Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΦΟΝΙΑΔΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ.

 

 

Αποκαλυπτικές είναι οι αναφορές των εφημερίδων της εποχής σχετικά με την δίκη των εκτελεστών της Ελένης Παπαδάκη:
«Την 9:30 πρωινήν της χθες επανελήφθη εις το κακουργοδικείον η διακοπείσα την νύκτα του Σαββάτου δίκη των I. Κουκούτση, Π. Τζογανάκη, Στ. Λιόλιου, Βλ. Μακαρώνα, I. Κεφαλά, Χρ. Λοριτή, Ζαχ. Λιόλιου, Θ. Ταμπακοπούλου και Ν. Ταμπακοπούλου, κατηγορουμένων διά την εκτέλεσιν των 37 ανδρών της χωροφυλακής εις τα διυλιστήρια της Ούλεν κατά τη νύκτα της 9ης προς την 10ην Δεκεμβρίου του 1944.


Μετά την εξέτασιν των μαρτύρων της υπερασπίσεως Γ. Σπανοπούλου, Εμμ. Γκανιού και Στ. Μπιρμπίλη, ήρχισαν αι απολογίαι των κατηγορουμένων.
Πρώτος απελογήθη ο I. Κουκούτσης, διοικητής του τμήματος των ΕΛΑΣιτών που απετέλουν την φρουράν των διυλιστηρίων της Ούλεν κατά τηΝ διάρκειαν του Δεκεμβριανού κινήματος. Ούτος ηρνήθη ότι μετέσχεν εις τας εκτελέσεις.
Ισχυρίζεται ότι ταύτας ενήργησεν εν αγνοία του η πολιτοφυλακή η οποία ετέλει υπό τας διαταγάς ενός καπετάν Ορέστη. Αυτός την νύκτα του εγκλήματος ευρίσκετο εις το γραφείον της φρουράς όπου του έφεραν τον διασωθέντα χωροφύλακα Αθανασόπουλον.




Πρόεδρος: Ποιός έφερε τον Αθανασόπουλο στο γραφείο σου;
Κουκούτσης: Ένας Δημητρακόπουλος που ανήκε στην πολιτοφυλακή. Μου είπε να τον κρατήσω ως την άλλη μέρα που 3α μου έφερναν σημείωμα διά την απόλυσίν του. Πράγμα που έγινε την επομένην.
Ο Κουκούτσης εν συνεχεία λέγει ότι από τον Αθανασόπουλον, επληροφορήθη ότι μέχρι της στιγμής εκείνης είχαν εκτελεσθή 18 χωροφύλακες. Ισχυρίζεται ότι λίγο αργότερα έφυγε από την Ούλεν διά να μεταφέρη εις το νοσοκομείον της Νέας Ιωνίας έναν σκοπόν που ελιποθύμησε.
Όταν επέστρεψε άρχισε να ξημερώνη. Τότε πήγε στον θάλαμο και τον βρήκε ένας αντάρτης ονόματι Μπάμπης ο οποίος του ζήτησε λίγο οινόπνευμα γιατί είχε κόψει το δάχτυλο του. Εκ των υστέρων έμαθε ότι ο Μπάμπης αυτός ετραυματίσθη με το ίδιο του το μαχαίρι καθ’ ην στιγμήν έσφαζε τους χωροφύλακας. Τας εκτελέσεις τας έμαθε την άλλη ημέρα όταν είδε διαφόρους της πολιτοφυλακής να κουβαλάνε μέσα σε κουβέρτες και σε τσουβάλια, πράγματα ανήκοντα εις τους χωροφύλακας.
Πρόεδρος: Ποιός τους εξετέλεσε;
Κουκούτσης: Ο Τζογανάκης και ο Στεφανής Λιόλιος τους οποίους εξηνάγκασε προς τούτο ο Ορέστης απειλώντας τους με το αυτόματο.
Πρόεδρος: Πώς εσύ αφού ήσουνα διοικητής της φρουράς δεν ήξερες ότι 9α γίνουν εκτελέσεις;
Κουκούτσης: Η πολιτοφυλακή έκανε ό,τι ήθελε. Και αυτός που ήταν επικεφαλής της ο καπετάν Ορέστης διέτασσε. Έμαθα ότι έγινε αργότερα στρατοδικείο από τους ΕΛΑΣίτες και τον εκτελέσανε για τα έκτροπα που έκανε.
Πρόεδρος: Πώς τους σκοτώνανε;
Κουκούτσης: Ο Τζογανάκης μου είπε ότι ο Ορέστης τους έδωσε το τσεκούρι. Χτύπαγε ο Τζογανάκης με την ανάποδη του τσεκουριού στο πίσω μέρος του κεφαλιού τον εκτελούμενο. Ύστερα τον πέρνανε δύο της πολιτοφυλακής και τον πηγαίνανε πιο πέρα όπου τους έσφαζε αποτελειώνοντάς τους ο αντάρτης Μπάμπης. Έτσι εκτελεστήκανε όλοι οι χωροφύλακες. Ο Στέφανος Λιόλιος εξετέλεσε τον τελευταίο. Τους πέρνανε έναν-έναν από το στρατόπεδο, τους λέγανε ότι θα πάνε γι’ ανάκριση, τους γδύνανε κι ύστερα τους παραδίνανε για εκτέλεση.
Καλείται και αρχίζει απολογούμενος ακολούθως ο Πέτρος Τζογανάκης. Ούτος λέει ότι κατετάγη στον ΕΛΑΣ ένα μήνα πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Αθήνα και ότι ήθελε ν’ αγωνισθή για την λαοκρατία και όχι να γίνουν αυτά που έγιναν. Στην Ούλεν πήγε μαζί με την άλλη φρουρά για να φυλάξουνε το νερό.
Μια μέρα, συνεχίζει, εκάλεσε ο Κουκούτσης εμένα, τον Στέφανο Λιόλιο, τον Μακαρώνα και δύο άλλους αντάρτες του βουνού, τον Θωμά και τον Μπάμπη και μας είπε ν’ ανοίξουμε ένα λάκκο 90 πόντους βάθος και δύο μέτρα φάρδος. Σκάψαμε και τον ανοίξαμε τον λάκκο. Ήταν 9 Δεκεμβρίου. Κατά τις 8 το βράδυ ήρθε ο Ορέστης με πέντε πολιτοφύλακες.
Μού είπε: Τώρα θα φέρουνε έναν- έναν αυτούς που έχουν καταδικασθή εις θάνατο από το λαϊκό δικαστήριο. Θα κάνης ό,τι σε διατάξω. Έναν-έναν θα τον φέρνουνε εδώ και θα του δίνουν διαταγή να καθίση για να βγάλη τα παπούτσια του. Τότε εσύ θα τον κτυπάς στο πίσω μέρος του κεφαλιού καθώς θα σκύβη με την ανάποδη του τσεκουριού. Αν δεν το κάνεις, θα σε εκτελέσω εσένα. Μου είπε ακόμη ότι ήταν προδότες και όργανα των Ες-Ες. Και μου ‘δωκε το τσεκούρι.
Πρόεδρος: Πώς γινόταν η εκτέλεσις;
Τζογανάκης: Έπαιρναν έναν-έναν από το κρατητήριο. Τον πηγαίνανε στον Ορέστη. Αυτός με άλλους πολιτοφύλακες τον έγδυναν. «Γδύσου, του λέγανε για να φας ένα ξύλο αντάρτικο». Ύστερα τον οδηγούσανε στο μέρος που βρισκόμουνα εγώ. Δηλαδή καμιά δεκαριά μέτρα πιο δω από το λάκκο. Εκεί του λέγανε: «Βγάλε τα παπούτσια σου».
Καθώς έσκυβε αυτός να βγάλη τα παπούτσια του εγώ που βρισκόμουνα πίσω του τον χτύπαγα με το τσεκούρι στο κεφάλι. Σωριαζότανε κάτω. Τότε τον έπαιρναν δύο πολιτοφύλακες. Ο ένας από τα πόδια, ο άλλος από τους ώμους και τον πηγαίναμε κοντά στον λάκκο. Εκεί τον παραλάβαινε ο Μπάμπης και του έκοβε τον λαιμό με το μαχαίρι. Ύστερα τον ρίχνανε στον λάκκο.
Πρόεδρος: Εσύ πόσους σκότωσες με το τσεκούρι.
Τζογανάκης: Εικοσιοχτώ.
Πρόεδρος: Μόνος;
Τζογανάκης: Μόνος.
Πρόεδρος: Ο Μακαρώνας;
Τζογανάκης: Αυτός τους έφερνε από το κρατητήριο. Δεν τους σκότωνε.
Πρόεδρος: Ο Στέφανος Λιόλιος;
Τζογανάκης: Αυτός βρισκότανε κοντά μου. Είχε λιποθυμήσει από αυτά που έβλεπε και είχε πέσει χάμω. Μετά από μένα πήρε το τσεκούρι ο αντάρτης ο Θωμάς και σκότωσε τους άλλους εκτός από τον τελευταίο που τον σκότωσε ο Λιόλιος. Αυτός ο τελευταίος είχε τρελλαθή από τον φόβο του και εστριφογύριζε. Τότε τον πιάσανε οι πολιτοφύλακες και τον κρατήσανε ακίνητο για να τον χτυπήσει ο Λιόλιος. Ο σκοτωμός αυτός κράτησε από τις 8 το βράδυ μέχρι τις 5 το πρωί.
Πρόεδρος: Τον Κασόλα τον αξιωματικό ποιός τον σκότωσε;
Τζογανάκης: Εγώ χωρίς να τον ξέρω. Τον φέρανε πρώτο-πρώτο.
Εισαγγελεύς: Το θύμα καταλάβαινε ότι επρόκειτο να εκτελεστή;
Τζογανάκης: Όχι, Γιατί ήταν σκοτεινά. Κι εγώ είχα κρυμμένο το τσεκούρι για να μη το βλέπη.
Εισαγγελεύς: Σου ξέφυγε ποτέ το τσεκούρι;
Τζογανάκης: Όχι. Με το χτύπημα έπεφτε αμέσως κάτω και τον παίρνανε.
Εισαγγελεύς: Δε βογκάγανε;
Τζογανάκης: Όχι.
Εις σχετικήν ερώτησιν του κ. εισαγγελέως ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι πριν από τους τριάντα εφτά χωροφύλακες είχανε εκτελέσει 4 πολίτες. Απ’ αυτούς ο Μακαρώνας εξετέλεσε 2 και από τους άλλους, τον ένα αυ­τός και τον άλλο ο Στέφανος Λιόλιος.
Εισαγγελεύς: Και τους αστυφύλακες ποιός τους εξετέλεσε;
Τζογανάκης: Εγώ. Λίγες μέρες πριν απ’ τους χωροφύλακες εσκότωσα και τους 15 αστυφύλακες.


Εν συνεχεία ο Τζογανάκης λέγει ότι η καλλιτέχνις του Εθνικού Θεάτρου Ελένη Παπαδάκη εξετελέσθη από τον Μακαρώνα. Εις σχετικός ερωτήσεις των κ.κ. συνέδρων και ενόρκων, λέγει ότι τους φόνους τους διέπραξε διότι διετάχθη, αν ηρνείτο θα τον σκότωνε ο Ορέστης και οι πολιτοφύλακές του.
Καλείται ακολούθως και απολογείται ο Βλ. Μακαρώνας. Αρνείται ότι έλαβε μέρος στο άνοιγμα του λάκκου. Ομολογεί ότι αυτός μόνο έπαιρνε τους υπό εκτέλεσιν από το κρατητήριο και τους πήγαινε στους εκτελεστές.
Πρόεδρος: Εσύ δεν χτύπησες κανένα;
Μακαρώνας: Όχι.
Πρόεδρος: Την Παπαδάκη εσύ την σκότωσες;
Μακαρώνας: Μάλιστα. Εγώ την σκότωσα. Μου δώσανε να την χτυπήσω με το τσεκούρι. Δεν μπόρεσα όμως και την σκότωσα με το πιστόλι. Δεν θυμάμαι πόσες σφαίρες της έριξα. Μία ή δύο. Την εκτέλεση αυτή την έκανα γιατί με απείλησε και με εξανάγκασε ο Ορέστης.
Πρόεδρος: Πόσους οδήγησες στους εκτελεστές;
Μακαρώνας: Εφτά χωροφύλακες. Στην εκτέλεση των αστυφυλάκων δεν έλαβα μέρος.

Απολογείται κατόπιν ο Στέφανος Λιόλιος, ο οποίος ομολογεί ότι σκότωσε έναν χωροφύλακα και έναν πολίτη. Έλαβε μέρος στο άνοιγμα των λάκκων κατόπιν διαταγής του Μακαρώνα ο οποίος ήταν επιλοχίας. Ο πρώτος εκτελεσθείς την νύκτα της 9ης προς την 10ην Δεκεμβρίου ήταν ο Κασόλας. Μόλις τον φέρανε, ο Ορέστης του είπε:
«Γδύσου, για να φας ένα ξύλο αντάρτικο». Γδύθηκε. Ύστερα τον πήγανε πιο κάτω και του είπανε να βγάλη τα παπούτσια του. Καθώς έσκυψε, τον χτύπησε με το τσεκούρι ο Τζογανάκης.

Πρόεδρος: Πόσους σκότωσε ο Τζογανάκης;

Μακαρώνας: 35 χωροφύλακες και 15 αστυφύλακες. Τους χτύπαγε με το τσεκούρι. Κατόπιν ο Μπάμπης ο αντάρτης τους έπαιρνε και τους έκοβε το κεφάλι με το μαχαίρι. Εμένα μου ήρθε λιποψυχία και έπεσα χάμω. Γιά τον τελευταίο ήρθε ο Ορέστης και με σήκωσε με τις κλωτσιές. Μου έδωσε το τσεκούρι και αναγκάστηκα να χτυπήσω.

Καλούνται και απολογούνται ακολούθως οι κατηγορούμενοι I. Κεφάλας και Χ. Λουριτζής. Αυτοί αρνούνται ότι έλαβαν μέρος εις τας εκτελέσεις. Στην φρουρά της Ούλεν απεσπάσθησαν μετά την 20 Δεκεμβρίου του 1944. Εις το σημείον αυτό ώραν 2:30 μ.μ. διεκόπη η δίκη. Την 11η πρωινήν της σήμερον επανελήφθη εκ νέου και ήρχισεν απολογούμενος ο Ζαχαρίας Λιόλιος».


ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ

4 σχόλια :

  1. «Τρύπα του Ταράτσα» στους Μολάους Λακωνίας, Παρασκευή 31 Ιανουαρίου το 1943. 39 ΛΑΚΩΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΚΚΕ.
    Στους Μολάους επιτέθηκε στις 28/12/1943, το 8ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μετά από 4ωρη μάχη με τους κατοίκους έπιασαν 400 και τελικά άφησαν ελεύθερους τους περισσότερους και οδήγησαν την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου το 1943 τους 39 Λάκωνες στο βάραθρο «τρύπα του ταράτσα» κοντά στα Νιάτα.
    Η «αφρόκρεμα» της τότε κωμόπολης δολοφονήθηκε δια κατακρημνισμού στο βάραθρο. Πρώτος ρίχτηκε στο βάραθρο και μάλιστα ζωντανός, ο τότε ιερέας των Μολάων Καριτσιώτης.
    Οι εκτελεσθέντες με απόφαση του «Λαϊκού Δικαστηρίου» ήσαν:
    1. Καρυτσιώτης Νικ. – ιερέας 2. Λύρας Θεόδωρος 3. Φερδιανάκης Νικ. 4. Ζερβάκος Αντ. 5. Φουργιέζος Γρηγ. 6. Κωστάκος Λεων., 7. Καρυτσιώτης Ιωανν. 8. Κοντοσταθάκος Ευθ. 9. Φριτζίλας Χρ. 10. Γραμματικάκης Δημ., 11.Λιβερδίσης Δημ. 12. Παντελής Κων. 13. Ζερβάκος Χρ. 14. Κωστάκος Εμμ. 15. Αντωνάκος Νικ. 16. Ζερβάκος Δημ. 17. Καναβάρος Σταμ. 18. Καναβάρος Νικ. 19. Κουτσογιάννης Ιωαν. 20. Κουτσογιαννόπουλος Γ. 21. Σκανδαλάκης Δημ. 22.Νικολινάκος Γεωργ. 23. Λυγερός Παν. 24. Έξαρχος Δημ. 25. Γιανναράκης Αντ. 26. Καλαμβόκης Ευαγ. 27. Νικολινάκος Γρηγ. 28. Δριβάκης Αντ. 29. Καλκανδής Σταυρ. 30. Κυριακάκος Παν. 31. Μανιατάκος Ιωανν. 32. Μανωλάκος Δημ. 33. Μπέμπης Γεωργ. 34. Ντέντες Παν. 35. Πιερράκος Στυλ. 36. Ρουμάνος Γεωργ. 37. Ρουμάνος Δημ. 38. Χριστακάκος Δημ. 39. Φουργιέζου Παν/τσα.
    Ζ.Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κωνσταντίνος Μόσιαλος, «Αντάρτικο 1942-1945, μια μαρτυρία».
    Απόσπασμα από το βιβλίο:
    «Και τι είδα. Ένα λάκκο σκαμμένο σε σχήμα γάμμα, βάθους ενός μέτρου περίπου και πλάτους δύο και, δύο αντάρτες, το φουστανελοφόρο «Υψηλάντη» και τον αδύνατο «Διαμαντή», να έχουν δύο ανθρώπους γονατισμένους και να τους κόβουν το λαιμό σαν κατσίκια, χωρίς να ακούγεται από τους σφαγμένους ούτε κιχ, ούτε φωνή, ούτε βόγγος.
    Μόνο ένα ροχαλητό ακουγόταν, όταν πεταγόταν το αίμα μακριά από το λαιμό. Έκανα ένα αχ, χωρίς να βγάλω φωνή. Ούτε κανένας έβγαλε φωνή από τους είκοσι ένας που είμασταν εκεί μελλοθάνατοι. Ίσως είναι απίστευτο, αλλά είναι αλήθεια, και μόνον αλήθεια.

    Τώρα παρακολουθούσα πως τους έσφαζαν, τους πρώτους, ώσπου να έρθει η σειρά μου. Είχαν σφάξει τέσσερις αλλά δεν είχα δει ακριβώς πως τους έπαιρναν από τη γραμμή. Τώρα είχα την ευκαιρία να τους βλέπω. Πρώτον διότι έβλεπα καλά απ’ το φως του φεγγαριού και δεύτερον είχα πλησιάσει το λάκκο.
    Ο ένας σφαγέας ήταν στη μία άκρη του λάκκου και ο άλλος στην άλλη. Βλέπω τον «Υψηλάντη», που ήρθε στη γραμμή με τον πρώτο που είχε σειρά, να τραβάει την τριχιά κάτω από τη μασχάλη για να τον απελευθερώσει από τους άλλους, και να τον πάρει για σφάξιμο χωρίς να του λύσει τα χέρια που ήταν δεμένα πίσω. Τον πήρε, τον πήγε στην άκρη του λάκκου και του είπε «γονάτα».
    Ο μελλοθάνατος χωρίς δισταγμό γονάτισε, και το παλληκάρι ο «Υψηλάντης» του κάρφωσε το μαχαίρι στο λαιμό, από μέσα προς τα έξω και με μια κλωτσιά τον έριξε μέσα στο λάκκο. Στο διάστημα που ο «Υψηλάντης» έκανε αυτό, ο «Διαμαντής» έπαιρνε άλλον, με την ίδια διαδικασία της τριχιάς. Η τριχιά έπρεπε να βγει όλη χωρίς να κοπεί πουθενά. Έπρεπε να δέσει και άλλους μελλοθάνατους.
    Πάντως δε βιάζονταν, διότι όταν τους πετούσαν στο λάκκο τους κοίταζαν πως χτυπιόνταν και πως ξεψυχούσαν αφού πολλούς ή μάλλον όλους τους έριχναν στο λάκκο μισοσφαγμένους.
    Ήρθε η σειρά του αδελφού του πατέρα μου. Μόλις του είπε «γονάτα», τους είπε, και ήταν ο μόνος που μίλησε εκείνη την ώρα:
    – Ρε παιδιά, αφήστε με να πιω λίγο νερό, κόλησε το στόμα μου, και μετά χαλάστε με.
    Εκείνη τη στιγμή η λέρα ο «Υψηλάντης», του είπε:

    – Σκάσε, ρε πούστη σκατόγερε που θέλεις και νερό, τώρα θα σου δώσω εγώ και του έκοψε το λαρύγγι».
    Ζ.Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ – ΣΦΑΓΕΟΣ

    Εξέταση μάρτυρος Σαμαρτζή Νικήτα του Ιωάννου.

    Κόρινθος 6-3-1945.

    Νικήτας Σαμαρτζής του Ιωάννου ετών 33 Γεωργός, γεννήθηκα και κατοικώ εις χωρίον Καλύβια Κορινθίας, άγαμος, εγγράμματος, Έλλην και χριστιανός ορθόδοξος, Ορκίσθηκα επί του ιερού ευαγγελίου κατά τα άρθρα 121 και 124 της Ποινικής Οικονομίας.

    «Στο στρατόπεδο Μονής Αγίου Γεωργίου έφερναν κρατούμενους από διάφορες περιοχές και τους συνόδευαν οι αποτελούντες την ΟΠΛΑ διαφόρων περιοχών. Από το στρατόπεδο τους περνάμε λίγους - λίγους και τους εκτελούσαμε σε διάφορες περιοχές του δασώδους της πέριξ της Μονής και σε μια τρύπα πολύ βαθιά που αν ρίξεις μια πέτρα θα μετρήσεις το 16 για να ακούσεις το χτύπο στο υπέδαφος που θα φτάσει. Την τρύπα αυτή τη βρήκα εγώ κατ' εντολή του Κρητικού ή Πισογιαννάκη όστις δε ξέρω από που το έμαθε ότι υπήρχε τέτοια τρύπα.

    Κατά τον Μάιο 1944 πήγαν 9 κρατούμενους αγνώστους και τους οδήγησαν δια μέσου του χωρίου Γκούρα εις Μακριά Λάκα της Ζήρειας και τους εκτέλεσαν με τη βοήθεια του Νικολάου Σταυροπούλου ή Μουσουλίνη από τη Γκούρα. Στην τρύπα που ανέφερα που βρίσκεται στη θέση Κακόβουνι - Ντουρντουβάνα εκτελέσαμε 260 και κατά την εξής σειράν. 17 κατοίκους Νεμέας, τους πήγαμε εγώ, ο Βλάσης Οικονομόπουλος, ο Σερμπέτης, ο Κρητικός, ο Δασκαλόπουλος, ο Γιάννης Φραγκορράφτης, ο Βλάσης Πρόβος και ο Καραπάνος από τη Νεμέα και ο Μωριάς με έξη αντάρτες που έστειλε το σύνταγμα Βαζαίου, για να λάβει μέρος στις εκτελέσεις. Αφού ξεκουραστήκαμε είπαμε στους κρατούμενους ότι τους πάμε για την Ταξιαρχία στα Μαζέικα. 0 Καραπάνος με τον Κρητικό και τον Μωριά πήγαν στη τρύπα. Εκεί οδηγούντο δύο - δύο δήθεν για ανάκριση και χωρίς να αντιλαμβάνονται οι άλλοι, τους εκτελούσαν οι Μωριάς, Κρητικός, Καραπάνος κατά τον εξής τρόπο: Τους γδύναμε τελείως και με το μαχαίρι τους έκοβαν το λάρυγγα και τους έριχναν μέσα στην τρύπα.

    Η εκτέλεση γινόταν με τον εξής τρόπο. Έλεγαν στον καθένα να πέσει κάτω κι αν αρνιόταν τον κτυπούσαν με γλωσσίδι καμπάνας. Τους χτυπούσε ο Σίμος πίσω στο κεφάλι κι όταν έπεφταν κάτω τους έσφαζαν. Την άλλη μέρα πήρανε άλλους 37-38 αν θυμάμαι ακριβώς. Τότε δεν ήρθε ο Σίμος αλλά ο Πισογιαννάκης. Οι 38 ήσαν από τη Νεμέα, τους έφερε ο Θύμιος με τον Απόστολο Καραΐσκο και άλλους που δεν τους γνωρίζω στο στρατόπεδο και αυτούς εκτελέσαμε με τον ίδιο τρόπο, πρώτα τους χτυπούσαμε με το γλωσσίδι κι έπειτα τους σφάζαμε με μαχαίρι».

    Ο Εξετασθείς, Οι μάρτυρες, Ο Μοίραρχος Αθ.Δρούγκας

    Αντίγραφο Κόρινθος 9 Μαρτίου 1945
    Ζ.Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΤΟΥ ΦΕΝΕΟΥ

      Τα άτομα οδηγούνταν, από το Μοναστήρι κατά ομάδες 10-20-40-50 ατόμων, νύχτα προς το πρωί, δήθεν για ανάκριση στην Ταξιαρχία, και καταυλίζονταν περί τα 180 μέτρα μακριά από το βάραθρο-τρύπα και από εκεί δύο-δύο οδηγούντο στο χείλος της φρίκης του βαράθρου και εσφάζοντο. Τα βράχια γύρω στην Τρύπα ήταν γεμάτα πιτσιλιές από αίμα. Στην άκρη του βαράθρου το αίμα είχε κάνει μία παχιά κρούστα. Εκεί κοντά στο σημείο σφαγής, βρέθηκαν υπολείμματα από ψωμί, τυρί, αυγά. Όπως φαίνεται, οι δήμιοι έκαναν διάλειμμα και έτρωγαν κάτι, για να έχουν δυνάμεις να σφάζουν εκατοντάδες αθώων ανθρώπων. Ένας γνωστός σφαγέας, ο καπετάν Γλυκός, όταν επέστρεφε από τις εκτελέσεις, έπλενε το μαχαίρι του και το πρόσωπό του και τα χέρια του από τα αίματα. Είχε το θράσος να λέγει στους υπόλοιπους κρατούμενους. «Με γέμισαν αίματα κάτι κοτούλες που έσφαζα». Τις γυναίκες που έσφαζε, τις έλεγε κοτούλες.
      Ζ.Π.

      Διαγραφή

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...