Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΣΗΜΕΡΑ‏

ΜΕΡΟΣ  ΠΡΩΤΟ

Η  συγγραφή  αυτών  των  άρθρων ξεκίνησε  από την  παρακάτω αιτία:

σχόλια στους  "Αυτόχθονες  Έλληνες":
  1. Αγαπητέ κ. Παπαζάχο διαβάζω τα άρθρα σας και οφείλω να ομολογήσω ότι είναι αρκετά κατατοπιστικά και με αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία.
    Όμως στο παρόν άρθρο κάνετε αναφορά στην Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, πιστεύετε

    στην ύπαρξη της ως "μητέρα γλωσσών";
    Απάντηση
  2. Αξιότιμε κ. Νικολάου.

    Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.
    Είμαι ερασιτέχνης ιστορικός και «δημοσιολόγος». Είμαι σκληρά εργαζόμενος έλληνας πολίτης, πληρώνω και με το παραπάνω τους φόρους μου προς το «ελληνικό» κράτος και στις λίγες ελεύθερες ώρες μου προσπαθώ να ασχοληθώ με ιστορικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά προβλήματα. 

    Το θέμα που θίγεται είναι μεγάλο και με ιδιαίτερο σημασία για μας, τους Έλληνες. Δεν σπούδασα ειδική γλωσσολογία. 
    Κανένας όμως μορφωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να αγνοήσει τα παρακάτω:

    Σε όλες τις χώρες της γης, σε όλα τα πανεπιστήμια και τις γλωσσοφιλολογικές σχολές (και στις δικές μας), η ινδοευρωπαϊκή θεωρία είναι η μοναδική επικρατούσα γλωσσολογική θεωρία και όλες οι άλλες θεωρήσεις των πραγμάτων αντιμετωπίζονται με συγκαταβατικότητα, σκεπτικισμό, μπορεί και ειρωνικά χαμόγελα. Η «Ινδοευρωπαϊκή θεωρία» είναι σήμερα η μόνη αποδεκτή γλωσσολογική θεωρία από το σύνολο των σημερινών σημαντικών γλωσσολόγων. Όλα τα έγκυρα ελληνικά, αλλά και ξένα λεξικά, που κυκλοφορούν αυτήν την στιγμή (Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη, Τεγόπουλου-Φυτράκη κτλ) ετυμολογούν τις λέξεις σύμφωνα με την γλωσσολογικές απόψεις της «Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας».
    Έτσι έχει λοιπόν η ιστορία αυτή, αυτά διδάσκονται επίσημα όλοι οι σπουδαστές της γλωσσολογίας. 
    Βλέπε: 
    Saussure, 1979, "Mαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας", εκδόσεις Παπαζήσης.
    Γιαννάκης Γ., 2005: Οι Ινδοευρωπαίοι. Α. Γλώσσα και πολιτισμός. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
    Συμεωνίδης Χ., 1981: Ιστορικοσυγκριτική γραμματική των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Α. Γενική εισαγωγή. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδου.

    Η «Ινδοευρωπαϊκη θεωρία» είναι αυτό που λέει: θεωρία. 
    Είναι η σημερινή ισχύουσα στα πανεπιστήμια γλωσσολογική και ιστορική θεωρία και ενισχύεται με διάφορα υποθετικά σενάρια και μοντέλα. Η ιστορία του κόσμου, του πολιτισμού και των γλωσσών όπως φαίνεται στα περισσότερα ιστορικά βιβλία και εγκυκλοπαίδειες, προσπαθεί να αναπλαστεί με βάση αυτήν την θεωρία, εφόσον αυτή είναι κοινώς αποδεκτή στον ακαδημαϊκό κόσμο.
    Ονομάζεται θεωρία γιατί δεν έχει αποδειχθεί (με την θετική επιστημονική έννοια), όπως δεν έχει αποδειχθεί η «Εξέλιξη των ειδών» (βλ. Θεωρία της Εξελίξεως), η «Μεγάλη Έκρηξη» (βλ. Θεωρία του Μπιγκ Μπανγκ) κλπ και ίσως είναι αδύνατο να αποδειχθεί. 
    Η Επιστήμη όμως δεν είναι θεολογικό δόγμα. Δεν διεκδικεί το αλάθητο, ούτε την παντογνωσία. Κάθε θεωρία μπορεί να αμφισβητηθεί από κάποια καινούργια δεδομένα και από νέες εμπεριστατωμένες απόψεις. Ο καθένας είναι ελεύθερος να προτείνει μια άλλη εναλλακτική εξήγηση.


    ΖΗΝΩΝ ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ
    Απάντηση
  3. Η «Ινδοευρωπαϊκή θεωρία» είναι γλωσσολογική και εθνολογική. 
    Το 18ο αιώνα επιστήμονες φιλόλογοι παρατήρησαν για πρώτη φορά ομοιότητες στο λεξιλόγιο και τη δομή ανάμεσα στα ελληνικά, τα λατινικά και τα σανσκριτικά οπότε δημιουργήθηκε και ξεκίνησε η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας και προέκυψε έτσι και η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής ομοφυλίας. Σύμφωνα μ’ αυτήν σε μια ορισμένη περιοχή της Ευρασίας γεννήθηκε μία φυλή με ενιαία γλώσσα και στην συνέχεια διασπάρθηκε από τις Ινδίες μέχρι την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Πολλοί υποστηριχτές της θεωρίας πιστεύουν μόνο την γλωσσολογική της έκφανση. Δηλαδή ότι ορισμένοι λαοί, όχι κατ’ ανάγκη συγγενείς, ανάπτυξαν και μίλησαν από κοινού και για διάφορους λόγους αυτήν την γλώσσα. 

    Την άποψη πως κάποτε υπήρχε ένας ενιαίος λαός με κοινό πολιτισμό και κοινή γλώσσα, την επέβαλε η συγκριτική γλωσσολογία. Δηλαδή, εκείνος ο κλάδος της γλωσσολογίας που συγκρίνει δύο ή περισσότερες γλώσσες για να επισημάνει τα κοινά που υπάρχουν στη φθογγολογία (το σχηματισμό και το μετασχηματισμό των φθόγγων), τις κλίσεις (τις παρεκκλίσεις από ένα αρχικό και βασικό τύπο της λέξης — κι αυτό ακριβώς είναι η γραμματική, μια μελέτη των παρεκκλίσεων), τη λογική δομή του λόγου (είναι το αντικείμενο μελέτης του συντακτικού) και το λεξιλόγιο, δηλαδή τον πίνακα των λέξεων και των νοημάτων τους που χρησιμοποιεί μια γλώσσα. Μια άλλη γλώσσα ενδέχεται να μην έχει λέξεις με το ίδιο ακριβώς νόημα. Και επειδή αυτό συμβαίνει πάρα πολύ συχνά, η μετάφραση γίνεται μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση.

    Στις αρχές του 18ου αιώνα, γερμανοί φιλόλογοι παρατήρησαν πως υπάρχει εμφανής σχέση ανάμεσα στη γερμανική, και κυρίως την αρχαία γερμανική (τη γοτθική) και την περσική. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο μεγάλος γερμανός γλωσσολόγος Φρ. Μποπ, που έκανε γνωστή στην Ευρώπη τη σανσκριτική γλώσσα, δηλαδή τη γλώσσα των ιερών ινδικών κειμένων, παρατήρησε πως υπάρχει σχέση ανάμεσα στα σανσκριτικά και τα γερμανικά. Η σχέση ανάμεσα στα γερμανικά και τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες ήταν γνωστή από παλιότερα. Και επειδή από έναν αιώνα νωρίτερα ήξεραν πως υπάρχει σχέση ανάμεσα στα γερμανικά και τα περσικά, εύκολα οι συγκριτικοί γλωσσολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα πως όλες οι γλώσσες που μιλιούνται από τη βόρειο Ινδία μέχρι την Πορτογαλία, έχουν μια μακρινή συγγένεια. Που όσο μακρινή κι αν είναι, είναι επιστημονικά αναμφισβήτητη.

    Για να υπάρχει γλωσσική συγγένεια ανάμεσα σε λαούς τόσο απομακρυσμένους και διαφορετικούς, σημαίνει πως, τότε που δεν ήταν πολυάνθρωποι, ζούσαν στην ίδια περιοχή, μιλούσαν την ίδια γλώσσα, είχαν τα ίδια έθιμα και λάτρευαν τους ίδιους θεούς. Και να ο λαμπρός μύθος του «προθεού» Ιαπετού να ενώνει συμβολικά όλους αυτούς τους «προλαούς» της Ευρώπης και της Ασίας. Όσα τέκνα κι αν φάει ο Κρόνος της ιστορίας, πάντα η μητέρα Ρέα θα φυλάγει το σπέρμα απ' την καταστροφή. Γιατί περί γλωσσολογικών σπερμάτων ομιλούμε, όταν κάνουμε λόγο για κοινή γλωσσική και πολιτιστική καταγωγή όλων αυτών των προϊστορικών λαών. Και η κοινή γλωσσική ρίζα δεν είναι ούτε οι λέξεις, ούτε οι επιμέρους γραμματικοί και συντακτικοί κανόνες, αλλά η κοινή λογική που καθοδηγεί τους κανόνες, καθώς και η κοινή φθογγολογία. Που όσους «μουσικούς» μετασχηματισμούς κι αν υπέστη, διατηρεί πάντα τον πυρήνα του αρχικού ήχου που λέγεται ρίζα και ακρορίζιον. Οι ρίζες των λέξεων δεν είναι παρά η κοινή πολιτιστική ρίζα όλων αυτών των ξεριζωμένων απ' τις αρχικές τους εστίες λαών.

    Δε μιλάμε, βέβαια, για όλες τις λέξεις μιας γλώσσας. Μιλάμε για λέξεις κλειδιά που δηλώνουν σχέσεις συγγένειας, ονόματα ζώων, ονόματα εργαλείων, ονόματα μετάλλων. Αν οι ρίζες αυτών των λέξεων είναι κοινές, αποκλείεται να μην είναι κοινός και ο αρχικός, ο «πυρηνικός» πολιτισμός. Δεν υπάρχουν παντού σ' αυτή την απέραντη περιοχή τα ίδια μέταλλα, τα ίδια ζώα, τα ίδια φυτά. Και όταν οι λέξεις που δηλώνουν συγγένεια είναι τόσο συγγενικές γλωσσικά, οι λαοί αποκλείεται να μην είναι συγγενείς, έστω και μακρινοί.

    ΖΗΝΩΝ ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ
    Απάντηση
  4. Όλα αυτά δεν αμφισβητούνται. Υπήρξε πράγματι ένας λαός, τα άτομα του οποίου συμβατικά ονομάστηκαν από τους επιστήμονες Ινδοευρωπαίοι, «η ιαπετική ομοεθνία», και που διασπάστηκαν σε πάρα πολλά κομμάτια. Αμφισβητείται όμως ο τόπος της αρχικής καταγωγής τους και η αφετηρία της κίνησης τους. Τα αρχικά κομμάτια αυτής της μυστηριώδους και ασαφούς ομοεθνίας διασπάστηκαν και οι μεταλλάξεις τους δημιούργησαν τους σημερινούς λαούς της Ευρώπης και τους συγγενικούς μας λαούς της Ασίας, τους Ιρανούς, τους Κούρδους, τους Αφχανούς, τους Ινδούς, δηλαδή τους Ινδοευρωπαίους που βρίσκονται έξω απ' την Ευρώπη.

    Κόλλησαν το «Ινδοί» κοντά στο «Ευρωπαίοι» οι ευρωπαίοι επιστήμονες, όχι γιατί οι Ινδοευρωπαίοι είναι κράμα Ινδών και Ευρωπαίων αλλά έτσι, εντελώς συμβατικά, για χατίρι της σανσκριτικής γλώσσας, που είναι ο γλωσσολογικός πυρήνας για την κατανόηση αυτού του εκπληκτικού πολιτιστικού και γλωσσικού φαινομένου. Οι Ριγκ Βέδες, τα ιερά κείμενα του Ινδουισμού, στην πραγματικότητα είναι συλλογές ύμνων που γράφτηκαν ανάμεσα στο 1.200 και το 1.000 π.Χ.. Πρόκειται για τα αρχαιότερα (μη ελληνικά) σωζόμενα γραπτά κείμενα της ιαπετικής (ινδοευρωπαϊκής) ομοεθνίας, που αποτελούν σταθερό σημείο αναφοράς για την σπουδαία και δύσκολη επιστήμη της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αυτό σημαίνει λοιπόν η συντομογραφία «σκρ» που βρίσκουμε στα ετυμολογικά ελληνικά λεξικά. Σημαίνει λέξη με σανσκριτική, δηλαδή αρχαία ινδική ρίζα. Προσοχή, όμως, αυτό δε σημαίνει πως η λέξη κατάγεται απ' την ινδική γλώσσα. Σημαίνει μόνο πως κατάγεται από κει που κατάγεται και η ινδική γλώσσα, απ' την ιαπετική (ινδοευρωπαϊκή και για μας τους Έλληνες Ινδοελληνική). Γι' αυτό και στα ίδια λεξικά θα βρούμε επίσης και τη συγκοπή «ιαπ». Αυτό σημαίνει πως η λέξη είναι μεν ιαπετική, όμως δεν υπάρχει στις Ριγκ Βέδες.
    Δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κανένα κείμενο στην «ινδοευρωπαϊκή γλώσσα», αλλά είναι δυνατή η ανακατασκευή των πρωτοριζών με τη βοήθεια της επιστήμης της συγκριτικής γλωσσολογίας, αν και υπάρχει μεγάλη διαφωνία μεταξύ των επιστημόνων γλωσσολόγων για το πως ακριβώς μιλιούνταν τα «ινδοευρωπαϊκά». Το 1868 ένας Γερμανός γλωσσολόγος δημιούργησε από ανακατασκευασμένες πρωτοϊνδοευρωπαϊκές λέξεις ένα σύντομο φανταστικό διήγημα στην ινδοευρωπαϊκή γλώσσα που το ονόμασε 'το πρόβατο και τα άλογα'. Από τότε το διήγημα αυτό αναθεωρείται ανάλογα με τα νεότερα πορίσματα της επιστήμης για το πώς θα ακουγόταν αυτή η γλώσσα 6000 χρόνια πριν.

    ΖΗΝΩΝ ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ



Η  ΕΠΙΣΤΗΜΗ  ΤΗΣ  ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ

Με τον όρο γλωσσολογία εννοείται η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης γλώσσας ως καθολικού φαινομένου, αλλά και των επιμέρους γλωσσών του κόσμου.

Ως επιστήμη επιδιώκει να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα για τη φύση της γλώσσας, τη δομή και τη σχέση της με τον ανθρώπινο νου, αλλά και με την κοινωνία. Με αυτόν το σκοπό, εξετάζει αφενός τις καθολικές αρχές οι οποίες διέπουν την ανάπτυξη της γλώσσας και τη διαμόρφωση όλων των γλωσσών, αφετέρου τους παράγοντες και τους νόμους που συντελούν στη γλωσσική διαφοροποίηση και ποικιλία, διαχρονικά (Ιστορική γλωσσολογία) και συγχρονικά (π.χ. τυπολογία, διαλεκτολογία, κοινωνιογλωσσολογία).
Συνεργατικές/συγγενείς επιστήμες της γλωσσολογίας, η οποία θεωρείται ευρύτερα ως αυτόνομη επιστήμη, είναι μεταξύ άλλων η Ψυχολογία, η Βιολογία, η Λογική και η Φιλοσοφία, η Κοινωνιολογία, η Ιστορία του πολιτισμού και η Ανθρωπολογία, ηΦιλολογία κ.ά. Οι ερευνητές της επιστήμης αυτής λέγονται "γλωσσολόγοι".
Οι γλωσσολόγοι εστιάζουν στην περιγραφή και την ερμηνεία της γλώσσας, χωρίς να επεμβαίνουν, να αξιολογούν και να αναλαμβάνουν ρυθμιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των κανόνων μιας γλώσσας. Ο γλωσσολόγος επίσης δεν ταυτίζεται με τον γλωσσομαθή ή τον μεταφραστή/διερμηνέα.
Στην Ελλάδα η γλωσσολογία παραδοσιακά αναπτύσσεται στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών επιστημών (π.χ. διδάσκεται κυρίως στις Φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων), ενώ στην Ευρώπη και την Αμερική η γλωσσολογία δεν συναρτάται τόσο άμεσα με την φιλολογία, αλλά συχνά συμπεριλαμβάνεται στις κοινωνικές ή άλλες επιστήμες σε κοινό έδαφος με άλλες θεωρούμενες κοινωνικές επιστήμες. Πέρα από τις επιδράσεις που έχει δεχτεί, η γλωσσολογία έχει ασκήσει σημαντική επιρροή σε άλλους γνωστικούς χώρους, όπως η Φιλολογία/Λογοτεχνική Κριτική (ιδιαίτερα ο γλωσσολογικός δομισμός), οι Επιστήμες της Επικοινωνίας, η Πληροφορική κ.λπ.

 ΜποπΦραντς (Franz Bopp, Μάιντς 1791 – Βερολίνο 1867).
Γερμανός γλωσσολόγος.

 Έθεσε τις βάσεις της συγκριτικής μεθόδου, η οποία συνίσταται στη συστηματική σύγκριση των φωνητικών, μορφολογικών, συντακτικών και λεξικολογικών χαρακτήρων μεταξύ των διαφόρων γλωσσών που ανήκουν στην ίδια ομάδα, με σκοπό την αποκατάσταση της κοινής προϊστορικής φάσης (εκείνης που προηγήθηκε κάθε γραπτού μνημείου), από την οποία εκείνες προήλθαν. Αφού μελέτησε την αραβική, την περσική και κυρίως τη σανσκριτική, έγραψε το πρώτο του δοκίμιο με τίτλο Περί του κλιτικού συστήματος των ρημάτων της σανσκριτικής γλώσσας σε σύγκριση με εκείνα της ελληνικής, λατινικής, περσικής και γερμανικής γλώσσας (1816). Το 1821 διορίστηκε καθηγητής των ανατολικών γλωσσών στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, οπότε δημοσίευσε το σημαντικότερο έργο του, που σημείωσε πολλές εκδόσεις από το 1833: Συγκριτική γραμματική της σανσκριτικής, ζενδικής, ελληνικής, λατινικής, λιθουανικής, γοτθικής και γερμανικής.Η επιστημονική δραστηριότητα του Μ. κατευθύνθηκε από το πνευματικό ρεύμα του ρομαντισμού, ο οποίος αναδείκνυε τις ανατολικές πολιτιστικές αξίες –ιδιαίτερα τις ινδικές– και την έννοια της γλώσσας, εννοούμενης ως οργανικού προϊόντος μιας μακρόχρονης και πολύπλοκης ιστορικής εξέλιξης. Ο ίδιος ο Μ. εξήγησε τους γενικούς λόγους για τους οποίους επιδόθηκε με τόσο πάθος στη σπουδή της σανσκριτικής, γράφοντας ότι «η σανσκριτική είναι μια γλώσσα η οποία δεν έχει ξεπεραστεί από καμία άλλη ως προς τον πλούτο των μορφών και η οποία προσφέρει, με την οργάνωσή της, τη δυνατότητα των πιο ποικίλων προσδιορισμών και της θεμελίωσης θεωρητικών εννοιών».
Η γλωσσολογία αναπτύχθηκε πρώτα ως Ιστορικοσυγκριτική Γλωσσολογία και η απαρχή της τοποθετείται στα 1816, με το έργο του Franz Bopp για τη σύγκριση του κλιτικού συστήματος της Σανσκριτικής με το αντίστοιχο της Ελληνικής, της Λατινικής, της Περσικής και της Γερμανικής. Η Σύγχρονη Γλωσσολογία (που στρέφει το ενδιαφέρον στη συγχρονική προσέγγιση της γλώσσας, ενώ ως τότε η γλωσσολογία γινόταν αντιληπτή ως αποκλειστικά ιστορική επιστήμη) γεννήθηκε 100 χρόνια αργότερα, στα 1916, με την έκδοση των Μαθημάτων Γενικής Γλωσσολογίας του Φερντινάντ ντε Σωσσύρ.

  1. Ο Φερντινάν ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure) (26 Νοεμβρίου1857 - 22 Φεβρουαρίου1913) ήταν Ελβετός γλωσσολόγος. Υπήρξε ιδρυτής της μοντέρνας γλωσσολογίας και του στρουκτουραλισμού.
Ο Σωσσύρ, γεννημένος στη γαλλόφωνη Γενεύη, καταγόταν από οικογένεια με μεγάλη οικονομική άνεση και υψηλή πνευματική καλλιέργεια και ανάδειξη -μεταξύ των προγόνων του συγκαταλέγονται φυσικοί, γεωγράφοι, χημικοί, γεωπόνοι, φιλόσοφοι και συγγραφείς. Σε νεαρή ηλικία πήρε μαθήματα από τον Adolphe Pictet, συγγραφέα του βιβλίου Ινδοευρωπαϊκές ρίζες: δοκίμιο γλωσσικής παλαιοντολογίας, προς τον οποίο η εκτίμηση του διατηρήθηκε αμείωτη. Το 1872, ήδη, καταγίνεται με τη σύνταξη μελέτης με τίτλο: Δοκίμιο πάνω στις γλώσσες, όπου επιχειρεί να διατυπώσει ένα γενικό σύστημα του ανθρώπινου λόγου. Το 1875 εγγράφεται στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, για να παρακολουθήσει Φυσική και Χημεία, αλλά τον επόμενο χρόνο εγκαταλείπει τις αρχικές σπουδές του και πηγαίνει στη Λειψία, όπου παρακολουθεί μαθήματα αρχαίας περσικής, αρχαίας ιρλανδικής, σλαβικής, λιθουανικής, καθώς και τα φροντιστήρια του Curtius για την αρχαία ελληνική. Εκεί, εκτός από τους δασκάλους του, όλους νεογραμματικούς, με τις απόψεις των οποίων δεν συμφωνεί πάντα, γνωρίζει τον αμερικανό γλωσσολόγο D. Whitney, ο οποίος τον επηρέασε σημαντικά.
Μεταξύ 1878 και 1879, συντάσσει τη διπλωματική του εργασία, με τίτλο: Mémoire sur le système primitif des voyelles dans les langues indoeuropéennes, πρωτότυπη μελέτη που προκάλεσε εντύπωση και τον καθιέρωσε από τότε ως διάσημο γλωσσολόγο. Στο έργο αυτό, ο Σωσσύρ μελετά τις πολλαπλές μορφές του ινδοευρωπαϊκού *a, οδηγείται όμως και στην αντιμετώπιση "του συστήματος των φωνηέντων στο σύνολό τους". Έτσι, εισάγει για πρώτη φορά και την έννοια του "συστήματος", εκτός βέβαια από τοθεωρητικό αίτημα για έναν "συντελεστή ηχηρότητας" του ΙΕ *a, υπόθεση που επιβεβαιώθηκε αργότερα με την αποκρυπτογράφηση της Χεττιτικής και την μελέτη της από τον Kurylowicz. Αποτέλεσμα αυτού του τελευταίου επιτεύγματος υπήρξε η θεωρία των "λαρυγγικών" φωνημάτων της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, η οποία μέχρι σήμερα κατέχει κεντρική θέση στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία.
Το 1880 δημοσιεύει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα Για τη χρήση της γενικής απόλυτης στη σανσκριτική, όπου υπογραμμίζει τη σημασία της σύνταξης, που είχε παραμεληθεί από τους γλωσσολόγους της εποχής, και αναπτύσσει τις βασικές έννοιες της σχέσης και της αντίθεσης, που προσδιορίζουν την αξία ενός γλωσσικού στοιχείου. Αναγορεύθηκε διδάκτορας "summa cum laude et dissertatione egregie".

 Η γλωσσολογική ανάλυση γίνεται σε πέντε ή έξι διακριτά γλωσσολογικά επίπεδα:φωνητικόφωνολογικόμορφολογικόσυντακτικόσημασιολογικό,πραγματολογικό. Είναι δυνατή και η διπλή προσπέλαση ενός γλωσσολογικού επιπέδου, είτε από συγχρονική είτε από διαχρονική σκοπιά, π.χ. Συγχρονική ή Ιστορική σημασιολογία / Συγχρονική ή Διαχρονική σύνταξη.

Μια περαιτέρω διάκριση, που γίνεται συχνά, είναι ανάμεσα στη θεωρητική/γενική γλωσσολογία, που μελετά τη δομή, τις λειτουργίες και ζητήματα ανάλυσης της γλώσσας και των γλωσσών με σκοπό τη διατύπωση θεωριών, δηλαδή διαψεύσιμων υποθέσεων, και την εφαρμοσμένη γλωσσολογία, δηλαδή την έρευνα των εφαρμογών των διδαγμάτων της θεωρητικής γλωσσολογίας στη διδασκαλία των γλωσσών (μητρικής και ξένων), στη μετάφραση, στη λεξικογραφία κ.λπ.
Η στενή συνεργασία της γλωσσικής επιστήμης, με τις βοηθητικές/συγγενείς επιστήμες που αναφέρθηκαν παραπάνω, οδήγησε σε διακλαδικές προσεγγίσεις, (διακλαδική γλωσσολογία), όπως η Ψυχογλωσσολογία (η επιστήμη της κατάκτησης της γλώσσας), ηΚοινωνιογλωσσολογία, η ΚειμενογλωσσολογίαΥφογλωσσολογίαΑνάλυση Ομιλίας, ηΕθνογλωσσολογία, η Ανθρωπογλωσσολογία, η Φιλοσοφία της γλώσσας, ηΥπολογιστική γλωσσολογία κ.λπ.
Τα κυριότερα ρεύματα που κυριάρχησαν από τη γέννηση της σύγχρονης γλωσσολογίας και στο πλαίσιο των οποίων αναπτύχθηκε κατά καιρούς η γλωσσική επιστήμη είναι οΔομισμός, Αμερικανικός και Ευρωπαϊκός (σχολή της Γενεύης, σχολή της Πράγας, σχολή των Παρισίων/γαλλικός Λειτουργισμός, σχολή του Λονδίνου κ.λπ.), και η Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική.

 Φωνητική

Με τον όρο φωνητική εννοείται η μελέτη και η πρόσληψη των γλωσσικών ήχων από αντικειμενική σκοπιά. Συνδέεται με τους ήχους της γλώσσας, τον τρόπο με τον οποίο αρθρώνονται και τον τρόπο με τον οποίο τους αντιλαμβάνεται ο ακροατής. Η φωνητική συνδέεται με την επιστήμη της Ακουστικής, από την άποψη ότι χρησιμοποιεί τις ίδιες μεθόδους ανάλυσης/επεξεργασίας του ήχου. Η φωνητική αναλύεται σε τρεις επί μέρους τομείς:
  • Αρθρωτική φωνητική: η παραγωγή των ανθρώπινων ήχων.
  • Ακουστική φωνητική: η μελέτη της φυσικής παραγωγής και μετάδοσης των ήχων της ομιλίας.
  • Ακροατική/αντιληπτική φωνητική: η μελέτη της αντίληψης των ήχων της ομιλίας.
Φωνολογία
Με τον όρο φωνολογία εννοείται η μελέτη των ήχων από λειτουργική σκοπιά, δηλαδή η φωνολογία δεν έχει ως αντικείμενο το τι ήχους παράγει και προσλαμβάνει ο άνθρωπος, αλλά το ποιοι ήχοι έχουν διακριτική/διαφοροποιητική λειτουργία για το νόημα του γλωσσικού σήματος. Αυτός είναι ο λόγος που, ενώ τα πορίσματα της φωνητικής μπορούν να αφορούν σε οποιαδήποτε γλώσσα ή οικογένεια γλωσσών, η φωνολογία έχει συνήθως ως αντικείμενο κάθε μια γλώσσα ξεχωριστά ή ακόμα και ένα στάδιο μιας συγκεκριμένης γλώσσας (π.χ. τα αρχαία ελληνικά κάνουν διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων, ενώ η νεοελληνική όχι. Στα αρχαία ελληνικά υπάρχει διακριτή άρθρωση των διπλών συμφώνων μιας λέξης, ενώ στα νέα ελληνικά όχι).


 Μορφολογία

















Με τον όρο Μορφολογία εννοείται η μελέτη του σχηματισμού μιας λέξης και της δομής της. Η Μορφολογία μελετά τον τρόπο με τον οποίο συντίθενται οι λέξεις από τα μικρότερα συστατικά τους και τους κανόνες που ελέγχουν αυτή τη διαδικασία. Τα στοιχεία που συνδυάζονται για να σχηματίσουν λέξεις ονομάζονται μορφήματα. Με την έννοια μόρφημα εννοείται η μικρότερη μονάδα-φορέας σημασίας σε μια δεδομένη γλώσσα.
 Σύνταξη

Η σύνταξη είναι η μελέτη της δομής της πρότασης. Με όρους κανόνων προσπαθεί να περιγράψει τι ανήκει στη γραμματική δομή μιας ιδιαίτερης γλώσσας. Σύμφωνα με τηγενετική γραμματική, οι (περιγραφικοί) κανόνες αποτελούνται από μια υποκείμενη δομή και μια μετασχηματιστική διαδικασία. Έτσι, για παράδειγμα, η παθητική δομή Η μπάλα χτυπήθηκε από τον Αντώνη παράγεται από την ενεργητική Ο Αντώνης χτύπησε την μπάλαμε μετασχηματισμό χωρίς να προϋποτίθονται διαφορετικές υποκείμενες δομές.

Σημασιολογία

Με τον όρο σημασιολογία (ορθότερο του όρου σημαντική) εννοείται η μελέτη του νοήματος, της σημασίας των λέξεων. Συνδέεται με την περιγραφή της αναπαράστασης του νοήματος μιας λέξης στον νου μας και με το πώς χρησιμοποιούμε αυτή την αναπαράσταση - απεικόνιση για την κατασκευή προτάσεων. Η σημασιολογία βασίζεται κυρίως στη μελέτη της λογικής στη φιλοσοφία.

Πραγματολογία
Με τον όρο πραγματολογία εννοείται η μελέτη της χρήσης της φυσικής γλώσσας σε πραγματικές συνθήκες ανθρώπινης επικοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη της επίδρασης που έχει το περιβάλλον, είτε είναι γλωσσικό (δηλ. τα συμφραζόμενα) είτε εξωγλωσσικό (π.χ. μορφασμοί, χειρονομίες, νεύματα, επιτονισμός, κ.λπ.) στην ερμηνεία μιας πρότασης, όπως αυτή εκφέρεται μέσα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Στην πραγματολογία εξειδικεύονται και διευκρινίζονται τα ιδιαίτερα ορίσματα της επικοινωνιακής περίστασης.

Διακλαδική γλωσσολογία
  • Κειμενογλωσσολογία: η μελέτη της γλώσσας σε μεγαλύτερες μονάδες από την πρόταση, η μελέτη της συνομιλίας ή η μελέτη της αναπαράστασης στην αφήγηση μιας κοινωνικής πρακτικής. Δηλαδή, αυτός ο κλάδος της γλωσσολογίας ασχολείται με τη μελέτη των γλωσσικών μονάδων που υπερβαίνουν την πρόταση: κειμένων γραπτών ή προφορικών. Τα κείμενα υλοποιούν κάθε επικοινωνιακή πρακτική, παράγονται και προσλαμβάνονται μέσα από τους επικοινωνιακούς στόχους που θέτουν (γένη, είδη λόγου ). Βασικές έννοιες για την περιγραφή της κειμενικότητας -των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός κειμένου- είναι η συνοχή, τα γλωσσικά μέσα που συνδέουν τα μέρη του κειμένου) και η συνεκτικότητα, η σύνδεση των εννοιών που συγκροτούν ένα κείμενο. Η κειμενογλωσσολογική ανάλυση αναφέρεται συνήθως στη "μεταμόρφωση", στο "αφηγηματικό πρόγραμμα", στο "αφηγηματικό αντι-πρόγραμμα" και στη "σημική ανάλυση".
  • Κοινωνιογλωσσολογία: είναι η μελέτη των διασυνδέσεων της γλώσσας και της κοινωνικής δομής, της γλωσσικής ποικιλίας και της στάσης του ανθρώπου απέναντι στη γλώσσα.
  • Ανθρωπογλωσσολογία: είναι η μελέτη της σχέσης γλώσσας και πολιτισμού και του τρόπου με τον οποίο αλληλεπιδρούν.
  • Νευρογλωσσολογία: είναι η μελέτη του εγκεφάλου και του τρόπου λειτουργίας του στην παραγωγή, αντίληψη και πρόσκτηση (acquisition) της γλώσσας.
  • Εθνογλωσσολογία
  • Φιλοσοφία της γλώσσας
  • Υπολογιστική γλωσσολογία
  • Ποσοτική γλωσσολογία



Η  ΙΣΤΟΡΙΚΗ  ΚΑΙ  Η  ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ  ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ


Α.  Η  ιστορική γλωσσολογία
Η ιστορική γλωσσολογία είναι ο κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά την ιστορική εξέλιξη των γλωσσών και τη σχέση μεταξύ διαφορετικών γλωσσών. Κλάδος της είναι ησυγκριτική γλωσσολογία, αν και τις περισσότερες φορές η μελέτη του ενός κλάδου απαιτεί προσφυγή και στον άλλο, έτσι ώστε να δίνεται και στους δύο κλάδους το κοινό όνομα «ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία». Κύριο εργαλείο της ιστορικής γλωσσολογίας είναι η επανασύνθεση, με την οποία με βάση τα γλωσσικά δεδομένα που γνωρίζουμε προσπαθούμε να επανασυνθέσουμε την αρχική μορφή της γλώσσας, τηνπρωτογλώσσα.
Η ιστορική γλωσσολογία (που ονομάζεται επίσης διαχρονική γλωσσολογία) είναι η μελέτη της γλωσσικής αλλαγής εντός της ίδιας γλώσσας. Η ιστορική γλωσσολογία χρησιμοποιεί την εσωτερική επανασύνθεση ως εργαλείο: χρησιμοποιώντας τα δεδομένα μιας επιμέρους γλώσσας προσπαθεί να ανακατασκευάσει την πρωτογλώσσα. Έχει τέσσερις σκοπούς κυρίως:
  • να περιγράψει τις παρατηρούμενες αλλαγές στις επιμέρους γλώσσες
  • να περιγράψει την ιστορία των γλωσσικών κοινοτήτων
  • να αποκαταστήσει την προϊστορία γλωσσών
  • να αναπτύξει γενικές θεωρίες για το πώς και γιατί αλλάζει η γλώσσα.
Είναι μια διαχρονική επιστήμη, η οποία προέρχεται από την επιστήμη της φιλολογίας.

Β.  Η  συγκριτική γλωσσολογία

Η συγκριτική γλωσσολογία ή συγκριτική γραμματική κλάδος της ιστορικής γλωσσολογίας έχει ως αντικείμενο τη μελέτη περισσοτέρων γλωσσών σε σύγκριση. Προσπαθεί να καθορίσει τις μεταξύ τους σχέσεις, ομαδοποιώντας τις σε γλωσσικές οικογένειες.
Η κυριότερη μέθοδός της είναι η εξωτερική επανασύνθεση. Με αυτήν προσπαθεί, χρησιμοποιώντας τύπους από διαφορετικές γλώσσες της ίδιας γλωσσικής οικογένειας, να επανασυνθέσει τον κοινό πρόγονο, την κοινή πρωτογλώσσα. Επιτρέπει τη δημιουργία σχέσεων ανάμεσα στις γλώσσες ανακαλύπτοντας τις κύριες φωνητικέςσυντακτικές και σπανιότερα σημασιολογικές συντεταγμένες τους. Αντικείμενο μελέτης της αποτελούν οι απόλυτες ομοιότητες που προκύπτουν από τις συγκρίσεις. Η συγκριτική γλωσσολογία αποκαλύπτει επομένως με επιστημονικό τρόπο τις γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια και συνδέονται γενετικά. Μελετά επίσης:
  • πώς γεννιούνται οι θυγατρικές γλώσσες από μια γλώσσα μητέρα.
  • τη φύση των σχέσεων ανάμεσα σε μια γλώσσα-μητέρα(η οποία μπορεί να έχει εξαφανιστεί) και στις θυγατρικές της γλώσσες.
  • τις καινοτομίες και τις ομοιότητες που προκύπτουν από τις ίδιες θυγατρικές γλώσσες.
Για παράδειγμα επιτρέπει να μάθουμε πως πέρα από την ομοιότητα τους (στη γραφή και στο λεξικό) δύο γλώσσες όπως τα αραβικά και τα περσικά δεν έχουν καμία σχέση συγγένειας αλλά ότι τα περσικά ανήκουν στην ίδια μεγάλη οικογένεια που ανήκουν και τα γαλλικά ή ακόμα και τα ισλανδικά.
Ενδιαφέρεται κυρίως για την εξέλιξη αυτών των γλωσσών κατά τη διάρκεια της ιστορίας, στο επίπεδο της σημασιολογίας, της φωνητικής, της λεξικολογίας και του συντακτικού. Ο πιο σημαντικός κλάδος της συγκριτικής γλωσσολογίας είναι επομένως ηιστορική φωνητική, επειδή είναι η μόνη επιστήμη που μελετά τις εξελίξεις τις οποίες μπορούμε να καταγράψουμε με απόλυτο και αντικειμενικό τρόπο και η μόνη που μπορεί να διαβεβαιώσει ότι μια λέξη Β προέρχεται από μια λέξη Α ή ότι οι λέξεις Β, Γ, Δ προέρχονται όλες από μια κοινή ετυμολογία Α και επομένως συνδέονται ιστορικά. Η ετυμολογία καθορίζεται από μια συγκριτική μέθοδο. Η ανακατασκευή της ετυμολογίας των λέξεων που προέρχονται από διαφορετικές θυγατρικές γλώσσες πραγματώνεται μέσα μια δυνατή συγκριτική μέθοδο. Στην πραγματικότητα αναζητείται το αρχικό νόημα ενός όρου μέσα από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη σύγκριση των ζητούμενων γλωσσών.Το αρχικό νόημα μεταδίδεται στις γλώσσες που έχουν μια αυτόνομη εξέλιξη (η σημασιολογική εξέλιξη δεν έχει συγκεκριμένους κανόνες) και έχει λάβει σημαντικές διαστάσεις.
Ανάμεσα στις κυριότερες γλωσσικές οικόγενειες που μελετά η συγκριτική γλωσσολογία είναι οι ινδοευρωπαϊκές,οι σημιτικές,οι σινοθιβετικές, οι νιγηροκονγκολεζικές ή ακόμα και οι αυστροασιατικές. Η συγκριτική γλωσσολογία των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών είναι και η πιο ανεπτυγμένη και έχει τρεις κατευθύνσεις:
Μελετά την ίδρυση των γλωσσικών οικογενειών μέσα από την ανακατασκευή μιας προϊστορικής μητέρας γλώσσας (η οποία δεν πιστοποιείται άμεσα μέσα από την γραφή) από τα ίχνη που έχει αφήσει στις ιστορικές θυγατρικές της γλώσσες (ίχνη που αποτελούν σημεία σύγκλισης για τις διαφορετικές ομοιότητες). Επιτρέπει την ανακατασκευή, με τρόπο τεχνητό, μακρινών προγόνων όπως η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ή η αρχαία κινεζική. Το κυριότερο αξίωμα είναι το εξής: αν μέσα στις γλώσσες Α,Β,Γ οι οποίες συνδέονται γενετικά, βρούμε μέσα από τη σύγκριση ένα χαρακτηριστικό δεδομένο (λεξικό,μορφολογικό, φωνητικό κτλ.), τότε είναι πολύ πιθανό το δεδομένο αυτό να προέρχεται από τη γλώσσα μητέρα.Είναι από την επικύρωση όλων αυτών των κοινών χαρακτηριστικών που μπορούμε να έχουμε μια μακρινή εικόνα της μητέρας γλώσσας. Ο μεγάλος αριθμός κοινών σημείων επιτρέπει να απορρίψουμε την πιθανότητα μιας αυστηρής σύμπτωσης.
Η ανακατασκευή μιας μητέρας γλώσσας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη γλωσσικών οικογενειών και αντίστροφα.Τα δύο ζητούμενα αντικείμενα μελέτης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.



Βιβλιογραφία

  1.  Δημητρίου Σ., Η Εξέλιξη του Ανθρώπου V: Γλώσσα-Σώμα, Καστανιώτης, (Αθήνα, 2000).
   2.   Κρύσταλ, Ντέιβιντ. Λεξικό γλωσσολογίας και φωνητικής (Dictionary of Linguisticsand Phonetics), μτφρ. Γιώργος Ξυδόπουλος, Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2003.
   3.   Μartinet Α., Θέματα Λειτουργικής Σύνταξης, Νεφέλη, (Αθήνα, 1985).
   4.   Μπαμπινιώτης Γ., Θεωρητική Γλωσσολογία. Εισαγωγή στην Σύγχρονη Γλωσσολογία(Αθήνα, 1980).
   5.    Mounin G., Κλειδιά για τη Γλωσσολογία, Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα 1988).
   6.     Saussure F. deΜαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, Παπαζήσης, (Αθήνα, 1979).
   7.     Τσιτσιπής Λ., Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία της Γλώσσας, Gutenberg, Αθήνα.
   8.      Vygotsky L., Σκέψη και Γλώσσα, Γνώση, (Αθήνα, 1988)
   9.      Χριστίδης, Α.-Φ. (εκδ.), Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός για τη Γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2001.
  10.     Τσελεμάνης, Πανταζής, «Θεωρίες του νοήματος και φιλοσοφία της γλώσσας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 3 (1986).
  11.     Fodor, Jerry A., Katz, Jerrold J., «Φιλοσοφία τς γλώσσας κα γλωσσολογία » , Δευκαλίων, 1 (1969-1970).
  12.     Μπαμπινιώτης Γ. 1985: Εισαγωγή στη σημασιολογία (Αθήνα: Γ.Γκέλμπεσης).
  13.     Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Συνοπτική ιστορία της Ελληνικής γλώσσας με εισαγωγή στην Ιστορικοσυγκριτική Γλωσσολογία, 5η Έκδ., Αθήνα 2002.
  14.    McMahon, April M.S. 2005. Ιστορική γλωσσολογία: Η θεωρία της γλωσσικής μεταβολής. Αθήνα: Μεταίχμιο.
  15.    Φιλιππάκη-Warburton, Ειρήνη (1992). Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.
 16.    Fromkin, V., Rodman, R. & Hyams, N. (2010). Εισαγωγή στη Μελέτη της Γλώσσας. Μτφρ. Βάζου, Ε., Ξυδόπουλος, Γ.Ι., Παπαδοπούλου, Φ. & Τσαγγαλίδης, Α. Αθήνα: Πατάκης.
17.    Chambers J. K. & P. Trudgill. 2008. Διαλεκτολογία. Μτφρ: Στέλλα Λαμπροπούλου. Αθήνα: Πατάκης
18.    Harley, T. (2009). Η Ψυχολογία της Γλώσσας: Από την πράξη στη θεωρία. Μτφρ: Ζαφείρη, Μ., Λέκκας, Φ., Ρόικου, Κ., Φωτακοπουλου, Ο. Επιμ. Πήτα, Ρ. University Studio Press.
ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...