Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ

  Στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα πληθυσμοί από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τα μικρασιατικά παράλια και τις περιοχές του Πόντου μετακινήθηκαν προς την ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία.

  Μέχρι το 1906 ο ελληνικός πληθυσμός της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας ανερχόταν στα 100.000 άτομα.  Ελληνόφωνοι ή ελληνικής προέλευσης πληθυσμοί διαβιούσαν στην ύπαιθρο και στις πόλεις κατά μήκος των παραλίων του Εύξεινου Πόντου, απ’ όπου έλεγχαν το εμπόριο της περιοχής.

  Αρκετοί από αυτούς μετακινούνταν προς τις πόλεις της νότιας Ρωσίας μετά τη δεκαετία του 1830 εκμεταλλευόμενοι την εμπορική άνθησή τους.

  Καθαρά ελληνικές πόλεις ήταν:  η Μεσημβρία και η Σωζόπολη, ενώ η Αγχίαλος, ο Πύργος και η Βάρνα είχαν ανάμεικτο πληθυσμό.
  Συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν ως τις αρχές του 20ου αιώνα στην Αγαθούπολη, και σε μια σειρά μικρότερα χωριά όπως η Μήδεια, ή Σαλμυδησσός και η Θυνιάς (Νιάδα) σε αρμονική γειτονία με τους βουλγαρικούς ή βλάχικους πληθυσμούς της περιοχής.
   Στο Βασιλικό το 1906 ζούσαν 500 οικογένειες,  στη Μεσημβρία 1.000 ελληνικές οικογένειες, οι οποίες στο μεγαλύτερο ποσοστό τους ήρθαν στην Ελλάδα το 1919.  Στη Βάρνα το 1903 ζούσαν 7.500 Έλληνες σε σύνολο 35.000 κατοίκων.  Στον Πύργο 5.322 Έλληνες και στην Αγχίαλο 5.089 Έλληνες.

 
   Σήμερα (2009) οι Έλληνες που ζουν στη Βουλγαρία κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες:
1. τους απογόνους των Ελλήνων του 19ου αιώνα,
2. τους Σαρακατσάνους,
3. τους απογόνους των πολιτικών προσφύγων του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου και
4. τους Έλληνες επιχειρηματίες που ήρθαν στη χώρα τη δεκαετία του 1990.

  Υπολογίζεται ότι ζουν στη Βάρνα, τον Πύργο, την Αγχίαλο, τη Σωζόπολη, τη Μεσημβρία, την Αγαθούπολη, τον Άσπρο και τον Κόζιακα.
    Επιπλέον στη Βουλγαρία δραστηριοποιούνται περίπου 1.200-1.500 ελληνικές επιχειρήσεις,
οι οποίες υπολογίζεται ότι έχουν επενδύσει στη χώρα στο διάστημα 1992-2005 ποσά που ξεπερνούν το 1,8 δις ευρώ. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη είναι η παρουσία των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες μοιράζονται το 25-30% της βουλγαρικής αγοράς.

   Ιστορία

  Ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν στην ενδοχώρα της σημερινής Βουλγαρίας από τα χρόνια του Φιλίππου του Β’ της Μακεδονίας.
   Στα παράλια αντίθετα, η ελληνική παρουσία είναι πολύ παλαιότερη.
  Μια σειρά από ελληνικές αποικίες χτίστηκαν σε φυσικούς όρμους και λιμάνια προκειμένου οι άποικοι να εκμεταλλευτούν τη θάλασσα και τα πλούτη της.
   Η ελληνική παρουσία συνεχίστηκε αδιάκοπη ως και τις αρχές του 20ού αιώνα καθώς τα παλαιότερα στρώματα ελληνικών πληθυσμών εμπλουτίζονταν κατά διαστήματα από νέες αφίξεις που τις προκαλούσαν οι μεταβαλλόμενες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες είτε στον τόπο προέλευσης ή, και κυρίως, στον τόπο προορισμού.
   Η ελληνική παρουσία στα βουλγαρικά παράλια της Μαύρης θάλασσας ήταν ιδιαίτερα έντονη, καθώς οι Έλληνες έμποροι, βιομήχανοι και επιχειρηματίες κυριαρχούσαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της.

  Το 1856, μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και τη θέσπιση των πολιτικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων στο οθωμανικό κράτος, αλλά και εξαιτίας του νέου νόμου περί ιθαγενείας που ψήφισε η ελληνική κυβέρνηση, άλλαξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούσε ο Ελληνισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
  Έως τότε όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Θράκης υπάγονταν στον ορθόδοξο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, στη συνέχεια όμως οι βουλγαρικοί πληθυσμοί διεκδικούσαν θρησκευτική και πολιτική αυθυπαρξία.
  Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 και η ίδρυση του αυτόνομου βουλγαρικού κράτους το 1878 οδήγησαν σε ρήξη το ελληνικό και το βουλγαρικό στοιχείο με την ενίσχυση των εθνικιστικών αντιπαλοτήτων.
   Το 1906 προκλήθηκαν βίαια γεγονότα σε βάρος των ελληνικών κοινοτήτων διαφόρων παράλιων βουλγαρικών πόλεων, και κυρίως του Πύργου, της Αγχιάλου, της Μεσημβρίας και της Σωζοπόλεως, με συνέπεια οι ελληνικοί πληθυσμοί της βόρειας Θράκης να εγκαταλείπουν σταδιακά την περιοχή για την Ελλάδα.

   Η Βάρνα περί τα 1900.
  Ως το 1919 ολοκληρώθηκε η αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών από τα βουλγαρικά εδάφη με την ανταλλαγή των πληθυσμών βάσει της συνθήκης του Νεϊγύ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, η Βουλγαρία δέχθηκε νέα κύματα Ελλήνων προσφύγων. Υπολογίζεται ότι στη Βουλγαρία διέμεναν συνολικά 7.000 Έλληνες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το 1981.
  Η Βάρνα είναι η αρχαία Οδησσός όπου σώζονται ακόμα λείψανα αρχαίων κτισμάτων.
  Ο Έλληνας δημοσιογράφος Γ.Π. Παρασκευόπουλος που πέρασε από την πόλη τη δεκαετία του 1890 τη θεωρεί την ωραιότερη πόλη της Βουλγαρίας, καθώς διέθετε καλούς δρόμους, κομψές οικοδομές με όμορφους κήπους, καθαρό νερό με υγιές κλίμα.  Το λιμάνι της πόλης είναι απάνεμο με αποτέλεσμα να προσελκύει μεγάλο μέρος του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου της χώρας. Όντας η θάλασσα έξοδος για προϊόντα της ενδοχώρας, η Βάρνα εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, ενώ η θέση της αυτή ενισχύθηκε μετά τη σιδηροδρομική της σύνδεση με την ενδοχώρα στη δεκαετία του 1860. Μέχρι την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους το 1878 κατοικούνταν κυρίως από Τούρκους και Έλληνες, οι οποίοι ανέρχονταν στα τέλη του 19ου αιώνα στις 10.000.  Στη συνέχεια ο αριθμός των Βουλγάρων αυξανόταν μέχρι την τελική τους επικράτηση στις αρχές του 20ού αιώνα και την αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού.

    Η πόλη του Πύργου ή Μπουργκάζ είναι σχετικά νέα.

  Ιδρύθηκε στο μυχό του κόλπου, τον οποίο κλείνουν οι προεξοχές της Αγχιάλου και της Σωζόπολης, από ελληνικούς πληθυσμούς που συνέρρευσαν από τις γύρω περιοχές, κυρίως την Αγχίαλο και τη Σωζόπολη.
Ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν σε πόλεις παράλιες της Προποντίδας όπως η Καλλίπολη, η Ηράκλεια, η Σηλυβρία και η Ραιδεστός.

  Οικονομία
 
  Η αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας συστήθηκε το 1878 και αφού ενώθηκε με την Ανατολική Ρωμυλία έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1885.
  Οι ελληνικοί πληθυσμοί των παραλίων του Εύξεινου Πόντου είχαν πολύ σημαντική παρουσία στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, το εμπόριο τροφίμων αλλά και αποικιακών ειδών, ενώ συμμετείχαν και στη βιοτεχνική παραγωγή.
  Η Θράκη αποτελούσε το βασικό κέντρο εφοδιασμού της πρωτεύουσας του οθωμανικού κράτους και λειτουργούσε ως ενδοχώρα της. Έστελνε στην πρωτεύουσα ζώα, σιτηρά, οπωροκηπευτικά, αλλά και σιδηρικά, μάλλινα και είδη βιοτεχνικής παραγωγής. Η διακίνηση εμπορευμάτων στον Εύξεινο Πόντο με κατεύθυνση την Πόλη, αλλά και σε μακρύτερες αποστάσεις, με το χρόνο αυξανόταν.
   Το βασικό είδος εξαγωγικού εμπορίου ήταν τα σιτηρά. Στο διάστημα 1885-1895 οι εξαγωγές σιτηρών σχεδόν επταπλασιάστηκαν και ενώ κατείχαν ποσοστό συμμετοχής 3% επί του συνόλου εξαγωγής δημητριακών, το 1885, ανήλθαν στο 7% το 1894.
   Το 1880 το 6% του συνόλου της χωρητικότητας των πλοίων που αναχωρούσαν από τη Βάρνα και το Μπουργκάς ανήκε σε Έλληνες, ποσοστό που αυξήθηκε σε 25% το 1890 για να μειωθεί στις αρχές του 20ού αιώνα σε 15%.  Αρκετοί Έλληνες επιχειρηματίες ασχολούνταν με το εμπόριο της περιοχής, κυρίως το σιτεμπόριο.
  Οι Έλληνες σε όλη την ακτή από το Βόσπορο ως την Κωστάντζα φημίζονταν για τη ναυτική τους παράδοση και με τα ιστιοφόρα κυριαρχούσαν στο ακτοπλοϊκό εμπόριο της Μαύρης θάλασσας. Πολλοί ναυτικοί εργάζονταν ως πιλότοι στα λιμάνια της περιοχής που παρουσίαζαν δυσκολίες στη ναυσιπλοΐα λόγω του αβαθούς των νερών αλλά και των υφάλων τους.
  Η Βάρνα ήταν το μεγαλύτερο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου των βουλγαρικών ακτών της Μαύρης θάλασσας και η ελληνική κοινότητα ήταν η πιο εύρωστη της πόλης.
   Οι Έλληνες της πόλης ασχολούνταν κυρίως με τη ναυτιλία, τη μεταφορά φορτίων σε μεγάλες αποστάσεις αλλά και την κατοχή φορτηγίδων για τις φορτοεκφορτώσεις των πλοίων στο λιμάνι.
   Το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Βάρνας (σιτηρά, ξυλεία, κρασί, βιομηχανικά προϊόντα) σε μεγάλο βαθμό διεξαγόταν από Έλληνες. Στην πόλη υπήρχαν δύο ελληνικές τράπεζες, η «Εμπορική Πιστωτική Εταιρεία Βάρνης» (1888) και η «Μετοχική Εταιρεία Ερμής» (1890).

   Επίσης λειτουργούσαν δύο ελληνικά καπνεργοστάσια, τρία ταχινοποιεία (του Χρ. Γρηγοριάδου, του Σερ. Καραμανλή και του Ελευθ. Μίχου), τρία εργοστάσια σαπωνοποιίας που είχαν ιδρυθεί το 1885 (των αδελφών Φουρτούνα, του Χρ. Συρόπουλου και του Περ. Βουλαλά) και τρεις αλευρόμυλοι (Ιακ. Γιακουμόπουλου, Αγ. Αγαλλίδου, Νικ. Κυλίνδρου και Γεωργιάδου).
  Εκτός από σιτηρά της βουλγαρικής ενδοχώρας οι έμποροι της Αγχιάλου εξήγαν το αλάτι που παραγόταν στις τοπικές αλυκές.   Το 19ο αιώνα το αλάτι ήταν το μέτρο για την ανταλλαγή προϊόντων με αντιστοιχία ένα μέρος αλάτι προς δύο μέρη άλλου προϊόντος: για παράδειγμα μια οκά αλάτι για δύο οκάδες σιτάρι.
   Από την Αγχίαλο εξάγονταν επίσης προϊόντα της ενδοχώρας, είδη κτηνοτροφίας και της γεωργίας της περιοχής.   Πολλοί κάτοικοι ασχολούνταν και με την αλιεία, καθώς ήταν το πρώτο σε αλιευτική παραγωγή λιμάνι της περιοχής.
  Τα ψάρια που αλιεύονταν στα ανοιχτά της Αγχιάλου αλλά και σε άλλα λιμάνια της περιοχής, όπως της Μεσημβρίας και της Σωζόπολης εξάγονταν είτε νωπά είτε παστωμένα. Στην περιφέρεια της πόλης καλλιεργούσαν πολλά αμπέλια, με συνέπεια στις αρχές του 20ού αιώνα να φτάσουν τα 3.000.000 κλήματα.
  Η Σωζόπολη ήταν κύριο λιμάνι φόρτωσης ναυπηγικής ξυλείας και ξυλανθράκων, ενώ ως ασφαλές λιμάνι προσέφερε καταφύγιο σε πλοία που έπλεαν κοντά στις αφιλόξενες ακτές ανάμεσα στο στόμιο του Βοσπόρου και το ακρωτήριο της Θυνιάδας ή Ινιάδας (σήμερα Ιγκνεάντα).
   Οι Έλληνες κάτοικοι της Σωζόπολης αλλά και της Μεσημβρίας ήταν κυρίως ναυτικοί και κάτοχοι ιστιοφόρων και ατμοπλοίων, μεγαλέμποροι που έλεγχαν το χερσαίο και το θαλάσσιο εξαγωγικό εμπόριο της ξυλείας, ξυλοκάρβουνων, αγροτικών προϊόντων, υφασμάτων, ντόπιου κρασιού που τα μετέφεραν σε άλλα λιμάνια της Μαύρης θάλασσας.
   Ο μισός πληθυσμός της Αγαθούπολης ασχολούνταν επίσης με τη ναυτιλία και τη ναυπηγική τέχνη.
   Η Μήδεια ή Σαλμυδησσός, στις εκβολές του ομώνυμου ποταμού, ήταν απάγκιο λιμάνι για τα πλεούμενα και επίνειο της Βιζύης (σημ. Βίζε) που ήταν αγροτικό-δασικό κέντρο της περιοχής, σε απόσταση 40 χλμ. από τη θάλασσα.
    Ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα στο χωριό Θυνιάς (Νιάδα), που διέθετε λιμάνι απ’ όπου μεταφέρονταν ξυλεία και κάρβουνα, καθώς και άλλα είδη από το Σαμάκοβο και τη λοιπή ενδοχώρα προς την Κωνσταντινούπολη.
  Η Μεσημβρία όπως και η Βάρνα διέθεταν ιαματικά λουτρά που προσέλκυαν πλήθος κόσμου κατά τους θερινούς μήνες. Έλληνες ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, καφενείων και εστιατορίων αλλά και έμποροι εξυπηρετούσαν τους πελάτες του ιαματικού τουρισμού που ανθούσε στην πόλη τους ως τις αρχές του 20ού αιώνα.
  Το λιμάνι του Πύργου ήταν ασφαλές, ωστόσο ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα εκτελούνταν λιμενικά έργα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της δυνατότητας ελλιμενισμού των πλοίων. Το λιμάνι ήταν βασικό κέντρο εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου που ευνοούνταν ιδιαίτερα από τη σιδηροδρομική σύνδεση στα μέσα του 19ου αιώνα με τη Γιάμπολα και το σιδηροδρομικό δίκτυο της κεντρικής Ευρώπης.

   Κοινωνία

  Ως το 1860 κάθε περιοχή της Θράκης ακολουθούσε τοπικές συνήθειες ως προς τη διοίκηση και οργάνωση των κοινοτήτων.
  Ο τοπικός ιεράρχης ήταν ο κύριος εκπρόσωπος των χριστιανών στις κρατικές αρχές αλλά μετά το 1860 οι κοινότητες στη Θράκη, όπως και σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διοικούνταν από τη δημογεροντία που απαρτιζόταν από δέκα ως δώδεκα άτομα και από δύο ως τρεις επιτροπές.
  Οι κοινότητες ήταν επιφορτισμένες με τη συλλογή των φόρων, τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, τη μισθοδοσία των ιερέων και των δασκάλων και τη χρηματοδότηση έργων επισκευής των δημοσίων κτηρίων.
  Φρόντιζαν επίσης να διατηρούν αντιπροσώπους στην πρωτεύουσα για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κοινότητας.
 
   Θρησκεία

  Οι Έλληνες στα βουλγαρικά εδάφη διατηρούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα 117 εκκλησίες και 8 μοναστήρια.
  Πολλές ελληνικές μητροπόλεις βρίσκονταν σε παράλιες πόλεις και συγκεκριμένα στην Αγχίαλο, τη Βάρνα, τη Μεσημβρία, τη Σωζόπολη.
   Η πόλη της Αγχιάλου ονομαζόταν και Αχωλό ή Αχελώ και οι κάτοικοί της Αχεληνοί. Στην πόλη υπήρχε καθεδρικός ναός των Ταξιαρχών που κάηκε το 1897 σε πλαίσια αναταραχών.   Άλλες ελληνικές εκκλησίες στην πόλη ήταν ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου,  των Αγίων Θεοδώρων, του Χριστού Σωτήρος (Μεταμορφώσεως) και τα παρεκκλήσια της Χαριτωμένης και της Αγίας Άννας.
   Όλες οι εκκλησίες πλην της Μεταμορφώσεως κάηκαν το 1906 σε επεισόδια που ξέσπασαν στην πόλη.
Στη Βάρνα οι ελληνικές εκκλησίες της πόλης ήταν ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Νικόλαος, η Αγία Παρασκευή, η Κοίμηση της Θεοτόκου. Η μητρόπολη Βάρνας αποτελούνταν από την πόλη και τα γύρω χωριά και είχε δύο κοινοτικά μοναστήρια, του Αγίου Δημητρίου, 7 χλμ. από την πόλη και του Αγίου Κωνσταντίνου 10 χλμ. από την πόλη.
   Έδρα ελληνικής μητρόπολης ήταν και η Μεσημβρία της οποίας ο καθεδρικός ναός ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Στην πόλη είχαν χτιστεί άλλοι 22 ναοί και για το λόγο αυτό αποκαλούνταν και μικρό Βυζάντιο.
   Η Σωζόπολη στην Αρχαιότητα ονομαζόταν Απολλωνία στον Εύξεινο Πόντο. Στα Βυζαντινά χρόνια μετονομάστηκε σε Σωζόπολη εξαιτίας του ασφαλούς λιμανιού της στο οποίο κατέφευγαν τα πλοία σε καιρό τρικυμίας. Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης ήταν ο Άγιος Γεώργιος, ενώ διέθετε επίσης το ναό του Αγίου Ζήσιμου, του Αγίου Ηλία, την Παναγία και την Αγία Μαρίνα.
[Παπακωνσταντίνου Κατερίνα
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού,
Εύξεινος Πόντος]
Αγαθούπολη, στις αρχές του 1900. Μια από τις πλέον μοναδικές φωτογραφίες που δημοσιεύω  στην ιστοσελίδα μου και είναι αδημοσίευτη μέχρι τώρα .  Η φωτογραφία (σε ηλεκτρονική μορφή) μου εστάλη από τη Σίλια Γιακαμόζη και προέρχεται από προγόνους του πατέρας της Ιωάννη Γιακαμόζη, (γιατρός πριν από χρόνια στις Σάπες).  Συγκεκριμένα αναφέρεται το όνομα του Δημητρίου Χατζηκωνσταντίνου. Παρατηρώντας τη φωτογραφία, μπορώ να υποθέσω τα εξής:  Είναι η εποχή που η Αγαθούπολη βρισκόταν ακόμη στη δικαιοδοσία του οθωμανικού κράτους (από τα τούρκικα φέσια που φοράνε οι άνθρωποι). Δε γνωρίζω αν κάποιοι από αυτούς είναι οθωμανοί. Υπάρχουν πολλοί ιερείς και δυο παιδιά κρατούν σταυρό και μπακιράκια. Υποθέτω ότι πρόκειται για τη γιορτή των Θεοφανείων. Φαίνεται ότι πρόκειται για Έλληνες που έχουν την ιδιότητα των δημογερόντων. Η δημογεροντία ήταν μια μορφή αυτοδιοίκησης της χριστιανικής κοινότητας, προνόμιο που δόθηκε γύρω στα 1800 από το Σουλτάνο.  H Δημογεροντία κατήρτιζε τους κοινοτικούς προϋπολογισμούς και συγκέντρωνε τα εισοδήματα της Eκκλησίας και τις δωρεές. Aσκούσε την εποπτεία των κοινοτικών κτημάτων, των κοινοτικών λουτρών (χαμάμ) και του Φιλόπτωχου Tαμείου. Tέλος, επόπτευε στη λύση των διαφορών μεταξύ των Xριστιανών και ήταν εξουσιοδοτημένη για την έκδοση τυχόν διαζυγίων. Mέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα η Δημογεροντία διατηρούσε το δικαίωμα παρεμβάσεως ακόμη και στις παροχές προίκας (καθορίζοντας το ύψος της στο κατά το δυνατόν χαμηλότερο σημείο), στην ενδυμασία, στις γιορτές κ.λπ.    [Αρχείο φωτό: Δημ. Χατζηκωνσταντίνου].
ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΘΟΥΠΟΛΗΣ [Παλαιάς και Νέας]
  Η Αγαθούπολη (βουλγαρικά: Ахтопол) είναι παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας στον Εύξεινο Πόντο. Έχει πληθυσμό 1444 κατοίκους. Απέχει 74 χιλιόμετρα νότια από το Μπουργκάς (Πύργος). Είναι η νοτιότερη πόλη της Βουλγαρίας και απέχει μόλις 12 χιλιόμετρα από την Ευρωπαϊκή Τουρκία.

  Το αρχαίο ελληνικό όνομά της ήταν "Αυλικόν τείχος". Το 1898, η Αγαθούπολη ήταν μια πόλη με 410 οικογένειες από τις οποίες 300 ήταν Ελληνικές (περίπου 1800 Έλληνες ασχολούμενοι κυρίως με την αλιεία), και 110 Βουλγαρικές.
   Το 1912 την πόλη κατέλαβαν οι Βούλγαροι οι οποίοι ανάγκασαν τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι των κατοίκων έφθασαν στη Θεσσαλονίκη και παρέμειναν μέχρι το 1921, όπου η τότε ελληνική κυβέρνηση τους επέτρεψε να δημιουργήσουν νέα δική τους πόλη στην παραλία Αιγαίου κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μεθώνης (Ελευθεροχωρίου), βόρεια της Κατερίνης (στο Νομό Πιερίας), σε ανάμνηση της γενέτειράς τους.
   Το 1925 είχαν ήδη εγκατασταθεί στη νέα πόλη που πήρε το όνομα Νέα Αγαθόπολη ή Νέα Αγαθούπολη, περί τις 50 οικογένειες όπου και κτίστηκε σχολείο και μικρός ναός αφιερωμένος στην Αγία Αναστασία.
   Σημειώνεται ότι τους Έλληνες πρόσφυγες αντικατέστησαν στη γενέτειρά τους Βούλγαροι (150 οικογένειες) από το χωριό Μπουναρχισάρ της Ανατολικής Θράκης.

      ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
    Σύμφωνα με τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία, το 1912, οι Έλληνες της Αγαθούπολης αναγκάστηκαν από τους Βουλγάρους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να έρθουν πρόσφυγες στην Ελλάδα.  Πολλοί Αγαθουπολίτες μεταφέρθηκαν με πλοία και αρχικά αποβιβάστηκαν στην Καβάλα.
  Μια από τις οικογένειες αυτές ήταν και του Δημητρίου και Χαρίκλειας Χατζηκωνσταντίνου με τα τέσσερα  παιδιά τους (τρία κορίτσια κι ένα αγόρι) και τη μητέρα του.  Οι Βούλγαροι δεν τους επέτρεψαν να πάρουν πολλά πράγματα μαζί τους. Η μάνα, το μόνο που μπόρεσε να πάρει μαζί της ήταν μια γούνα.
  'Οταν αποβιβάστηκαν στο λιμάνι, ήταν υποχρεωτικά να περάσουν όλοι από ιατρικό έλεγχο από το φόβο κάποιας φυματίωσης, που τότε ήταν διαδεδομένη αρρώστια.  Από τις εξετάσεις που έγιναν βρήκαν ότι η γυναίκα είχε κάπως υψηλό πυρετό και την έβαλαν σε καραντίνια.  Καθώς την έψηνε ο πυρετός φώναζε στην κόρη της να προσέχουν τη γούνα, γιατί εκεί υπάρχουν κάποιες φυλαγμένες λίρες. Όμως, αντί να το ακούσουν οι κόρες, το άκουσε μια νοσοκόμα.   Έτρεξε αυτή και με μια καλή δικαιολογία, τους έδωσε κάποια χρήματα (αρκετά όπως φαίνεται) και αγόρασε τη γούνα. Όταν έμαθαν την αλήθεια ήταν πλέον αργά. Οι λίρες έκαναν φτερά!
  (Μια παρόμοια ιστορία με λίρες υπάρχει και στην οικογένεια του Δημητρίου Μπακιρτζή, όπου η γυναίκα του με τα πέντε μικρά παιδιά της, έκρυψε τις λίρες μέσα σε ένα ψωμί, που ποτέ δεν το άφησε από τα χέρια της μέχρι την αποβίβασή τους στην Αλεξανδρούπολη).

Σάπες ο τόπος μας



ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...