Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ DÉJÀ VU. (= ΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΔΕΙ, Η ΠΡΟΜΝΗΣΙΑ). ΜΙΑ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.

ΤΟ  ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ  DÉJÀ VU  ΤΕΛΙΚΑ    ΕΙΝΑΙ  Η  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ  ΤΟΥ  ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ  ΝΑ  ΠΡΟΛΑΒΕΙ  ΤΑ  ΛΑΘΗ  ΤΗΣ  ΜΝΗΜΗΣ;

Ο όρος προμνησία περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Συχνότερα χρησιμοποιείται ο όρος déjà vu που στη γαλλική γλώσσα σημαίνει "ήδη ιδωμένο".
Η εμπειρία της προμνησίας συνοδεύεται συνήθως από μία αίσθηση "παράξενου", και αποδίδεται από το υποκείμενο της εμπειρίας σε όνειρό του, παρόλο το ότι υπάρχει η αίσθηση ότι η εμπειρία έχει πραγματικά υπάρξει στο παρελθόν.
  Κατά τη διάρκεια του déjà vu παρατηρείται μια διαδικασία επίλυσης συγκρούσεων στον εγκέφαλο, ανάμεσα σε αυτό που θυμάται και σε αυτό που όντως συνέβη.
Έτσι  το déjà vu  μπορεί  να είναι μια απόδειξη πως το σύστημα του εγκεφάλου που ελέγχει τη μνήμη λειτουργεί σωστά, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα εσφαλμένων μνημών.

Η  ΜΝΗΜΗ


Μνήμη  στον  άνθρωπο  καλείται ο χώρος στον οποίο αποθηκεύονται και από τον οποίο ανασύρονται πληροφορίες συνειδητά. Στην ανώτερη αυτή μνήμη, που εδρεύει κυρίως στον εγκέφαλο, οι πληροφορίες μεταφέρονται, κωδικοποιούνται και καταγράφονται σε άλλη μορφή από αυτήν που μεταδίδει η πραγματικότητα στα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου.
Μια πρώτη κωδικοποίηση επιτρέπει σε πληροφορίες από τον έξω κόσμο να φθάσουν στα αισθητήρια όργανά μας. Για παράδειγμα μια σειρά ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων σε κάποιο εύρος συχνοτήτων μεταφέρει σε μας μέσω του αέρα την πληροφορία πως «μια λάμπα φωτίζει». Δεν είναι όμως η πληροφορία αυτή που διεγείρει, στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού τους αντίστοιχους υποδοχείς, είναι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα τα οποία τη μεταφέρουν κωδικοποιημένη. Και η πληροφορία αυτή δεν έχει νόημα εκτός της ανθρώπινης συνείδησης, εκεί δηλαδή όπου γίνεται αντιληπτή η ουσία της.
Στα αισθητήρια όργανα το σήμα περνά από το περιβάλλον σε άλλο μέσο (στο ανθρώπινο σώμα) και κωδικοποιείται διαφορετικά, μετατρεπόμενο κατ' αρχήν σε χημικό ή φυσικό ερέθισμα και στη συνέχεια σε σειρές από ηλεκτρικές ώσεις, οι οποίες οδεύουν προς τον εγκέφαλο και εκεί λαμβάνουν μορφή ως αισθήσεις. Οι ηλεκτρικές αυτές ώσεις συσχετίζονται και κωδικοποιούνται στον εγκέφαλο ώστε να λάβουν κατανοητές μορφές και να τους αποδοθεί σημασία και έννοια. Η διεργασία και το αποτέλεσμα της τελευταίας αυτής μετατροπής αφορά, για πρώτη φορά στην όλη διαδικασία, τη μνήμη.



1.   Η μορφή που λαμβάνει το ερέθισμα ώστε να γίνεται κατανοητό από τη μνήμη (κωδικοποίηση) είναι το πρώτο αναγκαίο ζητούμενο σε μια διαδικασία μνήμης.
2.   Η αποθήκευση είναι ένα δεύτερο στάδιο κατά το οποίο η μορφή αυτή, που παράχθηκε, αποτυπώνεται για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να μπορέσει να ανασυρθεί όταν απαιτηθεί. Άλλες πληροφορίες αποθηκεύονται για μεγάλα και άλλες για μικρότερα χρονικά διαστήματα κι έπειτα χάνονται, «σβήνουν».
3.   Τρίτη διεργασία είναι η ανάκτηση μιας πληροφορίας που έχουμε αποθηκεύσει, η επιστροφή της δηλαδή στη συνείδησή μας.


Από την προοπτική της επεξεργασίας  πληροφοριών  υπάρχουν τρία βασικά στάδια στη διαμόρφωση και την ανάκτηση της μνήμης:
  • Κωδικοποίηση ή εγγραφή: η λήψη, επεξεργασία και ο συνδυασμός των πληροφοριών που λαμβάνονται
  • Αποθήκευση: δημιουργία μιας μόνιμης καταγραφής της κωδικοποιημένης πληροφορίας
  • Ανάκτηση, ανάκληση ή ανάμνηση: ανάκληση της αποθηκευμένης πληροφορίας σε απάντηση σε κάποιο σήμα για χρήση σε μια διαδικασία ή δραστηριότητα

Η μνήμη είναι ο πυρήνας της προσωπικής μας ιστορίας. Αναφέρεται στο παρελθόν, μας προετοιμάζει για το μέλλον και μας βοηθά να βιώσουμε το παρόν.

Η μνήμη αποτελεί ένα  θεμελιώδες συστατικό της ανθρώπινης βιολογικής και υποκειμενικής πραγματικότητας.
 Η φύση και οι ιδιότητες της μνήμης απασχόλησαν φιλοσόφους και διανοητές εκατοντάδες χρόνια τώρα.
Αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα συζήτησης και έρευνας τόσο για τους επιστήμονες, όσο και για τους απλούς ανθρώπους.




 Τις τελευταίες δεκαετίες, στο πλαίσιο της έκρηξης των νευροεπιστημών και με τη βοήθεια νέων προηγμένων τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου, δημιουργήθηκε ειδικός κλάδος μελέτης των χαρακτηριστικών και των διαταραχών της μνήμης.
Μέσω της μνήμης, επιτελείται οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας του εαυτού μας με το περιβάλλον.
Η μνήμη είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη μάθηση και τη λήθη.
Μάθηση είναι η διαδικασία απόκτησης νέων πληροφοριών από το ανθρώπινο νευρικό σύστημα μέσω της συνδυασμένης λειτουργίας των αισθητηρίων οργάνων. Μνήμη είναι η αποθήκευση και η ανάκληση των πληροφοριών αυτών.
Λήθη είναι η απώλεια των αποθηκευμένων πληροφοριών με το πέρασμα του χρόνου.
Η λειτουργική οργάνωση της μνήμης περιλαμβάνει κατά σειρά διαδικασίες επιλογής και κωδικοποίησης, αποθήκευσης ή απόσβεσης, επανεύρεσης και ανάκλησης της πληροφορίας.




Λέμε «οι γυναίκες δεν είναι καλοί οδηγοί». Αυτό  εξηγείται από τη δομή του εγκεφάλου, καθώς το σημείο που ονομάζεται κέλυφος στους άντρες είναι πιο πυκνό και μεγαλύτερο σε έκταση. Αυτό σημαίνει ότι οι άντρες έχουν μία φυσική δομή που τους παρέχει τα φυσικά εχέγγυα στον χειρισμό σύνθετων μηχανών, άρα και των αυτοκινήτων.  
 Οι γυναίκες από την πλευρά τους είναι πιο συναισθηματικές, όπως λέμε. Και αυτό ισχύει βάσει δομών του εγκεφάλου. Ο συναισθηματικός  εγκέφαλος στην  γυναίκα,  για  καθαρά  επιβιωτικούς  λόγους είναι μεγαλύτερος. Άρα εκ της φυσικής ανατομίας του εγκεφάλου τα δύο φύλα δεν θα είναι ποτέ ίδια. Πάντα θα υπάρχουν διαφορετικές δεξιότητες που θα μπορεί να εκτελέσει καλύτερα το ένα από τα δύο φύλα. 

 Εξέλιξη τελικού εγκεφάλου σε διάφορα είδη σπονδυλωτών. Ενώ ο τελικός εγκέφαλος υπάρχει ακόμα και στα ψάρια,όσο περνάνε οι γεωλογικοί αιώνες τόσο μεγαλύτερο ποσοστό καταλαμβάνει από τον συνολικό όγκο του εγκεφάλου.

Η  ΜΝΗΜΗ  ΚΑΙ  Η  ΑΝΑΠΤΥΞΗ  ΤΩΝ  ΝΟΗΤΙΚΩΝ  ΙΚΑΝΟΤΗΤΩΝ  ΣΤΙΣ  ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ  ΡΑΤΣΕΣ.


ΤΟ  ΓΟΝΙΔΙΟ  ΤΗΣ  ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ  DRD4-7R


Ο Πολ Μέλαρς από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ εκτιμά ότι η «έκρηξη» στον αριθμό του πληθυσμού στην  λιθίνη  εποχή  ήταν το αποτέλεσμα μιας άλλης «έκρηξης» στην πολυπλοκότητα των τεχνολογικών, οικονομικών, κοινωνικών και νοητικών ικανοτήτων. Η ικανότητα ελέγχου της φωτιάς προηγήθηκε κατά πολύ, όπως πιθανώς και η ικανότητα του λόγου. Στη συγκεκριμένη περίοδο παρουσιάστηκε άνθιση της καινοτομίας, όπως η κατασκευή πολύπλοκων εργαλείων, η αποτελεσματική εκμετάλλευση των πηγών τροφής, η καλλιτεχνική έκφραση και η συμβολική διακόσμηση.



«Το γονίδιο της περιπέτειας»

Αυτή η πολιτισμική εξέλιξη που διαμόρφωσε τις  προοδευτικές  ανθρώπινες  ράτσες, πρέπει να ήταν άκρως σημαντική, σύμφωνα με τον Μαρκ Πάτζελ από το Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οπως λέει «το μήνυμα ήταν ότι όχι μόνο μπορούμε να περπατήσουμε αλλά μπορούμε και να αλλάξουμε τον κόσμο όταν φθάσουμε στον προορισμό μας». Γενετικές  μεταλλάξεις  στο  ανθρώπινο  γονιδίωμα  έκαναν πιο περιπετειώδεις ορισμένες  ανθρώπινες  ράτσες. Για παράδειγμα το αποκαλούμενο γονίδιο «αναζήτησης της καινοτομίας», το DRD4-7R, είναι πιο κοινό στους πληθυσμούς που μετανάστευσαν πιο γρήγορα και πιο μακριά από την Αφρική. Η  πίεση  της  επιλογής  διαμόρφωσε  με  αποφασιστικό  τρόπο  όλες  τις  ανώτερες  ψυχοπνευματικές  ικανότητες  και  αύξησε  πολύ  την  χωρητικότητα  της  μνήμης.
 

ΠΡΟΜΝΗΣΙΑ,  ΤΟ  ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ  DÉJÀ VU.

Ο όρος προμνησία περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Συχνότερα χρησιμοποιείται ο όρος déjà vu που στη γαλλική  γλώσσα σημαίνει "ήδη ιδωμένο".
Η εμπειρία της προμνησίας συνοδεύεται συνήθως από μία αίσθηση "παράξενου", και αποδίδεται από το υποκείμενο της εμπειρίας σε όνειρό του, παρόλο το ότι υπάρχει η αίσθηση ότι η εμπειρία έχει πραγματικά υπάρξει στο παρελθόν. Το φαινόμενο είναι αρκετά συχνό και επίσημες έρευνες έχουν δείξει ότι περισσότερο από το 70% των ανθρώπων το έχουν βιώσει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους. Υπάρχουν αναφορές σε εμπειρίες προμνησίας στη λογοτεχνία του παρελθόντος, γεγονός που αποδεικνύει ότι το φαινόμενο δεν είναι νέο.


Τα είδη Προμνησίας
Υπάρχουν τρία ήδη προμνησίας, πρώτα το "déjà vécu" που σημαίνει «αυτό το έχω ξαναδεί» και είναι η πιο συνηθισμένη μορφή προμνησίας. Στη συνέχεια είναι το "déjà senti" που σημαίνει “αυτό το έχω ξανανιώσει” και είναι αποκλειστικά συναισθηματική κατάσταση. Τέλος το "déjà visité" που η σημασία του είναι “αυτό το έχω ξανά επισκεφθεί” και είναι η μόνη αίσθηση η οποία έχει συγκεκριμένες χωρικές και γεωγραφικές διαστάσεις, σε αντίθεση με το "déjà vécu" και το "déjà senti" τα οποία είναι κυρίως ή και αποκλειστικά συναισθήματα.


 Η θεωρία που προτείνουν ερευνητές του Πανεπιστημίου St Andrews του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι πως το déjà vu είναι μια τεχνική του εγκεφάλου προκειμένου αυτός να βεβαιώνεται πως οι μνήμες που περιλαμβάνει είναι ακριβείς. Η ερευνητική ομάδα διάβασε σε μια σειρά εθελοντών τις παρακάτω λέξεις που συνδέονται νοηματικά μεταξύ τους: κρεβάτι, μαξιλάρι, νύχτα, πάπλωμα. Παρέλειψαν επίτηδες τη λέξη «ύπνος» και ρώτησαν τους εθελοντές αν είχαν ακούσει κάποια λέξη που να ξεκινά από «ύψιλον». Οι ερωτώμενοι απάντησαν αρνητικά. Μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος, ρωτήθηκαν εάν είχαν ακούσει τη λέξη «ύπνος». Και πάλι απάντησαν αρνητικά, αλλά ταυτόχρονα είχαν την αίσθηση πως η λέξη τους ήταν οικεία, αφού σχετιζόταν με τις υπόλοιπες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αναπαράχθηκε η αίσθηση του déjà vu.




ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ  ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ  ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΠΡΟΜΝΗΣΙΑ

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν βιώσει μια εμπειρία "déjà vu", ή έστω έτσι πιστεύουν. Επί της ουσίας, πρόκειται για μια στιγμή που ο εγκέφαλος πιστεύει πως έχει ξαναζήσει στο παρελθόν, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει το πότε. Υπολογίζεται ότι συμβαίνει στην πλειοψηφία των ανθρώπων, συνήθως μεταξύ των ηλικιών 15 και 25 χρόνων.  
Όλοι οι  άνθρωποι  το  έχουν  βιώσει: συνομιλείτε με τους φίλους σας ή πάτε σε ένα μέρος που δεν έχετε επισκεφτεί ποτέ ξανά στο παρελθόν, όταν, ξαφνικά, έχετε ένα αίσθημα πως αυτό που συμβαίνει μπροστά σας εκείνη τη στιγμή το έχετε ξαναζήσει.
Αυτό είναι  το Deja Vu και  αφήνει  τον  άνθρωπο  κάθε φορά να αναρωτιέται αν για λίγα δευτερόλεπτα  προβλέπει το μέλλον! Αλλά  το  άτομο  δεν μπορεί να προσδιορίσει  ακριβώς το τι συνέβη εκείνη τη στιγμή και τι είδους “προαίσθημα” ήταν αυτό.
Το Deja Vu είναι γαλλική λέξη που σημαίνει κυριολεκτικά “έχω ήδη δει” και υπολογίζεται ότι συμβαίνει στο 60-70% των ανθρώπων, συνήθως μεταξύ των ηλικιών 15 και 25. Το γεγονός ότι το εμφανίζεται τόσο τυχαία και γρήγορα, και σε άτομα χωρίς κάποια ιατρική πάθηση, καθιστά δύσκολη τη μελέτη του φαινομένου. Κάποιοι ψυχαναλυτές το αποδίδουν σε “ευσεβείς πόθους”, ενώ άλλοι ψυχίατροι αναφέρουν ότι οφείλεται σε κάποια “αναντιστοιχία” στον εγκέφαλο που μας κάνει να μπερδεύουμε το παρόν με το παρελθόν. Ακόμα η “επιστήμη” της παραψυχολογίας έχει ασχοληθεί με το Deja Vu, λέγοντας ότι σχετίζεται με την εμπειρία προηγούμενων ζωών.

Το φαινόμενο έχει ερευνηθεί από ψυχολογική και νευροφυσιολογική σκοπιά. Η εξήγηση που δίνεται είναι ότι πιθανότατα πρόκειται για μία ανωμαλία της μνήμης. Συγκεκριμένα ο εγκέφαλος εσφαλμένα "πιστεύει" οτι έχει καταγεγραμμένη μία εμπειρία, ενώ δεν την έχει. Η εξήγηση αυτή στηρίζεται από το γεγονός ότι μπορεί μεν το άτομο να πιστεύει οτι η εμπειρία του έχει ξανασυμβεί, αλλά δεν είναι σε θέση να ανακαλέσει τη χρονική στιγμή ή τις συνθήκες.
Άλλη μια εξήγηση αναφέρεται στην οπτική καθυστέρηση, δηλαδή πως υπάρχει μια καθυστέρηση στη μεταφορά του οπτικού ερεθίσματος από το ένα μάτι στον εγκέφαλο σε σχέση με το άλλο μάτι. Η θεωρία όμως αυτή απορρίφθηκε όταν καταγράφηκαν εμπειρίες προμνησίας και από τυφλούς ανθρώπους.
Έρευνες έχουν δείξει συσχέτιση της προμνησίας με διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια και η επιληψία. Οι σχέσεις αυτές σύμφωνα με ορισμένους επιστήμονες υπονοούν ότι το φαινόμενο είναι μία νευρολογική διαταραχή στα ηλεκτρικά  φορτία του εγκεφάλου, διαταραχή που φυσικά δεν είναι απαραίτητο να είναι σοβαρή αφού είναι αρκετά συνηθισμένη και καθημερινή σε πολλούς υγιείς ανθρώπους.
Η προμνησία έχει ακόμα συσχετιστεί με μη επιστημονικά αποδεδειγμένα φαινόμενα όπως η μετενσάρκωση ή η εξωαισθητηριακή  αντίληψη. Στην πρώτη περίπτωση, η αίσθηση της ανάμνησης που έχει το άτομο αποδίδεται στο ότι είχε μία παρόμοια εμπειρία σε προηγούμενη ζωή του. Στη δεύτερη περίπτωση, η εξήγηση που δίνεται είναι ότι το άτομο είχε "προφητεψει" την εμπειρία που βιώνει, μέσω π.χ. ενός ονείρου.
Μερικοί ερευνητές εικάζουν ότι το φαινόμενο αυτό οφείλεται σε μια αναντιστοιχία στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης προσπάθειάς του,  να δημιουργήσει ολόκληρες αντιλήψεις του κόσμου μας, με πολύ περιορισμένες πληροφορίες. Σκεφτείτε τη μνήμη σας: παίρνει μόνο μικρά κομμάτια των αισθητηριακών πληροφοριών (μια γνώριμη μυρωδιά, για παράδειγμα) για να επαναφέρει στο προσκήνιο μια πολύ λεπτομερή ανάμνηση. Το Deja Vu πιστεύεται ότι είναι κάποιου είδους “μπέρδεμα” μεταξύ κάποιων αισθητηριακών πληροφοριών και της μνήμης. Αυτή η αόριστη θεωρία, όμως, δεν εξηγεί το γιατί αυτό που “ξαναβιώνουμε” εκείνη τη στιγμή δεν είναι κατ' ανάγκη επανάληψη από ένα αληθινό γεγονός του παρελθόντος.
Μια διαφορετική θεωρία αναφέρει ότι το Deja Vu είναι μια προσωρινή δυσλειτουργία μεταξύ των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων κυκλωμάτων στον εγκέφαλο. Οι ερευνητές υποθέτουν ότι οι πληροφορίες που παίρνουμε από το περιβάλλον μας μπορεί να “διαρρεύσουν” με λανθασμένα τρόπο από τις βραχυπρόθεσμες στις μακροπρόθεσμες μνήμες, παρακάμπτοντας τον κανονικό μηχανισμό μεταφοράς και αποθήκευσης των πληροφοριών.
Μια παρόμοια θεωρία λέει ότι το Déjà Vu είναι ένα λάθος στον χρονισμό στο εγκέφαλο. Δηλαδή, ενώ εμείς αντιλαμβανόμαστε μια δεδομένη στιγμή, οι αισθητηριακές πληροφορίες μπορεί να δρομολογούνται ταυτόχρονα τόσο στην μακροπρόθεσμη, όσο και στην βραχυπρόθεσμη αποθήκευση (μνήμη), προκαλώντας καθυστέρηση και, ίσως, μια ανησυχητική αίσθηση ότι έχουμε βιώσει αυτήν τη στιγμή και στο παρελθόν.
Ένα χαρακτηριστικό είναι κοινό όλων των εμπειριών Deja Vu: έχουμε απόλυτα τη συνείδηση ότι συμβαίνουν, υπονοώντας ότι η συμμετοχή ολόκληρου του εγκεφάλου δεν είναι απαραίτητη για την παραγωγή του φαινομένου.
Με τα χρόνια, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει κάποιες διαταραχές του έσω κροταφικού λοβού στον εγκέφαλο, που λένε ότι ευθύνονται για το Déjà Vu. Μελέτες σε επιληπτικούς ασθενείς έχουν αναλύσει μέσω ενδοεγκεφαλικών ηλεκτροδίων τη διέγερση του ρινικού φλοιού (δομές στον εγκέφαλο που εμπλέκονται στην επεισοδιακή μνήμη και την επεξεργασία των αισθητήριων πληροφοριών) που μπορεί να οδηγήσει πράγματι σε ένα επεισόδιο Déjà Vu.
Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Neurophysiology ανέλυσε τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα από τον ρινικό φλοιό, τον ιππόκαμπο (εμπλέκονται στο σχηματισμό της μνήμης) και την αμυγδαλή (που εμπλέκεται στο συναίσθημα) σε επιληπτικούς ασθενείς και έδειξε ότι το Deja Vu μπορούσε να προκληθεί από ηλεκτρική διέγερση.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η συγχρονισμένη νευρική ηλεκτροδιέγερση στον ρινικό φλοιό και τον ιππόκαμπο, ή την αμυγδαλή αυξήθηκε κατά την στιγμή που κάποιος από τους συμμετέχοντες βίωνε μια στιγμή Déjà Vu. Αυτό υποδηλώνει ότι κάποιες συμπτώσεις στην λειτουργία του εγκεφάλου στον μέσο κροταφικό λοβό, μπορεί να “προκαλέσουν” την ενεργοποίηση του συστήματος αναμνήσεων, μόνο που αυτό που “ανακαλεί” ο εγκέφαλος ως ανάμνηση είναι το ίδιο που “καταγράφει” εκείνη τη στιγμή σε πραγματικό χρόνο.


 Αποτέλεσμα εξέτασης μέσω τεχνικής που λέγεται PET scan. Το πρόσωπο βλέπει προς τα αριστερά.


Σε κάθε περίπτωση (ακοή, όραση, ομιλία, και νοητή παραγωγή λέξεων), βλέπουμε την περιοχή του  εγκεφάλου που έχει τη μεγαλύτερη δραστηριότητα, γιατί εκεί συγκεντρώνεται περισσότερο το αίμα.
Όσο πιο φωτεινή η περιοχή (κόκκινη-άσπρη) τόσο πιο μεγάλη είναι εκεί η εγκεφαλική δραστηριότητα.


Η  Λειτουργική Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού (fMRI)  καταγράφει την εγκεφαλική δραστηριότητα. Οι απεικονίσεις  κατά  την  έρευνα  έδειξαν δραστηριότητα στα πρόσθια τμήματα του εγκεφάλου-περιοχές που εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
  

ΝΕΩΤΕΡΗ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ  ΕΡΕΥΝΑ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ  DÉJÀ VU.

Τα αποτελέσματα της έρευνας που ξεκίνησε το 2010 και ολοκληρώθηκε πρόσφατα, παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο Μνήμης που έλαβε χώρα στην Ουγγαρία.
Η Akira O’Connor του πανεπιστημίου του St Andrews της Βρετανίας, αποπειράθηκε να δώσει μια απάντηση στο ερώτημα γύρω από το μυστήριο της προμνησίας. Η ίδια και η ερευνητική της ομάδα χρησιμοποίησε τη μέθοδο της λειτουργικής απεικόνισης μαγνητικού συντονισμού (fMRI), μια μέθοδο εγκεφαλικής απεικόνισης (brain imaging), για την καταγραφή των αποτελεσμάτων.
Το fMRI χρησιμοποιείται τόσο για έρευνες σχετικά με τις λειτουργίες του εγκεφάλου, όσο και ως μέθοδος απεικόνισης για τους εγκεφάλους ασθενών ή ατόμων με ψυχικές διαταραχές.
Η τεχνική του fMRI βασίζεται στο γεγονός πως οι νευρώνες -όπως όλα τα κύτταρα του σώματός μας- χρειάζονται ενέργεια για να λειτουργήσουν. Έτσι, όταν θέλουμε να κάνουμε κάποια συγκεκριμένη πράξη, όπως π.χ. να μιλήσουμε, να πιάσουμε ένα αντικείμενο ή να ψάξουμε κάτι στο οπτικό μας πεδίο, οι νευρώνες που βρίσκονται στην περιοχή του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για αυτού του είδους τις ενέργειες ενεργοποιούνται. Αυτό σημαίνει πως ζητάνε αυτόματα επιπλέον αίμα, ώστε να αναπληρώσουν την ενέργεια που χάσανε κατά την ενεργοποίησή τους. Το αίμα μεταφέρεται σε αυτές τις περιοχές και το fMRI είναι σε θέση να μετρήσει την αύξηση στην ροή του αίματος (και άρα και την έκταση της ενεργοποίησης). Για να κάνει αυτού του είδους την μέτρηση το fMRI χρησιμοποιεί δύο μαγνητικά πεδία στα οποία εκτίθεται ο ασθενής (ή το υποκείμενο της έρευνας).
Η ομάδα της O’Connor μελέτησε εγκεφάλους 21 εθελοντών οι οποίοι υποβλήθηκαν σε πείραμα ελέγχου. Για να δημιουργήσει την αίσθηση του déjà vu η ομάδα ερευνητών έβαλε τους εθελοντές να ακούσουν τις λέξεις: bed, pillow, night, dream. Κοινώς, κρεβάτι, μαξιλάρι, νύχτα, όνειρο. Όλες τους έχουν κάτι κοινό. Τον ύπνο, ή στα αγγλικά, sleep.
Στη συνέχεια ρώτησαν τους εθελοντές αν στις λέξεις που άκουσαν, υπήρχε κάποια που ξεκινούσε από το γράμμα "s". Πράγματι, δεν υπήρχε καθώς η λέξη "sleep" δεν τους είχε τεθεί. Όλοι είπαν πως δεν υπήρχε λέξη που να εκκινά με το "s", ωστόσο όταν στη συνέχεια ερωτήθηκαν αν θυμούνται να άκουσαν τη λέξη "sleep", δηλαδή ύπνος, όλοι απάντησαν θετικά.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό που φάνηκε να προκαλεί το παράξενο φαινόμενο είναι η λειτουργία κατά την οποία οι μετωπιαίες περιοχές του εγκεφάλου ελέγχουν τις αποθηκευμένες μνήμες και αποστέλλουν σήματα αν διαπιστώσουν κάποιο λάθος.
"Οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ασυμφωνία αναμνήσεων και όχι με τις εσφαλμένες μνήμες είναι αυτές που υποκινούν την εμπειρία της προμνησίας. Ίσως να πρόκειται για την προσπάθεια του εγκεφάλου να προλάβει το λάθος στη μνήμη, περισσότερο από το να υποδεικνύει τη λάθος ανάμνηση", επεξηγεί η O’Connor. Αναφέρει πως η συχνότητα του φαινομένου φθίνει με την ηλικία, παρά το γεγονός ότι οι εσφαλμένες μνήμες πληθαίνουν όσο μεγαλώνουμε. "Στην ουσία πρόκειται για την πρόληψη ενός λάθους από τον εγκέφαλο", αναφέρεται σχετικά.
Εκείνοι που βιώνουν συχνά το déjà vu, είναι οι άνθρωποι που έχουν καλύτερη μνήμη. 
Στις περιπτώσεις τους, το σύστημα ελέγχου του εγκεφάλου, δουλεύει πολύ καλά. "Αν δεν παρουσιάζουν σφάλματα μνήμης ή αν το σύστημα ελέγχου σφαλμάτων υπολειτουργεί, τότε δεν διαθέτουν πυροδότηση για déjà vu", αναφέρει η ομάδα της O’Connor.
Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας επιβεβαιώνεται και από τις γνωστές επιπτώσεις της ηλικίας στη μνήμη: το déjà vu επικρατεί περισσότερο στις παιδικές ηλικίες και απομειώνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς η μνήμη εξασθενίζει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, καθίσταται παράλληλα δυσκολότερο για τους μεγαλύτερους να εντοπίσουν ενδεχόμενα προβλήματα μνήμης.

Επομένως, την επόμενη φορά που θα έχετε déjà vu, σκεφθείτε πως πιθανόν να αποτελεί ένδειξη πως ο εγκέφαλος και η μνήμη σας λειτουργούν ρολόι.-


ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...