρίτος τρόπος, μεταξύ των παραπάνω δύο, που συνήθως αποκαλείται "μετριοπαθής ρεαλισμός" ("moderate realism") και αποδίδεται στον Αριστοτέλη και στο Θωμά Ακινάτη. Οι μετριοπαθείς ρεαλιστές υποστηρίζουν ότι ο "άνθρωπος" αναφέρεται σε μια πραγματική ουσία ή φόρμα που πραγματικά υπάρχει και είναι ίδια στον Σωκράτη και στους άλλους ανθρώπους, αλλά δεν υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα "άνθρωπος". Αυτό είναι ρεαλιστική θέση, γιατί ο "άνθρωπος" υπάρχει, γιατί υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους - είναι όμως και μετριοπαθής ρεαλισμός γιατί ο "άνθρωπος" δεν είναι οντότητα ξεχωριστή από τους ανθρώπους στους οποίους αναφέρεται.


Η φύση της γλώσσας
Πολλές φιλοσοφικές συζητήσεις της γλώσσας αρχίζουν ξεκαθαρίζοντας την ορολογία που θα χρησιμοποιήσουν. Η ίδια η ιδέα της γλώσσας έχει μελετηθεί αρκετά και οι φιλόσοφοι κάνουν δύο σημαντικές ερωτήσεις: "Τι είναι γενικά γλώσσα;", και "Τι είναι μια συγκεκριμένη, ξεχωριστή γλώσσα;".
Κάποιες απόψεις της σημειωτικής τονίζουν ότι η γλώσσα είναι απλός χειρισμός και χρήση συμβόλων για να εστιαστεί το ενδιαφέρον σε συγκεκριμένο περιεχόμενο. Αν αυτό ίσχυε, οι άνθρωποι δε θα ήταν οι μοναδικοί κάτοχοι γλωσσικών δεξιοτήτων. Από την άλλη πλευρά, πολλά έργα του γλωσσολόγου Νόαμ Τσόμσκι έχουν δώσει έμφαση στο ρόλο της σύνταξης ως χαρακτηριστικού κάθε γλώσσας.
Ένα ακόμα πιο δύσκολο ερώτημα είναι τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τις γλώσσες μεταξύ τους. Τι κάνει την "Ελληνική" ελληνική; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ισπανικών και Γαλλικών; Ο Τσόμσκι λέει ότι η αναζήτηση του τι σημαίνει να είναι κάτι γλώσσα πρέπει να αρχίσει με τη μελέτη της εσωτερικής γλώσσας των ανθρώπων (I-languages), που βασίζονται σε συγκεκριμένους κανόνες (ή αρχές και παραμέτρους) που παράγουν γραμματικές. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται εν μέρει από την παρατήρηση ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη, γενική και τυπική διαφορά μεταξύ οποιωνδήποτε δύο γλωσσών, και μπορεί να εφαρμοστεί στο πεδίο όλων των γλωσσών. Άλλες προσπάθειες, που τις ονομάζει E-languages, έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν μια γλώσσα ως χρήση εντός μιας συγκεκριμένης κοινότητας ομιλίας με βάση ένα συγκεκριμένο σύνολο καλώς ορισμένων (well-formed) εκφωνημάτων (συνήθως συνδέονται με γλωσσολόγους όπως ο Bloomfield).

Τυπικές και μη-τυπικές προσεγγίσεις
Ένα άλλο ερώτημα που έχει διχάσει τους φιλόσοφους της γλώσσας είναι το κατά πόσο η τυπική λογική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδοτικό εργαλείο για την ανάλυση και κατανόηση των φυσικών γλωσσών. Αν και οι πιο πολλοί φιλόσοφοι, όπως ο Γκότλομπ Φρέγκε, ο Άλφρεντ Τάρσκι και ο Rudolf Carnap, έχουν υπάρξει σκεπτικοί όσον αφορά την τυποποίηση των φυσικών γλωσσών, πολλοί από αυτούς ανέπτυξαν τυπικές γλώσσες για επιστημονική χρήση ή τυποποίησαν τμήματα της φυσικής γλώσσας για ερευνητικούς σκοπούς. Κάποιοι από τους πιο σημαντικούς επιστήμονες της τυπικής σημασιολογίαςείναι ο Τάρσκι, ο Carnap, ο Ρίτσαρντ Μόνταγκιου και ο Donald Davidson.
Το άλλο στρατόπεδο, που υπήρξε ιδιαίτερα ενεργό κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ήταν οι λεγόμεοι "Φιλόσοφοι της συνηθισμένης γλώσσας" ("Ordinary language philosophers"). Φιλόσοφοι όπως ο P.F. Strawson, ο John Austin και ο Gilbert Ryleτόνισαν τη σημασία της μελέτης της φυσικής γλώσσας χωρίς να ασχολείται κανείς με τις συνθήκες αληθείας των προτάσεων και των αναφορών των όρων. Δεν πίστευαν ότι οι κοινωνικές και πρακτικές διαστάσεις του γλωσσολογικού νοήματος μπορούσαν να εκφραστούν από οποιαδήποτε προσπάθεια τυποποίησής τους με τη χρήση λογικών εργαλείων. Η λογική και η γλώσσα αποτελούν δύο διαφορετικά πράγματα. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι ίδιες οι εκφράσεις αλλά αυτό για το οποίο οι άνθρωποι τις χρησιμοποιούν στην επικοινωνία τους.
Ο Austin ανέπτυξε μια θεωρία δράσεων ομιλίας (speech acts), που περιέγραφε τους τύπους των πραγμάτων που μπορούν να γίνουν με μια πρόταση (βεβαίωση, εντολή, ερώτηση, επιφώνημα) σε διαφορετικά συμφραζόμενα χρήσης σε διαφορετικές περιστάσεις. Ο Strawson υποστήριξε ότι η σημασιολογία πίνακα αληθείας των λογικών συνδέσμων (π.χ., , και ) δεν αρκεί για να εκφράσει τις σημασίες των ομόλογών τους στις φυσικές γλώσσες ("και", "ή" και "αν-τότε"). Αν και το κίνημα της "συνηθισμένης γλώσσας" σταμάτησε να αναπτύσσεται τη δεκαετία του 1970, η επίδρασή του ήταν καταλυτική στην ανάπτυξη των πεδίων της θεωρίας δράσεων ομιλίας (speech-act theory) και στη μελέτη της πραγματολογίας (pragmatics). Αρκετές από τις ιδέες του απορροφήθηκαν από θεωρητικούς όπως ο Kent Bach, ο Robert Brandom, ο Paul Horwich και ο Stephen Neale.
Κρατώντας τις παραπάνω παραδόσεις, ακόμα δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα της καταλληλότητας της τυπικής προσέγγισης. Κάποιοι θεωρητικοί όπως ο Paul Grice, έχουν επιφυλάξεις για το αν υπάρχει πραγματική σύγκρουση μεταξύ λογικής και φυσικής γλώσσας.

Μετάφραση και Διερμηνεία
Οι φιλόσοφοι της γλώσσας έχουν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της μετάφρασης και της διερμηνείας. Στη δεκαετία του 1950, ο W.V. Quine υποστήριξε ότι η σημασία και η αναφορά δεν μπορούν να οριστούν, με βάση την αρχή της radical translation. Στο Word and Object, ο Quine ζητά από τον αναγνώστη να φανταστεί μια κατάσταση στην οποία αντιμετωπίζει μια πρωτόγονη φυλή που δεν έχει μελετηθεί, και πρέπει να καταλάβει τι σημαίνουν αυτά που λένε ή οι χειρονομίες που κάνουν τα μέλη της. Αυτή είναι η κατάσταση της radical translation.
Ισχυρίστηκε ότι, σε μια τέτοια κατάσταση, είναι θεωρητικά αδύνατο να είναι κανείς απόλυτα βέβαιος για τη σημασία ή την αναφορά που κάποιος ομιλητής της φυλής αποδίδει σε αυτό που λέει ή κάνει. Για παράδειγμα, αν ένας ομιλητής δει ένα λαγό και πει "gavagai", αναφέρεται σε ολόκληρο το λαγό, την ουρά του ή σε κάποιο προσωρινό τμήμα του σώματός του; Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να μελετηθεί το εκφώνημα ως μέρος όλης της γλωσσικής συμπεριφοράς του ατόμου και να χρησιμοποιηθούν αυτές οι παρατηρήσεις για να ερμηνευθεί η σημασία όλων των άλλων εκφωνημάτων. Από αυτήν τη βάση, κάποιος μπορεί να δημιουργήσει ένα εγχειρίδιο μετάφρασης. Αλλά, επειδή η αναφορά δεν έχει οριστεί, θα υπάρχουν πολλά τέτοια εγχειρίδια, κανένα από τα οποία δεν είναι σωστότερο από τα άλλα. Για τον Quine, όπως και για τον Βίτγκενσταιν και τον Austin, η σημασία δεν είναι κάτι που αποδίδεται με μια απλή λέξη ή φράση, αλλά κάτι που, αν μπορεί να θεωρηθεί τελικά, μπορεί να θεωρηθεί μόνο σαν κάτι που αφορά ολόκληρη τη γλώσσα. Από αυτήν την ιδέα προκύπτει ο σημασιολογικός ολισμός(semantic holism).
Εμπνευσμένος από τις συζητήσεις του Quine, ο Donald Davidson προχώρησε την ιδέα της radical translation στην ερμηνεία εκφωνημάτων και συμπεριφοράς μέσα σε μια γλωσσολογική κοινότητα και ονόμασε αυτήν την ιδέα radical interpretation. Πρότεινε κάθε σημασία που κάποιος απέδιδε σε μια πρόταση να ορίζεται μόνο από την απόδοση σε πολλές, ίσως όλες, τις βεβαιώσεις (assertions) του, όπως και τις νοητικές καταστάσεις και ιδιότητές του.
·  Blackburn,S. "History of the Philosophy of Language". In Oxford Companion to Philosophy. ed. Ted Honderich. Oxford:Oxford University Press. 1995. ISBN 0-19-866132-0
·  ·  Plato, Cratylus(c. 360 BCE) Series: Cambridge Studies in the Dialogues of Plato. Trans. David Sedley. Cambridge:University of Cambridge Press. 2003. ISBN 978-0-521-58492-0 also available from Project Gutenberg
·  ·  Steven K. Strange, (1992) Porphyry: On Aristotle, Categories. Ithaca: Cornell University Press. ISBN 0-8014-2816-5.
·  ·  Heidegger, Martin.(1996) Being and Time. New York: Blackwell, ISBN 0-631-19770-2
  • Τσελεμάνης, Πανταζής, «Θεωρίες του νοήματος και φιλοσοφία της γλώσσας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 3 (1986).
  • Fodor, Jerry A., Katz, Jerrold J., «Φιλοσοφία τς γλώσσας και γλωσσολογία » , Δευκαλίων, 1 (1969-1970).
Ιστορική σημασιολογία
Ως ιστορική σημασιολογία (αγγλ. historical semantics, γαλλ. sémantique historique,γερμ. historische Bedeutungslehre) ορίζεται ο γλωσσολογικός κλάδος που μελετά το φαινόμενο της σημασιολογικής μεταβολής (αγγλ. semantic change, γαλλ. changement sémantique, γερμ. Bedeutungswandel), δηλ. τις αλλαγές σημασίας που υφίστανται τόσο οι λέξεις όσο και τα λεξιλογικά πεδία ή σύνολα κατά τον ρου τού χρόνου.

Περιορισμοί τής Ιστορικής σημασιολογίας
Ο κλάδος τής ιστορικής σημασιολογίας, παρ’ ότι τείνει να έλκει αμέσως το ενδιαφέρον τού ευρύτερου κοινού, αποτελεί έναν από τους λιγότερο καλλιεργημένους τομείς στη σύγχρονη ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία. Ενώ οι προσεγγίσεις τής πραγματολογίας και της γνωσιακής γλωσσολογίας φαίνεται τώρα να τροφοδοτούν εκ νέου την έρευνα, η παρουσίαση ενός προτύπου ή συνόλου αρχών που θα περιγράφει και θα ταξινομεί τους διαύλους μεταβολής σημασίας εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Ως εκ τούτου, δεν προξενεί απορία ότι μερικοί μελετητές καταλήγουν να συμφωνήσουν με το συμπέρασμα του Beekes, ο οποίος υποστήριξε ότι η εν λόγω μελέτη «δεν προσφέρει καμιά ικανοποίηση στον συγκριτικό γλωσσολόγο· πρέπει να παραδεχθούμε ότι ως τώρα κανείς δεν έχει βρει μια πραγματικά ικανοποιητική μέθοδο προσέγγισης αυτών των θεμάτων». Στη σύγχρονη γλωσσολογία, ενώ εξακολουθούν να ερευνώνται οι τάσεις ή κανονικότητες των σημασιολογικών αλλαγών, περισσότερη έμφαση δίδεται πλέον στην ερμηνεία τους και στην προσκόμιση παράλληλων διαγλωσσικών στοιχείων, που να τις επιβεβαιώνουν.
Ορισμένες αιτίες που συνέβαλαν στην ακαθοριστία των αλλαγών σημασίας —και φαίνεται να είναι εγγενή στοιχεία τους— είναι οι ακόλουθες:
  • Σε αντίθεση με τον περιορισμένο αριθμό φωνημάτων και μορφημάτων μιας γλώσσας, ο αριθμός των σημασιών είναι απεριόριστος. Αυτό έχει περιγραφεί ως αντίθεση μεταξύ κλειστού φωνητικού/μορφολογικού συστήματος και ανοικτού σημασιολογικού συστήματος.
  • Δεν υπάρχουν σημασιολογικοί νόμοι ή κανόνες που να αποκλείουν κάποια αλλαγή σημασίας (αρχή τού Meillet). Ως εκ τούτου, οι ιστορικές γραμματικές των γλωσσών, αφού πραγματευθούν την εξέλιξη του φωνητικού και μορφολογικού συστήματος της γλώσσας, ασχολούνται κατόπιν με την προέλευση του λεξιλογίου της (δίαυλοι δανεισμού, διαλεκτική διαφοροποίηση κ.ο.κ.), αδυνατώντας να παρουσιάσουν οργανωμένη ταξινόμηση των σημασιολογικών μεταβολών.
  • Σπανίως είναι γνωστές οι συνθήκες που οδήγησαν σε μια αλλαγή, η οποία παρουσιάζεται ως τετελεσμένο γεγονός στα κείμενα. Ο γλωσσολόγος συνήθως αγνοεί τις συμφραστικές συνθήκες, το ύφος και τον επιτονισμό (υπερτεμαχιακά στοιχεία τής γλώσσας) και τη σχετική ισχύ μιας λέξεως ως προς τα συνώνυμά της. Συνεπώς, δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον (κοινωνική ή πολιτιστική αλλαγή) που ευνόησε μια μεταβολή. Ακόμη και όταν η αλλαγή είναι σκόπιμη, οι όροι τής προθετικότητας είναι άγνωστοι σε εμάς και ελάχιστες φορές είμαστε τόσο τυχεροί ώστε να έχουμε αξιόπιστα στοιχεία για αυτήν.
  • Η πολυσημία, που αποτελεί βασική προϋπόθεση της σημασιολογικής μεταβολής, βασίζεται στο πρότυπο της κεντρικής ή πυρηνικής σημασίας μιας λέξεως και των περιφερειακών πτυχών ή σημασιών της (θεωρία τού ακτινωτού δικτύου, αγγλ.radial network). Κατά τούτο, ως μεταβολή σημασίας νοείται η βαθμιαία μετακίνηση του σημασιακού φορτίου από τον πυρήνα προς ορισμένο σημείο τής περιφέρειας. Εντούτοις, ο βαθμός ισχύος μιας πυρηνικής σημασίας δεν είναι εύκολα αντιληπτός από τα κείμενα και, πολλές φορές, τίποτε δεν αναφέρεται για την κυριαρχία ενός συνωνύμου έναντι κάποιου άλλου στον καθημερινό λόγο.
Παραδείγματα
  1. Το μεσν. γέρνω προέρχεται από το αρχ. γείρω. Πώς όμως η σημασία «υψώνω, σηκώνω» οδήγησε στη σημασία «κλίνω προς τα κάτω»; Έχει δοθεί η εξήγηση (ήδη από τον Γ. Χατζιδάκι) ότι σε αυτό συνέβαλε η εικόνα τής πλάστιγγας ή της ζυγαριάς, όπου η ύψωση και η κλίση εμφανίζονται συγχρόνως. Εντούτοις, η ίδια εικόνα δεν επέδρασε ομοίως στο ρ. σηκώνω, το οποίο προέρχεται από το ελνστ. σηκ (-όω)«ζυγίζω στην πλάστιγγα» και ακολούθησε αντίθετη σημασιολογική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν σημασιολογικοί νόμοι, τέτοιοι που να αποκλείουν αυτή την αλλαγή.
  2. Από το αγγλοσαξ. deor «ζώο γενικά» έχει προέλθει η αγγλ. λ. deer «θήραμα» και από το αγγλοσαξ. mete «τροφή γενικά» έχει προέλθει η αγγλ. λ. meat «κρέας». Σήμερα ονομάζουμε τις αλλαγές αυτές με τον όρο στένωση (Verengerung), αλλά αυτό αποτελεί απλώς περιγραφή τού ζητήματος. Μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη σημασιακή αλλαγή μόνο επειδή κατέχουμε ορισμένα στοιχεία για τις συνθήκες διαβίωσης και διατροφής των ομιλητών. Χωρίς αυτά, η συγκεκριμένη μεταβολή θα ήταν εντελώς απρόσιτη σε εμάς.
    Αιτίες των σημασιολογικών μεταβολών
    Κορυφαία συμβολή στην εξέταση αυτής της πλευράς των σημασιολογικών μεταβολών υπήρξε το άρθρο τού Γάλλου γλωσσολόγου Antoine Meillet “Comment les mots changent de sens” (Πώς οι λέξεις αλλάζουν σημασία), το οποίο δημοσιεύθηκε το 1921 και αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίχθηκαν έκτοτε όλες οι σχετικές πραγματείες. Σε αυτό το άρθρο ο Meillet διακρίνει τρεις αιτίες σημασιολογικών μεταβολών, οι οποίες εμπλουτίστηκαν συν τω χρόνω με στοιχεία από τα πορίσματα της γλωσσολογικής ανάλυσης:
    • Δομικές (structurelles): Οι ενδογλωσσικές αιτίες οφείλονται στη δομή τής γλώσσας και στην εγγενή διαφορά μεταξύ φωνημάτων / μορφημάτων και σημασιών. Ο περιορισμένος αριθμός φωνημάτων / μορφημάτων μιας γλώσσας καθιστά, ως συνέπεια, περιορισμένο και τον αριθμό δυνητικών στοιχείων τού γλωσσικού περιβάλλοντος. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει περιορισμός περιβάλλοντος ως προς τις σημασίες, πράγμα που κατ’ ουσίαν συνεπάγεται άπειρες δυνατότητες επαφής. Επιπλέον, επειδή οι λέξεις εντάσσονται σε πεδία σημασιών, τα μέλη ενός τέτοιου πεδίου αναμφισβήτητα αλληλεπιδρούν, αν και με τρόπο που γίνεται αισθητός στο λεξιλόγιο μόνον όταν η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί.
    Αξιοσημείωτοι δομικοί μηχανισμοί που συντελούν στη μεταβολή σημασίας είναι ηγραμματικοποίηση [grammaticalisation] και η επανανάλυση [reanalysis], οι οποίοι μελετώνται αυτοτελώς στη σύγχρονη γλωσσολογία.
    Παράδειγμα
  • Οι μεταβολές σημασίας τού επιρρήματος τάχα («γρήγορα, ταχέως» → «ίσως, πιθανόν» → «δήθεν») οφείλονται στην επί μακρόν πορεία του προς γραμματικοποίηση. Η πορεία αυτή περιελάμβανε την παρουσία τού επιρρήματος σε περιβάλλον υποθετικών λόγων και δυνητικής τροπικότητας, τη μεταβίβαση μέρους τού σημασιακού φορτίου από τα ρήματα στο επίρρημα και επιπλέον τη μετατροπή τού επιρρήματος από τροπικό σε προτασικό.
• Αναφορικές (referentielles): Πρόκειται για τις αλλαγές που αφορούν στο αντικείμενο αναφοράς, δηλ. στα ίδια τα πράγματα και, επομένως, στον υλικό πολιτισμό. Οι μεταβολές των υλικών αντικειμένων συμβαδίζουν με την ανάπτυξη, την τεχνολογική πρόοδο ή την εξέλιξη. Ωστόσο, συνήθως η γλώσσα αργεί να παρακολουθήσει αυτές τις αλλαγές, διότι εφαρμόζει την αρχή τής οικονομίας και, αντί να επινοεί νέα λεξήματα για κάθε αντικείμενο, επεκτείνει το σημασιολογικό πεδίο των ήδη υπαρχόντων. Τη σπουδαιότητα της συνεξέτασης λέξεων και αντικειμένων αναφοράς έφερε στην επιφάνεια την πρώτη δεκαετία τού 20ού αιώνα ο γλωσσικός και εθνογραφικός κλάδος «Λέξεις και Πράγματα» (Wörter und Sachen), ο οποίος έστρεψε την προσοχή στην παρακολούθηση του περιβάλλοντος εμφανίσεως μιας λέξης και έδειξε ότι η ιστορία της πρέπει να συμπεριλαμβάνει οπωσδήποτε την ιστορία τού πράγματος.
Παραδείγματα
  1. Η αγγλ. λέξη pen «στυλό» σήμαινε αρχικώς «πένα» και σχηματίστηκε (μέσω του παλ. γαλλ. penne) με βάση το λατ. penna «φτερό», πράγμα που φέρνει στον νου τη χρήση φτερών ως οργάνων γραφής στο παρελθόν.
  2. Η ελλ. λέξη αμάξι είχε ως αφετηρία τη σημ. «άμαξα, κάρο», αλλά σήμερα στον προφορικό λόγο δηλώνει πλέον το «αυτοκίνητο».
  3. Συνθετότερη είναι η περίπτωση της λέξης άλογο, η οποία εμφανιζόταν αρχικά σε φρ. όπως άλογα ζώα και δήλωνε τα ζώα κατ’ αντιδιαστολή προς τον έλλογο άνθρωπο. Ωστόσο, κατά τη μεσαιωνική εποχή η διάκριση μεταξύ ανδρών (στρατιωτών) και ίππων (αλόγων) στον στρατό τού Βυζαντίου εδραίωσε τη χρήση τής λ. άλογο ως προσδιορισμό τού ίππου.
    • Κοινωνικές (sociales): Εφόσον οι σχέσεις μεταξύ των μελών και των ομάδων μιας κοινωνίας αλλάζουν, οι μεταβολές αυτές καταλήγουν να αποτυπώνονται στο λεξιλόγιο. Ο καθορισμός των κοινωνικών ομάδων που χρησιμοποιούν μια λέξη και η αντίληψή τους για το λεξιλογικό πεδίο στο οποίο ανήκει βαθμηδόν επηρεάζουν τις σημασίες τής λέξεως. Αξιοσημείωτα στοιχεία που συμβάλλουν σε αυτές τις μεταβολές είναι το ύφος και το κύρος ενός όρου, καθώς και η εξειδίκευση της χρήσης του από συγκεκριμένες ομάδες (λ.χ. ειδικό επαγγελματικό λεξιλόγιο).
    Παραδείγματα
  1. Η επί πολλούς αιώνες ενασχόληση με την κτηνοτροφία εξηγεί γιατί το λατ. trahere«σύρω, έλκω, τραβώ» έδωσε το σύγχρονο γαλλ. traire «αρμέγω».
  2. Ο περιορισμός τού μέσου άνω γερμ. hôchzît στο εκκλησιαστικό λεξιλόγιο είχε συνέπειες στη σημασία του: Ενώ το μέσο άνω γερμ. hôchzît σήμαινε γενικά «εορτή (κοσμική ή εκκλησιαστική)» το σύγχρονο γερμ. παράγωγό του Hochzeit κατέληξε να δηλώνει τη «γαμήλια τελετή».
    Ιδιαίτερα συχνή περίπτωση σημασιολογικής αλλαγής με κοινωνική αιτιολόγηση αποτελεί ο δανεισμός από γλώσσα ή κοινωνιόλεκτο υψηλότερου κύρους. Όταν μια γλώσσα ή κοινωνιόλεκτος κύρους χρησιμοποιείται εκ παραλλήλου με τη μητρική, ο ομιλητής τείνει να υιοθετεί όρους τού υψηλότερου στρώματος για το επίσημο λεξιλόγιο. Οι αντίστοιχοι όροι τής μητρικής γλώσσας, εφόσον δεν περιπέσουν σε αχρηστία, συχνά διατηρούνται με περιορισμένη σημασία στο καθημερινό λεξιλόγιο.
    ΕΦΑΡΜΟΓΗ: Η γλωσσική επαφή τής Αγγλικής με γλώσσες που ομιλήθηκαν στις Βρετανικές Νήσους εξηγεί τα λεξιλογικά στρώματα που συναντούμε στη σύγχρονηΑγγλική, καθώς και πολλές μεταβολές σημασίας. Η Αγγλοσαξονική απώθησε την Κελτική, η οποία άφησε λίγα λεξιλογικά κατάλοιπα, αλλά εμπλουτίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλογενή γλώσσα των Νορμανδών, οι οποίοι αποτέλεσαν την ανώτερη τάξη αυλικών και υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, πλήθος λέξεων από τηΓαλλική και τη Μεσαιωνική Λατινική εισήλθαν στην Αγγλική απαρτίζοντας ένα ιδιαίτερο γλωσσικό επίστρωμα (superstratum) σε αυτήν και περιορίζοντας τον αγγλοσαξονικό ή τον σκανδιναβικό όρο σε σημασίες τής καθημερινότητας ή στη βασική λέξη τού πεδίου.
    Στα ακόλουθα παραδείγματα η πρώτη λέξη έχει αγγλοσαξονική αρχή, ενώ η δεύτερη είναι λατινογενής ή προήλθε από τη νορμανδική Γαλλική. Ένα κριτήριο που συχνά εντυπωσιάζει τους μη ειδικούς είναι ότι οι κληρονομηθείσες λέξεις (γερμανικής αρχής) τονίζονται συνήθως στην πρώτη συλλαβή, πράγμα που αποτελεί χαρακτηριστικό των γερμανικών γλωσσών, ενώ οι λατινογενείς ή γαλλογενείς φέρουν συχνά τόνο σε άλλη συλλαβή.
  • yard «αυλή» ~ court «βασιλική αυλή – δικαστήριο»
  • freedom «ελευθερία» ~ liberty «ελευθερία» (κυρ. σε φρ.)
  • take «παίρνω, πιάνω» ~ apprehend «συλλαμβάνω»
  • hide «κρύβω» ~ conceal «αποκρύπτω»
  • clever «έξυπνος» ~ intelligent «ευφυής»
  • die «πεθαίνω» ~ perish «αποβιώνω» (επίσημος όρος)
  • outer «εξωτερικός» ~ exterior «εξωτερικός» (επίσημος όρος)…
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι, μιλώντας για ζώα, χρησιμοποιούμε τους αγγλοσαξ. όρους swine (pig) «γουρούνι, χοίρος», cow «αγελάδα», sheep «πρόβατο», αλλά όταν το κρέας αυτών των ζώων φθάσει στο τραπέζι μας, τότε χρησιμοποιούνται οι λατινογενείς όροι pork, beef και mutton. Η ταυτόχρονη παρουσία των λέξεων αυτών και η σημασιολογική τους κατανομή έχει σαφώς κοινωνική αιτιολόγηση.
Αρκετά χρόνια μετά τη δημοσίευση του άρθρου τού Meillet ο Άγγλος γλωσσολόγος και ρομανιστής Stephen Ullmann θεώρησε ότι η προαναφερθείσα κατηγοριοποίηση παρέλειπε μία άλλη αιτιολογική κατηγορία των σημασιολογικών μεταβολών. Στα βιβλία του Précis de sémantique française (Bern 1959, β΄ έκδ.) και, κυρίως, Semantics. An introduction to the science of meaning (London 1962) o Ullmann προσέθεσε τις ψυχολογικές αιτίες.
Η ψυχολογική βάση των αλλαγών σημασίας βασίζεται στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βλέπει τη γλώσσα και τη χρήση της· συνεπώς, μπορούμε να αναγνωρίσουμε σε τέτοιες μεταβολές κάποιον βαθμό προθετικότητας, συνειδητής ή μη. Στόχος τής μελέτης των ψυχολογικών αιτίων είναι στην πραγματικότητα η διερεύνηση του υποβάθρου που υπόκειται στις σημασιολογικές αλλαγές. Τέτοιες μεταβολές συχνά στηρίζονται σε διεργασίες όπως ο ευφημισμός, η αποτροπή (λέξεις-ταμπού), η ευγένεια ή ακόμη σε εκ των άνω επιβολή, όπως συμβαίνει με την αποκαλούμενη “πολιτική ορθότητα” (political correctness). Η αλλαγή στις αντιλήψεις ενός συνόλου ή τμήματός του, που όμως διαθέτει αυξημένη επιρροή και πρόσβαση σε διαύλους επικοινωνίας, έχει μερικές φορές καθορίσει την αποτελεσματικότητα της αντίστοιχης μεταβολής.
Παραδείγματα
Η χρήση ευφημισμών είναι πολύ συνηθισμένη όταν αναφερόμαστε σε χώρους που συνδέονται με τις φυσικές ανάγκές τού ανθρώπου. Η αρχαία λέξη απόπατος (ήδη στον Αριστοφάνη) θεωρήθηκε πολύ εκφραστική και ίσως προσβλητική για δημόσια χρήση. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για νέες σημασίες στις λέξεις αποχωρητήριο, μέρος (οι οποίες αρχικώς δεν σήμαιναν «τουαλέτα»), η δε λέξη καμπινές σταδιακά θεωρήθηκε ακατάλληλη για να εκφράσει αυτό που δήλωναν λιγότερο περιγραφικά η γαλλική λ.τουαλέτα και η ιταλική λ. μπάνιο (αν και αντιδάνειο). Οι λέξεις αυτές, επειδή δήλωσαν άλλο είδος υγιεινής από τη λεκάνη τουαλέτας (που σήμαινε η λ. καμπινές και θεωρήθηκε, ως εκ τούτου, χυδαία για δημόσια συζήτηση ή για ερώτηση πληροφορίας), βαθμηδόν κυριάρχησαν εν σχέσει με τα υπόλοιπα συνώνυμα. Η στάθμιση του βαθμού ευγένειας γίνεται εύκολα, όταν ο ομιλητής πρέπει να αποφασίσει ποιον όρο θα χρησιμοποιήσει σε μια δημόσια ερώτηση πληροφορίας, όπως παρακαλώ, μπορείτε να μου πείτε πού είναι το μπάνιο/η τουαλέτα/ο καμπινές/το λουτρό/το μέρος κ.τ.ό…;
Ότι η τάση αυτή αποτελεί κοινό κτήμα και άλλων γλωσσών είναι φανερό από αντίστοιχους όρους λ.χ. της Αγγλικής. Η λ. Water Closet (W.C.) άρχισε να αντιμετωπίζεται ως ελλιπώς ευγενής όρος, πράγμα που άνοιξε τον δρόμο για το ουσ.lavatory «λουτρό», κατόπιν bathroom «μπάνιο» ή restroom «δωμάτιο ανακούφισης (!)» (όροι που κυριαρχούν στις Η.Π.Α.) και επίσης στο γαλλ. δάνειο toilet (η βασική λέξη στη Βρετανική Αγγλική). Ακόμη και η σήμανση των χώρων επηρεάστηκε, με αποτέλεσμα οι πινακίδες W.C. να αντικαθίστανται σταδιακά από τις λέξεις Gents’(Gentlemen’s) και Ladies’ (κυρίως στις Η.Π.Α.).

Ταξινόμηση των σημασιολογικών μεταβολών
Η προσπάθεια για ταξινόμηση των αλλαγών σημασίας και για εύρεση της τυπολογίας τους δεν έχει ιδιαίτερα μακρά ιστορία. Η Σχολή των Νεογραμματικών
 γλωσσολόγων (Junggrammatiker) τον 19ο αιώνα, η οποία άσκησε ισχυρή επίδραση στη συγκριτικήγλωσσολογία και στην εξέλιξή της, εστίαζε την προσοχή κυρίως στην ανάλυση των φωνητικών νόμων που διέπουν τις (ινδοευρωπαϊκές κατ’ εξοχήν) γλώσσες με σκοπό την εξακρίβωση κανονικοτήτων και την ερμηνεία των φαινομενικών εξαιρέσεων. Οι σημασιολογικές αλλαγές αποτελούσαν, για τους λόγους που μνημονεύθηκαν ανωτέρω, υλικό δύσκολο στον χειρισμό του και, ως εκ τούτου, συνήθως παραθεωρούνταν ή ετίθεντο στο περιθώριο της ανάλυσης.
Αν και μερικές μεμονωμένες σημασιολογικές μελέτες τής εποχής δείχνουν ώριμη γλωσσολογική σκέψη, το έργο που έθεσε τα θεμέλια για την ιστορική σημασιολογία και, κυρίως, για την ταξινόμηση των αλλαγών ήταν το μνημειώδες βιβλίο τού Γάλλου γλωσσολόγου Michel Bréal, Essai de sémantique (Paris 1899, β΄ έκδ.). Το έργο αυτό αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη συστηματική συμβολή στην ιστορική σημασιολογία, με σκοπό την πλήρη κάλυψη όλων των συναφών θεμάτων. Η τυπολογία των αλλαγών σημασίας υιοθετήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα πλείστα εισαγωγικά εγχειρίδια γλωσσολογίας που παρουσιάστηκαν έκτοτε ώς και τη δεκαετία τού 1960.
O Bréal συνέταξε ένα σχήμα σημασιολογικών μεταβολών, το οποίο έχει αντλήσει ιδέες αλλά και ορολογία από τις αριστοτελικές κατηγορίες. Συνήθως διαιρούμε τις μεταβολές που επισήμανε σε α) περιγραφικές και β) ερμηνευτικές. Μολονότι ο ίδιος δεν προχώρησε σε αυτή τη διάκριση, αλλά απλώς αφιέρωσε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του σε κάθε μεταβολή, η διαίρεση μας βοηθεί να αντιληφθούμε τον τρόπο σκέψεως που υπόκειται στην εν λόγω ταξινόμηση.
Η περιγραφική κατηγορία περιλαμβάνει τα ακόλουθα αντίρροπα ζεύγη αλλαγών:

Εύρυνση Αριστερό και δεξιό βέλος Στένωση σημασίας (élargissement – restriction)
Η εύρυνση ή επέκταση της σημασίας περιλαμβάνει τη γενίκευση των χαρακτηριστικών ή του πεδίου εφαρμογής μιας λέξεως. Αυτό σημαίνει ότι μια λέξη δηλώνει τώρα ολόκληρο το πεδίο των σημασιών, ενώ προηγουμένως αναφερόταν μόνο σε τμήμα ή υποσύνολό του.
Παραδείγματα: Το γαλλ. ρήμα arriver «φθάνω» έχει την αφετηρία του στο υστερολατινικό adripare, το οποίο σήμαινε «πλησιάζω στην ακτή, φθάνω στην ακτή τής θάλασσας» (λατ. ripa «ακτή»). Η αρχ. κατόμβη αποτελεί σύνθετό από τη λ. κατόν και από μόρφημα του ουσιαστικού βος «βόδι», πράγμα που εξηγεί γιατί αρχικά σήμαινε «(θυσία) εκατό βοδιών». Βεβαίως, η κυριολεκτική θυσία εκατό βοδιών αποτελούσε σημαντική απώλεια περιουσιακού στοιχείου και σύντομα η λ. γενικεύθηκε, με αποτέλεσμα ήδη στην αττική τραγωδία και πεζογραφία να συναντάται με τη σημασία «τεράστια απώλεια».
Αντίστροφη πορεία παρατηρούμε στη στένωση της σημασίας, όπου ένας αρχικά γενικός όρος περιορίζεται τώρα στη δήλωση μέρους μόνο του αρχικού πεδίου. Συχνά η στένωση σημασίας παρατηρείται στα δάνεια, διότι η εισαγόμενη λέξη δεν μπορεί να μεταφέρει παρά μικρό μόνο τμήμα τού πεδίου που διέθετε στη γλώσσα προελεύσεως.
Παραδείγματα: Το αγγλ. ρήμα starve είχε αρχικώς τη γενική σημασία «πεθαίνω», η οποία συναντάται ακόμη σε σαιξπηρικά έργα, αλλά περιορίστηκε στη σημασία «πεθαίνω της πείνας». Η λ. κτήμα έχει στην αρχαιότητα τη γενική σημ. «απόκτημα, ιδιοκτησία». Συν τω χρόνω, μία από τις υποσημασίες τής λέξεως, η σημ. «αγροτεμάχιο» ξεχώρισε και τελικά επικράτησε στη Νέα Ελληνική. Μολονότι η γενικότερη αρχαία σημασία χρησιμοποιείται σήμερα, αυτό οφείλεται μάλλον σε λόγιο αναδανεισμό μέσω της σχολικής εκπαίδευσης.
Βελτίωση Αριστερό και δεξιό βέλος Δείνωση / Χειροτέρευση σημασίας (amélioration – péjoration)
Ορισμένες αλλαγές σημασίας οφείλονται σε μεταβολή τής αντιμετώπισης ενός φαινομένου και στην απόδοση σε αυτό όρων οι οποίοι, αναλόγως, θεωρούνται ότι αποκτούν “καλύτερη” ή “χειρότερη” σημασία. Συχνά τέτοιου είδους μεταβολές αφορούν στην ηθική ή την κοινωνική αντιμετώπιση μιας τάξης ανθρώπων και, ως εκ τούτου, λέξεις που δηλώνουν επάγγελμα ή ενασχόληση τείνουν να υφίστανται βελτίωση ή δείνωση ανάλογα με τη μεταβαλλόμενη κοινωνική στάση. Παλαιότερα χρησιμοποιήθηκαν για αυτό το ζεύγος μεταβολών οι όροι ανύψωση (elevation) καιεκφυλισμός / έκπτωση (degeneration), οι οποίοι όμως δεν επικράτησαν ως υπέρμετρα φορτισμένοι.
Παραδείγματα
  1. Τίποτε δεν φανέρωνε ότι η παλ. αγγλ. λέξη cniht «υπηρέτης, βοηθός σε στρατιωτική υπηρεσία» θα εξελισσόταν στο σημερινό αγγλ. knight «ιππότης», το οποίο αποτελεί επίσης τίτλο τιμής απονεμόμενο σε εξέχοντες υπηκόους τής Κοινοπολιτείας. Η σημασιολογική βελτίωση γίνεται πιο κατανοητή όταν λάβουμε υπ’ όψιν την ενδιάμεση σημασία «έφιππος ακόλουθος του βασιλιά», η οποία μαρτυρείται στη μέση Αγγλική.
  2. Οι όροι αγαθός και αθώος, μολονότι δεν έχουν χάσει τις αρχικές σημασίες τους, έφθασαν στη Νέα Ελληνική να δηλώνουν επίσης τον «ανόητο» ή «εύπιστο» άνθρωπο, πράγμα που κινείται παράλληλα προς τη δείνωση σημασίας την οποία υπέστησαν οι γαλλ. λέξεις innocent «αθώος – ανόητος» και bonhomme «καλός, καλοκάγαθος – ανόητος, εύπιστος». Στην ίδια κατηγορία ανήκει η λ. κρετίνος«ηλίθιος», η οποία ανάγεται στο γαλλ. crétin, που δύσκολα αποκαλύπτει την καταγωγή του από το υστερολατινικό 
  3. christianus (< ελνστ. χριστιανός).
  4. Η λ. υπουργός στην αρχαιότητα δεν δήλωνε κανένα επάγγελμα ιδιαίτερου κύρους: τη συναντούμε συνήθως με τη σημ. «βοηθός», η οποία κατά περίπτωση εφαρμόζεται στους λουτροχόους, τους οινοχόους συμποσίων, καθώς και στους εργάτες οικοδομών. Μετά την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους τα πρώτα επίσημα έγγραφα μεταχειρίζονταν συνήθως την ιταλογενή λέξη μινίστρος (καιΜινιστέριον «υπουργείο»), η οποία ανάγεται στο λατ. minister «διάκονος, υπηρέτης», παρουσιάζοντας επίσης σημασιολογική βελτίωση. Βαθμηδόν για την απόδοση του ιταλ. όρου επανήλθε σε χρήση η αρχ. λέξη υπουργός, αναβαθμισμένη πλέον όπως η αντίστοιχη ιταλική.
  5. Χαρακτηριστική περίπτωση σημασιολογικής δείνωσης αποτελεί η αγγλ. λ. gay, η οποία επί αιώνες σήμαινε «πρόσχαρος, ζωηρός, εύθυμος» και ώς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δινόταν συχνά ως προσωπικό όνομα. Η αλλαγή σημασίας της ξεκίνησε από την αργκό των φυλακών, όπου η φρ. gay cat σήμαινε «νεαρός αλήτης που τον εκμεταλλεύεται (συχνά σεξουαλικά) άλλος εμπειρότερος» και κατόπιν «νεαρός ομοφυλόφιλος», πράγμα που οδήγησε στη γενίκευση της σημασίας «ομοφυλόφιλος». Η επικράτηση της σημασίας αυτής είχε ως αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθεί εντελώς η ιστορικά κληρονομημένη χρήση «εύθυμος, ζωηρός» και περαιτέρω να πάψει η ονοματοδοσία με βάση έναν αρνητικά φορτισμένο όρο.
    Συγκεκριμένο Αριστερό και δεξιό βέλος Αφηρημένο (concret – abstrait)
    Σε αρκετές σημασιολογικές αλλαγές είναι προφανής η κίνηση μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου. Η παραδοσιακή κατάταξη ενέτασσε σε αυτές στοιχεία που θεωρούμε σήμερα ότι ανήκουν στη γραμματικοποίηση (δηλ. στη μεταβολή λεξικών μονάδων σε γραμματικά μορφήματα) ή σε μηχανισμούς τής αναλογικής σκέψεως όπως η μεταφορά και η μετωνυμία. Συχνά οι εν λόγω μεταβολές αποτελούν στην πραγματικότητα μεταφορά μιας δομής χώρου (spatial structure) σε μη χωρικό / μη τοπικό τομέα και αντίστροφα (σπανιότερα). Η αδυναμία τής παραδοσιακής σημασιολογίας να συλλάβει αυτές τις ομοιότητες οδήγησε σε ασαφή ομαδοποίηση τις περιπτώσεις που καταγράφονται στα παραδείγματα.
    Παραδείγματα:
  1. (Συγκεκριμένο > Αφηρημένο). Η λ. έδρα δήλωνε αρχικώς τη «θέση» ή την «καρέκλα» ως φυσικό αντικείμενο, αλλά τώρα συνήθως δηλώνει την ιδιότητα του καθηγητή σε πανεπιστημιακό ίδρυμα. Το αρχ. επίθ. αυτοφυής σήμαινε «αυτός που φυτρώνει από μόνος του», αλλά το μεσν. παράγωγο ατόφυος σημαίνει «γνήσιος, αμιγής». Στην Ελληνική και σε άλλες γλώσσες ρήματα που σημαίνουν «πιάνω, κυριεύω» φθάνουν να σημαίνουν «κατανοώ», λ.χ. αρχ. καταλαμβάνω «κυριεύω» > μεσν. καταλαβαίνω, λατ. comprehendere «κυριεύω» > γαλλ. comprendre«καταλαβαίνω», αγγλ. grasp «καταλαβαίνω, συλλαμβάνω το νόημα» (αρχική σημ. «πιάνω και κρατώ γερά με τα χέρια μου»).
  1. (Αφηρημένο > Συγκεκριμένο). Η αρχ. σχόλη / σχολή σήμαινε τη «διακοπή τής εργασίας, την αποχή από εργασία» συνήθως λόγω κάποιας εορτής ή άλλης σπουδαίας περίστασης, αλλά κατόπιν δήλωσε την ενασχόληση με την εκπαίδευση, την οποία φαινόταν αρχικώς να παρέχουν εκείνοι που δεν είχαν άλλη εργασία. Αξιοσημείωτη είναι η ανεξάρτητη παράλληλη εξέλιξη του παλ. αγγλ. haligdæg«ιερή ημέρα, ημέρα εορτής», το οποίο εξελίχθηκε στο σημερινό αγγλ. holiday«περίοδος διακοπών ή αναψυχής», αποκαλύπτοντας έτσι μέρος τής πορείας αλλαγής σημασίας που είχε διανύσει η ελληνική λέξη στο παρελθόν.
    ·  ·  Θ. Μωυσιάδης, 2005: Εισαγωγή στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Ετυμολογία(Αθήνα), σελ. 153-4.
    ·  ·  ·  Θ. Μωυσιάδης, 2004-5: «Το επίρρημα τάχα: Μεταβολές σημασίας και ο ρόλος τής γραμματικοποίησης» ― Γλωσσολογία, τόμ. 15, σελ. 51-64.
    ·  · 
    ·  ·  Χ. Συμεωνίδης, Ιστορικοσυγκριτική Γραμματική των Ινδοευρωπαϊκών Γλωσσών. Α΄ Γενική Εισαγωγή (Θεσσαλονίκη 1981, σ. 103).
    Γ. Χατζιδάκις στα Ακαδημεικά Αναγνώσματα (τόμ. Γ΄: Γενική Γλωσσική,Αθήνα 1915).
     Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο (Αθήνα 2004, σελ. 222)·
    Η  επιστήμη  της  Γλωσσοχρονολογίας
    Η γλωσσοχρονολογία (αγγλ. glottochronology, γαλλ. glottochronologie, γερμ.Glottochronologie) αποτελεί κλάδο τής λεξικοστατιστικής στον τομέα τής γλωσσολογίας και εξετάζει τρόπους με τους οποίους μπορεί να προσδιοριστεί η χρονολόγηση των σχέσεων μεταξύ γλωσσών με βάση τη στατιστική μελέτη τού λεξιλογίου.
    Η γλωσσοχρονολογία έχει συνδεθεί στενά με τον εισηγητή της, τον Αμερικανό γλωσσολόγο Morris Swadesh (1909-1967), ο οποίος ερεύνησε τη δυνατότητα προσδιορισμού ενός μέτρου ή μαθηματικού τύπου για τη χρονολόγηση των γλωσσών, στηριζόμενος σε ορισμένες παραδοχές ως προς τη διατήρηση ή την απώλεια στοιχείων τού λεξιλογίου. Οι εισηγήσεις τού Swadesh ξεκίνησαν από έρευνές του κατά τη δεκαετία τού 1950, με τις οποίες προσπάθησε να αναπτύξει ένα αξιόπιστο αλλά και φιλόδοξο μοντέλο χρονολόγησης, αρχίζοντας από συγγενείς γλώσσες με γνωστή ιστορία (π.χ. τευτονικέςρομανικές) και επεκτείνοντάς το σε λιγότερο μελετημένες γλωσσικές οικογένειες (π.χ. αμερινδικές). Από τις έρευνές του προέκυψαν δύο βασικά μελετήματα, τα οποία προκάλεσαν αμέτρητες συζητήσεις και αντιλογίες στον χώρο τής ιστορικής γλωσσολογίας, τα άρθρα Lexicostatistic dating of prehistoric ethnic contacts («Λεξικοστατιστική χρονολόγηση προϊστορικών εθνικών επαφών», 1952) και Towards greater accuracy in lexicostatistic dating («Προς μεγαλύτερη ακρίβεια στη λεξικοστατιστική χρονολόγηση», 1955).
    Λειτουργικές προϋποθέσεις τής γλωσσοχρονολογίας
    Η μεθοδολογία τής γλωσσοχρονολογίας, σύμφωνα με τις αρχικές μελέτες τού Swadesh, βασίστηκε σε τρεις λειτουργικές προϋποθέσεις, οι οποίες αποτέλεσαν ευθύς αμέσως αντικείμενο αντιλογίας και σοβαρών αντιρρήσεων:
    Βασικό λεξιλόγιο
    Ο Swadesh και οι υποστηρικτές τής θεωρίας του υπέθεσαν ότι ορισμένα στοιχεία τού λεξιλογίου κάθε γλώσσας διατηρούνται περισσότερο, επειδή ανήκουν στο αποκαλούμενο βασικό λεξιλόγιο, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τόπο ή πολιτισμό και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθολικό. Στο εν λόγω λεξιλόγιο ανήκουν λέξεις που τείνουν να υπόκεινται σε λιγότερες αλλαγές και αποδεικνύονται σταθερότερες με το πέρασμα του χρόνου, όπως αριθμητικάαντωνυμίες, βασικές πρωτοτυπικές έννοιες, μέρη τού σώματος κτλ. Για να προσδιορίσει το λεξιλόγιο αυτό, ο Swadesh (1955) συνέταξε διάφορους καταλόγους λέξεων και κατέληξε, μειώνοντας διαρκώς το περιεχόμενό του, στον γνωστό κατάλογο των 100 λέξεων-εννοιών, τον οποίο πρότεινε προς λεξικοστατιστική αξιοποίηση. Ο κατάλογος αυτός έχει ως εξής:

Κατάλογος βασικού λεξιλογίου

εγώ

ρίζα

στήθος

βροχή

εσύ

γαβγίζω

καρδιά

πέτρα

εμείς

δέρμα

συκώτι

άμμος

αυτό

σάρκα

πίνω

έδαφος

εκείνο

αίμα

τρώω

σύννεφο

τι

κόκκαλο

δαγκώνω

καπνός

ποιος

αβγό

βλέπω

φωτιά

δεν

λίπος

ακούω

στάχτη

όλοι

κέρατο

ξέρω

καίω

πολλοί

ουρά

κοιμούμαι

μονοπάτι

ένας

φτερό

πεθαίνω

βουνό

δύο

μαλλιά

σκοτώνω

κόκκινο

μεγάλος

κεφάλι

κολυμπώ

κίτρινο

μακρύς

αφτί

πετώ

πράσινο

μικρός

μάτι

περπατώ

λευκό

άνδρας

μύτη

έρχομαι

μαύρο

γυναίκα

στόμα

ξαπλώνω

νύχτα

άνθρωπος

δόντι

κάθομαι

ζεστός

ψάρι

γλώσσα

στέκομαι

κρύος

πουλί

νύχι

δίνω

γεμάτος

σκύλος

πόδι

λέω

καλός

ψείρα

γόνατο

ήλιος

νέος

δέντρο

χέρι

σελήνη

στρογγυλός

σπόρος

κοιλιά

άστρο

στεγνός

φύλλο

λαιμός

νερό

Η ιδέα στην οποία βασίστηκε το προτεινόμενο σύστημα ήταν η σύγκριση των στοιχείων-εννοιών τού βασικού λεξιλογίου σε διαφορετικές γλώσσες, κυρίως σε αυτές για τις οποίες εικαζόταν γενετική συγγένεια. Αν διαπιστωνόταν φωνητική εγγύτητα, οι πιθανώς ομόρριζες λέξεις σημειώνονταν και αποτελούσαν το ποσοστό κοινού λεξιλογίου που πιστευόταν ότι υπήρχε μεταξύ των συγκρινόμενων γλωσσών.

Ποσοστό διατήρησης και απώλειας λέξεων
Η γλωσσοχρονολόγηση στηρίζεται επίσης στη θεωρητική προϋπόθεση ότι τα ποσοστά διατήρησης και απώλειας των στοιχείων τού βασικού λεξιλογίου παραμένουν σχετικώς σταθερά και, επομένως, είναι δυνατόν να προκύψουν χρήσιμα στατιστικά συμπεράσματα από τη μελέτη τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία, οι γλώσσες τείνουν να διατηρούν ποσοστό 81-86% του βασικού λεξιλογίου και αντιστοίχως να χάνουν το 14-19%. Κατ’ άλλες μελέτες, το ποσοστό διατήρησης μπορεί να υποχωρήσει ώς το 76%, ενώ το ποσοστό απώλειας να αυξηθεί μέχρι 24%. Η βασική ιδέα τής μεθόδου είναι ότι, αν μπορούσε να προσδιοριστεί επακριβώς ο ρυθμός διατήρησης και απώλειας του βασικού λεξιλογίου, θα ήταν δυνατόν να υπολογιστεί τόσο ο βαθμός συγγένειας όσο και το χρονικό βάθος διαχωρισμού δύο συγγενών γλωσσών.

Μαθηματικός υπολογισμός
Προσπαθώντας να τυποποιήσει μαθηματικά τις μελέτες τού Swadesh, ώστε να προκύψουν χρήσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό τού χρόνου διαχωρισμού δύο συγγενών γλωσσών, ο Αμερικανός γλωσσολόγος Robert Lees (1922-1996) διατύπωσε τον εξής λογαριθμικό τύπο:
όπου: t «το χρονικό βάθος στο οποίο υπολογίζεται ο διαχωρισμός δύο συγγενών γλωσσών, εκφραζόμενο σε χιλιάδες χρόνια», c «το ποσοστό στοιχείων τού κοινού βασικού λεξιλογίου, δηλ. το ποσοστό ομορρίζων από τον κατάλογο των βασικών λέξεων», και r «το ποσοστό ομορρίζων που εικάζεται ότι μοιράζονται οι δύο γλώσσες μετά από χίλια χρόνια, λογιζόμενο ως γλωσσοχρονολογική σταθερά (86%)». Επί παραδείγματι, αν θεωρηθεί ότι δύο γλώσσες έχουν ποσοστό κοινού βασικού λεξιλογίου 60%, τότε ο υπολογισμός τού λογαριθμικού τύπου δείχνει ότι t = 1700, δηλ. οι γλώσσες διαχωρίστηκαν πριν από 1700 χρόνια. Οι εισηγητές τής γλωσσοχρονολογίας είχαν μελετήσει τουλάχιστον δεκατρείς περιπτώσεις συγγενών γλωσσών, με σκοπό να επαληθεύσουν τη θεωρία και να ελέγξουν τον μαθηματικό τύπο. Οι περιπτώσεις ελέγχου περιελάμβαναν γερμανικές γλώσσεςρομανικές γλώσσες, ακόμη και τη σχέση τήςΚοπτικής με την Αρχαία Αιγυπτιακή. Μελετήθηκε επίσης η εφαρμογή τής θεωρίας στη σχέση μεταξύ διαφορετικών σταδίων τής ίδιας γλώσσας ή στη σχέση τής μητέρας-γλώσσας με τις θυγατρικές της (π.χ. ρομανικές γλώσσες με Λατινική, αρχαία Γερμανική με Αγγλική και Γερμανική κτλ.). Εντούτοις, όλες οι εφαρμογές παρήγαγαν αμφίβολα αποτελέσματα που συχνά επιδέχονταν ποικίλες ερμηνείες, όπως εξηγείται λεπτομερέστερα παρακάτω.

Κριτική αποτίμηση της μεθόδου
Η κλασική θεωρία τής γλωσσοχρονολογίας έχει επικριθεί αυστηρά από τους ιστορικούς γλωσσολόγους, όχι μόνο λόγω των ανακριβειών που προκύπτουν από την εφαρμογή τού μαθηματικού τύπου, αλλά κατ' εξοχήν επειδή αμφισβητούνται οι θεωρητικές προϋποθέσεις που είναι κρίσιμες στη θεμελίωσή της. Συγκεκριμένα:
Βασικό λεξιλόγιο
Η σύσταση του βασικού λεξιλογίου εμπεριέχει μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας. Κατάλογοι λίγων λέξεων δεν είναι αντιπροσωπευτικοί, ενώ και οι κατάλογοι περισσότερων λέξεων είναι επισφαλείς, επειδή βασίζονται στην προϋπόθεση ότι είναι δυνατόν να υπάρξει λεξιλόγιο που δεν εξαρτάται από το πολιτιστικό περιβάλλον των ομιλητών του. Ακόμη και αν παραβλεφθεί αυτή η σημαντική παράμετρος, υπάρχουν αρκετοί ακόμη τομείς που εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη φερεγγυότητα της συγκεκριμένης παραδοχής:
  1. Η σύσταση του καταλόγου έχει νόημα μόνο όταν συγκρίνονται γλώσσες αποδεδειγμένης συγγένειας, ώστε τα συγκρινόμενα τεμάχια να είναι ομόρριζα [cognates] και όχι απλώς ομώνυμα [homonymes]. Παραδείγματος χάριν, τα αγγλ.bad «κακός» και περσ. bad «κακός», τα αγγλ. much «πολύ» και ισπ. mucho «πολύ» ή τα αγγλ. day «ημέρα» και ισπ. día «ημέρα» δεν έχουν μεταξύ τους ετυμολογική σχέση, αλλά απλώς συνέπεσαν φωνητικά, πράγμα που μπορεί να παραπλανήσει τον μη ενημερωμένο μελετητή. Από την άλλη πλευρά, τα ελλ. δύο, λατ. duo είναι ομόρριζα του αρμεν. erku, κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται απίθανο, αν κάποιος δεν γνωρίζει τις αντίστοιχες φωνητικές εξελίξεις.
  2. Η σύσταση του καταλόγου δεν αποκλείει την πιθανότητα δανείων μεταξύ των συγκρινόμενων γλωσσών. Αν και τα στοιχεία τού βασικού λεξιλογίου τείνουν να διατηρούνται, εντούτοις τίποτε δεν απαγορεύει τη δυνατότητα δανεισμού, πράγμα που θα καθιστούσε επισφαλή τη σύγκριση και θα αύξανε αδικαιολόγητα τον αριθμό των ομορρίζων. Παραδείγματος χάριν, η Φινλανδική έχει δανειστεί λέξεις που δηλώνουν βασικούς οικογενειακούς δεσμούς από (ινδοευρωπαϊκές) βαλτικές ήγερμανικές γλώσσες, με τις οποίες δεν ανήκει στην ίδια οικογένεια: π.χ. φινλ. äiti«μητέρα» (< παλ. άνω γερμ. eidī), tytär «κόρη» (από τις βαλτικές γλώσσες, πβ. λιθ.dukteřs, γενική πτώση), sisar «αδελφή» (από τις βαλτικές γλώσσες, πβ. λιθ. seseřs, γενική πτώση).
  3. Η σύσταση του καταλόγου δεν αποτυπώνει πάντοτε την αντιστοιχία λέξεων και σημασιών, αφού ορισμένες έννοιες πιθανόν να μένουν κενές, ίσως κάποιες γλώσσες να χρησιμοποιούν περισσότερες λέξεις για την ίδια έννοια ή οι σημασίες των ομορρίζων να μη συμπίπτουν. Παραδείγματος χάριν, η αγγλική λ. head «κεφάλι» αντιστοιχεί ως προς τη σημασία με το γερμ. Kopf, αλλά είναι ομόρριζη με το γερμ.Haupt, το οποίο έχει αποκτήσει μεταφορική (μη ανατομική) σημασία. Προεκτείνοντας τη σύγκριση, καμμία από τις λέξεις αυτές δεν είναι ομόρριζη του γαλλ. tête «κεφάλι», συνεπώς η επιχειρούμενη συσχέτιση των τριών αυτών όρων τού βασικού λεξιλογίου δεν θα απέδιδε κανένα χρήσιμο αποτέλεσμα. Ακόμη, οι έννοιες «άνδρας» και «άνθρωπος» συμπίπτουν στις περισσότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. αγγλ. man, γαλλ. homme, γερμ. man «κάποιος» - Mann «άνδρας» κτλ.), πράγμα που θα άφηνε κενή τη σχετική κατηγορία στις μεταξύ τους συγκρίσεις. Επίσης, έχει παραβλεφθεί ο ρόλος των λέξεων-ταμπού σε διάφορους πολιτισμούς, όπως η χρήση των όρων που σημαίνουν «ήλιος» και «σελήνη», καθώς και η υποκατάσταση στοιχείων τού βασικού λεξιλογίου από άλλα, επειδή απέκτησαν σημασίες που σχετίζονταν με τη γενετήσια δραστηριότητα. Επιπρόσθετα, μελέτες στις αθαπασκικές γλώσσες (ινδιάνικες γλώσσες ως επί το πλείστον στην Αλάσκα και στον Καναδά) έδειξαν ότι οι μισές περίπου λέξεις τού βασικού λεξιλογίου δεν μπορούσαν να αντιστοιχηθούν εύκολα με τον κατάλογο του Swadesh.
    Το ζήτημα της διατήρησης και απώλειας λέξεων
    Θεμελιώδης λειτουργική προϋπόθεση της γλωσσοχρονολογίας είναι ότι οι γλώσσες διατηρούν ή χάνουν μέρος τού λεξιλογίου τους με σταθερό ρυθμό, πράγμα που θα συνεπαγόταν ότι ο διαχωρισμός μεταξύ τους είναι σχετικά προβλέψιμος. Εντούτοις, είναι προφανές ότι ο εν λόγω συλλογισμός πάσχει ως προς το γεγονός ότι αντιμετωπίζει το λεξιλόγιο όπως τις φωνητικές μεταβολές, οι οποίες διέπονται από καλά εδραιωμένες αρχές ή τάσεις, υπαγορευμένες από τη φύση των φωνητηρίων οργάνων και τους περιορισμούς τους. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς προβλέψιμο στην οργάνωση ή τη διάρθρωση του λεξιλογίου που να καθορίζει ότι η διατήρηση ή η αλλαγή θα γίνεται με σταθερό ρυθμό. Παράγοντες όπως η ισχύς τού πληθυσμού των ομιλητών, η πολιτιστική κυριαρχία, οι γλωσσικές επαφές κ.ά. μπορούν να επηρεάσουν τη σύσταση του λεξιλογίου με τρόπο εντελώς απροσδόκητο.
    Η αστάθμητη φύση τού λεξιλογίου μπορεί να καταδειχθεί επίσης από το παράδειγμα δύο γερμανικών γλωσσών, της Αγγλικής και της Ισλανδικής η πρώτη διατήρησε ποσοστό 67,8% του βασικού λεξιλογίου της, ενώ η δεύτερη 97,3%, ποσοστά που απέχουν πολύ από τη σταθερά 86%, στην οποία στηρίζεται ο μαθηματικός τύπος. Ασφαλώς, η αιτία τής διαφοράς είναι κοινωνιογλωσσολογική: η Ισλανδική γλώσσαπαρέμεινε απομονωμένη επί πολλούς αιώνες στο νησί τής Ισλανδίας και αυτό παρεμπόδισε τις γλωσσικές επαφές που είναι απαραίτητες για κάθε μεταβολή. Συνεπώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ρυθμός μεταβολής υπήρξε σταθερός για ορισμένη περίοδο χρόνου, τίποτε δεν επιβάλλει τη διατήρηση του ίδιου ρυθμού σε όλη την ιστορία τής συγκεκριμένης γλώσσας.
    Πέρα από τις ειδικές επιφυλάξεις που προκύπτουν από την εφαρμογή τής μεθόδου σε επί μέρους γλώσσες, η γλωσσοχρονολογία φαίνεται να προϋποθέτει ότι οι ομιλητές έχουν κατά κάποιον τρόπο πρόσβαση στη διαχρονική πλευρά τής γλώσσας και επομένως διασφαλίζουν ότι ειδικώς τα στοιχεία τού βασικού λεξιλογίου διατηρούνται σε ορισμένο ποσοστό, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο από το προβλεπόμενο περιθώριο. Ασφαλώς, η συγκεκριμένη παραδοχή κρίνεται άτοπη, όχι μόνο επειδή η διαχρονική πλευρά τού λεξιλογίου είναι ελάχιστα γνωστή στους μη ειδικούς ομιλητές, αλλά και επειδή οι μελέτες δεν έχουν αποδείξει ότι οι όροι τού βασικού λεξιλογίου αλλάζουν με σταθερό ρυθμό.
    Το πρόβλημα του μαθηματικού υπολογισμού
    Υπολογισμός τού διαχωρισμού των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών με βάση τον μαθηματικό τύπο τής κλασικής γλωσσοχρονολογίας (σε χιλιάδες χρόνια με αφετηρία το παρόν).
    Μολονότι καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες να τεκμηριωθεί η ισχύς τού μαθηματικού τύπου εφαρμοζόμενη σε διαφορετικές γλώσσες και οικογένειες γλωσσών, οι παρατηρούμενες αποκλίσεις είναι μεγάλες, αν συγκριθούν με όσα είναι ήδη γνωστά σχετικά με τη χρονολόγηση της διάσχισής τους. Η πιθανότητα σφάλματος συνδέεται α) με τον αριθμό των λέξεων που προτείνονται προς σύγκριση, και β) με το ποσοστό σφάλματος που προβλέπεται από τον μαθηματικό τύπο.
    Παραδείγματος χάριν, η σύγκριση πέντε λέξεων της Αγγλικής και της Γερμανικής(αγγλ. animal, four, head, I, sun - γερμ. Tier, vier, Kopf, ich, Sonne) αποδίδει ποσοστό συγγένειας 60%, το οποίο εφαρμοζόμενο στον μαθηματικό τύπο με σταθερά r = 76 οδηγεί σε εξαγόμενο 1561, που σημαίνει ότι οι δύο γλώσσες διαχωρίστηκαν προς το μέσον τού 5ου αι. μ.Χ. Ωστόσο, αν η μέθοδος εφαρμοστεί στον κατάλογο των 200 λέξεων του Swadesh, το ποσοστό κοινών λέξεων παραμένει σχεδόν ίδιο (59%), όμως αν χρησιμοποιηθεί ο μέσος όρος τής σταθεράς r = 80%, το εξαγόμενο είναι 1180, πράγμα που συνεπάγεται ότι οι δύο γλώσσες διαχωρίστηκαν περίπου το 815 μ.Χ. Φυσικά, το τελευταίο αυτό συμπέρασμα είναι εντελώς άτοπο, αφού τον 9ο αιώνα τα αγγλοσαξονικά φύλα είχαν από αιώνες εγκατασταθεί στηΜεγάλη Βρετανία και, συνεπώς, ο γλωσσικός διαχωρισμός είχε ήδη συντελεστεί.
    Γενικά, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η εφαρμογή τού μαθηματικού τύπου συνήθως προσκρούει σε όσα είναι ήδη γνωστά από την ιστορία των γλωσσών, όπως έχει καταδειχθεί από ποικίλες εφαρμογές της. Επιπλέον, αξεπέραστες παραμένουν οι αμφιβολίες που έχουν εγερθεί ως προς το αν είναι χρήσιμη μια μέθοδος που στηρίζεται σε εγνωσμένες εφαρμογές τής συγκριτικής επανασύνθεσης και δεν έχει ευρετική αξία, όταν καλείται να προσφέρει καινούργια στοιχεία. Ούτε ο μαθηματικός τύπος ούτε οι συγκρίσεις τού βασικού λεξιλογίου μπορούν από μόνες τους να εξασφαλίσουν ότι η επιχειρούμενη αντιπαραβολή υπερβαίνει τα όρια της τυχαίας ομοιότητας [resemblance] και γίνεται συστηματική αντιστοιχία [correspondence]· για την τελευταία απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των κανόνων τήςφωνολογίας και μορφολογίας.
    Νεότερες εκδοχές τής γλωσσοχρονολογίας: Η ετυμοστατιστική μέθοδος
    O Ρώσος γλωσσολόγος Sergei Starostin
    Ο Swadesh ήταν γνώστης των προαναφερθέντων μειονεκτημάτων τής θεωρίας του, καθώς και των περιορισμών τού μαθηματικού τύπου. Ωστόσο, είχε την άποψη ότι υπάρχει ένας βαθμός ισορροπίας μεταξύ των δυνάμεων που προωθούν την ποικιλία στη γλωσσική αλλαγή και των δυνάμεων που προωθούν την ομοιομορφία, προσδοκούσε δε ότι η αρχαιολογία θα μπορούσε να προσφέρει βοήθεια όταν τα γλωσσολογικά στοιχεία ήταν ελλιπή. Εντούτοις, ενώ η άποψη αυτή έχει ισχυρή βάση, δεν παρέχει ικανοποιητική απάντηση στις βασικές ελλείψεις τής γλωσσοχρονολογίας, οι οποίες σχετίζονται με την ίδια τη θεωρητική θεμελίωσή της και όχι απλώς με τη μαθηματική της εφαρμογή.
    Επειδή η κλασική γλωσσοχρονολογία δέχτηκε αυστηρή κριτική, επιμερισμένη στους τρεις τομείς που αναπτύχθηκαν παραπάνω, συγκριτικοί γλωσσολόγοι επεξεργάστηκαν πιο πρόσφατα μια προσέγγιση που θεωρούν ότι ανταποκρίνεται καλύτερα στα δεδομένα τής γλωσσικής μεταβολής. Αφετηρία υπήρξε η απλή σκέψη ότι το ποσοστό ακριβούς αντιστοιχίας μεταξύ δύο συγγενών γλωσσών είναι αντιστρόφως ανάλογο προς το χρονικό βάθος τού διαχωρισμού τους: όσο απομακρύνονται από τη μητέρα-γλώσσα, το ποσοστό μειώνεται, ενώ όσο πλησιάζουν προς αυτήν, το ποσοστό αυξάνεται. Εφόσον οι ομοιότητες αυτές είναι εμφανέστερες κατ' εξοχήν στον τομέα τής γλωσσικής μορφολογίας, καταβλήθηκε προσπάθεια να προσδιοριστεί ο βαθμός ομοιότητας, όχι σε επίπεδο λέξεωνσύμφωνα με το πρότυπο του Swadesh, αλλά σε επίπεδο ριζικών μορφημάτων. Τη μέθοδο αυτή πρότεινε και ανέπτυξε ο Ρώσος γλωσσολόγος Sergei Starostin (1953-2005).
    Οι κριτικοί τής κλασικής γλωσσοχρονολογίας, με προεξάρχουσα την Embleton (1986), είχαν ήδη προλειάνει το έδαφος. Είχαν διατυπωθεί προτάσεις να διαιρεθεί ο κατάλογος του βασικού λεξιλογίου σε ομάδες εννοιών, προκειμένου να εξακριβωθεί αν κάποιες από αυτές διατηρούν σταθερό ρυθμό μεταβολής. Ορισμένοι (Sankoff 1973) είχαν εισηγηθεί τον υπολογισμό μαθηματικής παραμέτρου, η οποία θα μπορούσε να συνεκτιμήσει την παρουσία δανείων και συνωνύμων στον κατάλογο. Ακόμη, οι μεταγενέστερες μελέτες υπογράμμιζαν συστηματικά την ανάγκη να επαληθεύεται κάθε συσχετισμός με τις εγνωσμένες αλλαγές που μαρτυρούνται από την ιστορία των γλωσσών· όποτε προσέκρουαν στον μαθηματικό τύπο, οι εμμάρτυρες αποδείξεις θα έπρεπε να θεωρούνται ισχυρότερες (Gray & Atkinson 2003).
    Έχοντας υπ' όψιν τα παραπάνω, ο Starostin προσπάθησε να συνεκτιμήσει τους εξής σημαντικούς παράγοντες:
  • Καταβλήθηκε προσπάθεια να εκτιμηθεί σωστά το ποσοστό των λεξικών δανείωνμεταξύ των συγκρινόμενων γλωσσών. Στην κλασική γλωσσοχρονολογία είχε παρατηρηθεί ότι το ποσοστό των δανείων έτεινε να αλλοιώνει τη σταθερά τής αναμενόμενης μεταβολής. Κατά την ετυμοστατιστική θεωρία, τα λεξικά δάνεια έπρεπε να αποκλειστούν από τη σύγκριση, ώστε να υπολογιστεί μόνο η εσωτερική λεξιλογική ανανέωση. Παρατηρήθηκε ότι αυτό θα μείωνε το ποσοστό μεταβολής από 14% σε 5/6%, πράγμα που φάνηκε να επαληθεύεται από αναλύσεις στηΝεονορβηγική γλώσσα.
  • Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται ότι το ποσοστό μεταβολής παραμένει σταθερό, διότι προφανώς εξαρτάται από τη χρονική περίοδο της παρουσίας του στη γλώσσα (όσο μεγαλύτερο ιστορικό βάθος έχει η παρουσία αυτή, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μεταβολής του), όπως συμβαίνει εξάλλου με τη φωνολογική και τησημασιολογική μεταβολή. Επιπλέον, δεν έχουν όλα τα στοιχεία τού βασικού λεξιλογίου όμοια ανθεκτικότητα ή σταθερότητα· οι αντωνυμίες (π.χ. εγωαυτός) ανθίστανται περισσότερο στην αντικατάσταση από όσο οι όροι για τα χρώματα (π.χ. κόκκινος, κίτρινος κτλ.).
Ο μαθηματικός τύπος που επινοήθηκε για να συγκεράσει τα νέα αυτά στοιχεία έχει ως εξής:
Στον συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο (η αντιστοιχία είναι ίδια με την προαναφερθείσα στον τύπο τού Lees), το μέγεθος -Lc αντιπροσωπεύει τη σταδιακή επιβράδυνση της αντικατάστασης, η οποία οφείλεται στις διαφορές των επί μέρους στοιχείων (τα ασταθέστερα στοιχεία αντικαθίστανται ταχύτερα και νωρίτερα), η δε τετραγωνική ρίζααντιπροσωπεύει την αντίστροφη τάση: επιτάχυνση της αντικατάστασης καθώς τα λεξικά στοιχεία τού καταλόγου παλιώνουν και, ως εκ τούτου, είναι πιθανότερο να αλλάξουνσημασία. Ο συγκεκριμένος μαθηματικός τύπος είναι πολυπλοκότερος από τον κλασικό, αλλά ο Starostin υποστηρίζει ότι το εξαγόμενό του είναι πιο αξιόπιστο τουλάχιστον κατά 10%, καθώς και ότι σε γενικές γραμμές συμφωνεί με όσες χρονολογήσεις γλωσσικού διαχωρισμού μπορούν να επιβεβαιωθούν από ιστορικά στοιχεία. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και η βελτιωμένη αυτή εκδοχή απλώς αποδεικνύει ότι η γλωσσοχρονολογία μπορεί να έχει κάποια χρησιμότητα ως επιστημονικό εργαλείο μόνο σε γλωσσικές οικογένειες τις οποίες η ιστορική φωνολογία έχει σχολαστικά μελετήσει και αποκαταστήσει με βάση τούς κανόνες τής γλωσσολογικής ανάλυσης.
Συνολική αποτίμηση
Μολονότι η λεξικοστατιστική είναι αποδεκτή ως χρήσιμο γλωσσολογικό εργαλείο, το οποίο συμβάλλει στη διερεύνηση τόσο της γλωσσικής χρήσης όσο και της γλωσσικής μεταβολής, η γλωσσοχρονολογία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, η δε χρησιμότητά της θεωρείται αμφίβολη. Αιτία τής αρνητικής αυτής στάσης που τηρείται από την πλειονότητα των ιστορικών γλωσσολόγων είναι η αμφισβήτηση των θεωρητικών της προϋποθέσεων, όπως μνημονεύθηκαν παραπάνω σε αυτό το άρθρο. Αν και η ετυμοστατιστική μέθοδος δεν έχει ακόμη μελετηθεί πλήρως, ώστε να καταδείξει τη χρησιμότητά της, προς το παρόν φαίνεται ότι η ιστορική γλωσσολογία αποτιμά αρνητικά τα πορίσματα της γλωσσοχρονολογίας, καθώς δεν φαίνεται να επαληθεύονται από γνωστές και αποδεδειγμένες περιπτώσεις γλωσσικής συγγένειας.
Έτσι, οι Joseph & Janda, εξηγώντας γιατί προτίμησαν να παραλείψουν οποιαδήποτε αναλυτική αναφορά στη γλωσσοχρονολογία, θεωρούν αμφίβολη τη χρησιμότητά της «εκτός από σπανιότατες περιπτώσεις» και εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της. O L. Campbell διατυπώνει ακόμη πιο κατηγορηματικά την κρίση του: «Η γλωσσοχρονολογία δεν είναι ακριβής· όλες οι βασικές παραδοχές της έχουν υποστεί αυστηρή κριτική. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή· πρέπει να απορριφθεί». Απομένει να αποδειχθεί αν η ετυμοστατιστική μέθοδος θα ανανεώσει τη γλωσσοχρονολογία, προσφέροντας νέες λύσεις σε προβλήματα γλωσσικής συγγένειας, οι οποίες θα επαληθευτούν στη συνέχεια από τα συγκριτικά δεδομένα.
  • Γιαννάκης Γ., 2005: Οι Ινδοευρωπαίοι. Α. Γλώσσα και πολιτισμός. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
  • Συμεωνίδης Χ., 1981: Ιστορικοσυγκριτική γραμματική των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Α. Γενική εισαγωγή. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδου.
  • Militarev A., 2005: «Once more about glottochronology and the comparative method: the Omotic-Afrasian case» PDF (Άρθρο υπέρ της αναθεωρημένης γλωσσοχρονολογίας με βάση τις προτάσεις τού S. Starostin και με εφαρμογή στις Αφροασιατικές γλώσσες)
  • Gudschinsky Sarah, 1956: «The ABC's of lexicostatistics (glottochronology)».Word 12, 175-210 PDF (Το κλασικό άρθρο με εμπεριστατωμένη κριτική τής κλασικής γλωσσοχρονολογίας)
  • Schulte Marta & Seckinger Beverly, 1985: «The dating game: One last look at glottochronology: The case of some Arabic dialects». Atlatl PDF (Κριτική τής γλωσσοχρονολογίας με εφαρμογή σε αραβικές διαλέκτους). 
  
(Σημείωση:  το  θεωρητικό  περιεχόμενο  του  άρθρου  ελήφθη  από  την  Βικιπαίδεια).-


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...