Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ. ΟΙ ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΧΑΙΟΙ.

Οι πολεμιστές της Ιλιάδας… Μυρμιδόνες και οπλίτες στον τρωικό ...
Ο  ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Ο  Όμηρος  κάνει   504  αναφορές  στο  πρόσωπό  του  Αχιλλέα  και  το  όνομά  του  συνοδεύεται από πολλά  επίθετα.
Ο  Αχιλλέας  είναι:  Δίος,  φίλος  Διός,  διογενής, ποδάρκης,  πόδας  ωκύς,  
ποδώκης, θεοείκελος (θεόμορφος), Πηλείων, Πηλείδης, Αιακίδης. Το κυρίαρχο 
γνώρισμα – επίθετο, που συνοδεύει το όνομά  του για  71  φορές, αναφέρεται  
στην ταχύτητά  του.

 
 
Ο  Μυρμιδόνας  Αχαιός  Αχιλλεύς  ενσαρκώνει το  ηρωικό  ιδεώδες  του
Ελληνικού λαού,  τον  άνθρωπο  που  επιλέγει την  σύντομη  και  ένδοξη  ζωή, ενώ  περιφρονεί την  μακρά - ήσυχη  και  άδοξη  ζωή.

ΑΙΕΝ  ΑΙΡΙΣΤΕΥΕΙΝ  ΚΑΙ  ΥΠΕΙΡΟΧΟΝ  ΕΜΜΕΝΑΙ  ΑΛΛΩΝ 

Έτσι  η  τιμή, το  θάρρος,  η ανδρεία, η γενναιότητα, η  περιφρόνηση  προς  τον  θάνατο, η υπόληψη, ο σεβασμός  από  την  κοινωνική ομάδα, η  υπεράσπιση  της  προσωπικής  τιμής  του, (από  εχθρούς  και  φίλους) είναι οι  υψηλές  αρετές  που  εκπροσωπεί  η  παρουσία  του Αχιλλέα.



ΑΝΑΠΑΡ. P. CONNOLLY



ΟΙ  ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ

Οι Μυρμιδόνες ήταν αρχαίος πολεμικός λαός που κατοικούσε, σύμφωνα με τον Όμηρο, τη σημερινή Θεσσαλία  και ήταν υπήκοοι του Αχιλλέα.
Σύμφωνα με άλλη παράδοση, οι Μυρμιδόνες ήταν κάτοικοι της Αίγινας.  Αυτοί δημιουργήθηκαν από το Δία, μεταμορφώνοντας σε ανθρώπους τα μυρμήγκια του νησιού, για να μην είναι μόνος εκεί ο γιος του Αιακός και  χωρίς  υπηκόους. Το μεταξύ της νοτίου Θεσσαλίας και του ποταμού Σπερχειού τμήμα της σημερινής Φθιώτιδος ονομαζόταν Αχαΐα Φθιώτις. Έλαβε το όνομα του Φθίου, γιου του Ποσειδώνα και της Λάρισας που ήταν κόρη του Πελασγού (γενάρχου των Πελασγών). Υπάρχουν αρκετά στοιχεία για προϊστορικές μετακινήσεις πληθυσμών από την Αχαΐα Φθιώτιδα και την ευρύτερη περιοχή γύρω από την Όθρυ προς τις νοτιότερες περιοχές και αντιστρόφως, κάποιοι μύθοι μαρτυρούν τέτοιες μετακινήσεις πληθυσμών.

Οι κάτοικοι της «εριβώλου Φθίης», ήταν γνωστοί ως Μυρμιδόνες, Αχαιοί και Έλληνες (ως κάτοικοι της Ελλάδας, πόλης που ίδρυσε ο Έλλην, ο γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρας).
Κάποτε με τα καμώματα του Δία εξαγριώνεται η  Ήρα και τιμωρεί την περιοχή με ξηρασία και στέλνει νερόφιδα που εξοντώνουν τον πληθυσμό. Μένει μόνον ο Αιακός που απογοητευμένος και μόνος παρακαλεί θερμά το Δία να στείλει στο νησί νέους κατοίκους. Έτσι ο Δίας μεταμορφώνει σε ανθρώπους τα μυρμήγκια που κατεβαίνουν από την ιερή βελανιδιά, στην συνέχεια βρέχει και έτσι τελειώνει η «Αιάκειος ξηρασία» και τέλος εξαφανίζονται τα νερόφιδα. Έτσι δημιουργήθηκαν οι «Μυρμιδόνες».
Εκτός από την  Αιάκειο περίοδο ξηρασίας από τη Μυκηναϊκή Εποχή και μετά, έχουν καταγραφεί αρκετές, όπως:
η Ξηρασία Φορονέως,  ίσως ήταν η παλαιότερη,
η Ξηρασία Ερεχθέως,  
η Ξηρασία Δαναού – αφού γύρισε από την Αίγυπτο – λόγω οργής Ποσειδώνα,
η Ξηρασία Αγοράς τον 8ο αιώνα π.Χ. , γι΄ αυτό υπάρχουν Ιερά  αφιερωμένα στον Όμβριο Δία (Αίγινα Αίγινα, Ακρόπολη, Υμηττό).



ΟΙ  ΠΟΛΕΜΙΚΟΙ  ΑΧΑΙΟΙ


Οι  Αχαιοί ήταν μία κοινωνία προσανατολισμένη στον πόλεμο.
 Tα πολυάριθμα αρχεία που έχουμε βρει και έχουμε διαβάσει, πινακίδες γραμμένες στη Γραμμική B' γραφή (ένα συλλαβικό σύστημα γραφής) αφορούν και σε υποθέσεις που έχουν να κάνουν με τον πόλεμο: κατάλογοι όπλων, εξοπλισμού, αλόγων, (χρησιμοποιούνταν κυρίως για να έλκουν άρματα), που ήταν δημοφιλή μεταξύ των Μυκηναίων πολεμιστών της ανώτερης τάξης, τροφίμων για τους στρατιώτες, αλλά και αγαθών που προορίζονται για εμπόριο, για τη διατροφή του πληθυσμού.  Οι καταγραφές των Μυκηναίων  είναι λεπτομερείς και θυμίζουν έντονα τις αντίστοιχες αρχειακές καταγραφές των Xετταίων και άλλων λαών της εγγύς  Aνατολής.
Mια κοινωνία που είχε στην κορυφή μία τάξη πάνοπλων πολεμιστών, υπό την κυριαρχία ενός ηγεμόνα, τον τίτλο του οποίου οι πινακίδες της Γραμμικής B' αποδίδουν ως wanax, ο άναξ των μετέπειτα ελληνικών πηγών. O ηγεμόνας αυτός - που είναι δείγμα ενός οργανωμένου, συγκεντρωτικού συστήματος εξουσίας - είναι ιδιαίτερα πλούσιος και ζει σε μία περιτειχισμένη ακρόπολη, που σε ορισμένες περιπτώσεις (Mυκήνες, Tίρυνθα) είναι ένα εντυπωσιακό φρούριο, ακόμη και με τις προδιαγραφές  μεταγενέστερων εποχών.

Η  μυκηναϊκή  τέχνη αντικατοπτρίζει αυτήν την εικόνα της πολεμοχαρούς πατριαρχικής, αλλά οργανωμένης με αυστηρά γραφειοκρατικό τρόπο, κοινωνίας. 
Σκηνές κυνηγιού, μάχης, πολεμιστές, άλογα, άρματα αποτελούν κοινά θέματα στη μυκηναϊκή τέχνη, που αντικατοπτρίζει το χαρακτήρα του λαού που την παρήγαγε και τις προτεραιότητες  που  είχε  στην  καθημερινή  ζωή  του  αυτός ο λαός: τους πολεμικούς  αγώνες,  την  αναμέτρηση, την  σωματική   και  πνευματική  υπεροχή, το ΑΙΕΝ  ΑΙΡΙΣΤΕΥΕΙΝ.   

 
Οι άτρωτοι Μυκηναίοι Έλληνες πολεμιστές.
Η πανοπλία τύπου Δενδρών
Historypoint.gr

Το οπλοστάσιο του Μυκηναίου πολεμιστή συμπλήρωνε ο βαρύς θώρακας. Οι επίλεκτοι πολεμιστές έφεραν, αρχικά, βαρύτατους θώρακες, τύπου Δενδρών – από την τοποθεσία όπου ανακαλύφθηκε σε μυκηναϊκό τάφο, στα Δενδρά της Αργολίδας. Η θωράκιση τύπου Δενδρών παρείχε εξαίρετη προστασία στον πολεμιστή που την έφερε, καθιστώντας τον εν πολλοίς άτρωτο. Αποτελείτο από δύο ημιθωράκια επί των οποίων προσαρμόζονταν και αρκετά άλλα απάρτια.
Ξεχωριστά μεταλλικά μέρη κάλυπταν τους ώμους του πολεμιστή, φτάνοντας ως το ύψος του στήθους, ενισχύοντας έτσι την αντοχή των ημιθωρακίων. Στο κάτω μέρος των ημιθωρακίων προσαρμοζόταν μεταλλικές ταινίες, μεγάλου πάχους, οι οποίες προστάτευαν τον πολεμιστή από τη μέση ως το ύψος των γονάτων. Οι δε κνήμες προστατεύονταν από χάλκινες ή δερμάτινες περικνημίδες, οι οποίες δένονταν στο πόδι με δερμάτινους ιμάντες.
Η περιοχή από την κορυφή του στέρνου ως και το πηγούνι, σχεδόν, του πολεμιστή προστατευόταν από ειδικό μεταλλικό περιλαίμιο, αρκετά φαρδύ ώστε να επιτρέπει στον πολεμιστή να στρέφει με άνεση την κεφαλή του. Κυριολεκτικά τεθωρακισμένος, ο Μυκηναίος Επέτης, επίλεκτος πολεμιστής, αποτελούσε από μόνος του μια πανίσχυρη πολεμική μηχανή, ανάλογη με τον μεσαιωνικό ιππότη.
Οι πανοπλίες τύπου Δενδρών ήταν μια καθαρά ελληνική επινόηση. Σε καμιά άλλη χώρα δεν αναπτύχθηκε, εκείνη την περίοδο, τέτοιος τύπος θωράκισης. Το καλύτερο που οι Ανατολίτες είχαν κατορθώσει να δημιουργήσουν ήταν θώρακες από μεταλλικές φολίδες ή ελάσματα, τα οποία προσάρμοζαν σε χοντρά υφάσματα. Η πανοπλία τύπου Δενδρών παρείχε μεν επαρκή προστασία από θλαστικά και νυκτικά πλήγματα, αλλά μείωνε την ευκινησία του πολεμιστή που την έφερε και το μεγάλο βάρος της, την καθιστούσε κουραστική.
Ιδιαίτερα στην ύστερη περίοδο, όπου η μάχη έγινε πιο «ρευστή», το υπόδειγμα αυτό πανοπλίας δεν ήταν πλέον χρηστικό. Για αυτό αντικαταστάθηκε. Ουσιαστικά βέβαια δεν επρόκειτο για αντικατάσταση αλλά για ελάφρυνση της. Τα δύο ημιθωράκια-εμπρόσθιο και οπίσθιο- παρέμειναν σε χρήση, συνιστώντας ουσιαστικά αυτό που σήμερα ονομάζουμε θώρακα.
Εγκαταλείφθηκαν όμως τα επώμια, το περιλαίμιο και τα δακτυλιοειδή απάρτια, που κάλυπταν το κάτω μέρος του σώματος του πολεμιστή. Ο Μυκηναίος πολεμιστής των ύστερων χρόνων ομοίαζε πολύ περισσότερο με τον οπλίτη των κλασικών χρόνων, παρά με τον Μινωίτη ή τον πρωτομυκηναίο πολεμιστή από τον οποίο προερχόταν.

Ως και τον Τρωικό Πόλεμο (μέσα 13ου αι. π.Χ.) ο βασικός τύπος πεζικού των μυκηναϊκών στρατών ήταν ο εξοπλισμένος με οκτώσχημη ή ποδήρη ασπίδα και μακρύ δόρυ (έγχος, μήκος άνω των 3μ.) στρατιώτης, που πολεμούσε ταγμένος σε βαθύ σχηματισμό, τύπου φάλαγγας. Ο τύπος αυτός πεζού εξακολούθησε να βρίσκεται σε υπηρεσία – βάσει της Ιλιάδας – και στα Τρωικά.
Τα κρατίδια της Πύλου, της Κρήτης και της Σαλαμίνας φέρονται να διατήρησαν τον παλαιό τρόπο μάχης ακόμα και στον τρωικό κάμπο. Τα λοιπά μυκηναϊκά κρατίδια όμως μετέβαλλαν τις τακτικές μάχης τους, εκτός ορισμένων τα οποία εξαρχής ακολουθούσαν μια πιο ευέλικτη τακτική μάχης. Η αιτία αλλαγής του οπλισμού και του τρόπου μάχης του πεζικού έχει σαφώς να κάνει με τις αλλαγές οι οποίες συντελέστηκαν στον οπλισμό και στις τακτικές χρήσης των αρμάτων, αλλά και στη νέα ευρύτερη θεώρηση του πολέμου καθαυτού.
Ο Αχαιός βαρύς πεζός, της περιόδου, προσέγγισε πλέον το πρότυπο του οπλίτη των κλασικών χρόνων, πολεμώντας με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των «Εκδρόμων» οπλιτών της κλασικής περιόδου. Το μακρύ έγχος αντικαταστάθηκε από ένα κοντύτερο και ελαφρύτερο δόρυ, που ήταν ικανό να χρησιμοποιηθεί και ως ακόντιο και τα μακρά ξίφη της πρώτης περιόδου έδωσαν τη θέση τους σε κοντύτερα ίσια σπαθιά μήκους λεπίδας, κατά μέσο όρο, 60 εκατοστών (υπάρχουν μεγαλύτερα και μικρότερα υποδείγματα).
Πιθανόν να διέθετε και επιπλέον ακόντια, όπως οι πρώιμοι οπλίτες των Γεωμετρικών χρόνων, τα οποία εξακόντιζε πριν την επαφή με τον αντίπαλο, πολεμώντας κατόπιν με το δόρυ και το σπαθί.
Ο Αχαιός οπλίτης της περιόδου μπορούσε τώρα να μάχεται σε κάθε τύπο εδάφους, είτε σε πυκνό σχηματισμό φάλαγγας, είτε σε χαλαρότερη τάξη, «πελταστικώς», αναλόγως του αντιπάλου και του εδάφους, όπως ακριβώς πολεμούσαν οι Έκδρομοι οπλίτες των τελών του 5ου και του 4ου αι. π.Χ. και οι Πεζέταιροι και οι Υπασπιστές του Μ. Αλεξάνδρου.
Εκτός από τα έγχη και οι οκτώσχημης και οι ποδήρεις ασπίδες αντικαταστάθηκαν από μικρότερες, στρογγυλές ή ελαφρώς ελλειψοειδείς, όπως αυτές που εικονίζονται στο περίφημα αγγείο των πολεμιστών, πρώιμα πρότυπα βοιωτικού τύπου οπλιτικών ασπίδων.
Ακριβώς αυτόν τον τύπο πολεμιστή κυρίως περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα να ακοντίζει, να ξιφομαχεί, να πλήττει με το δόρυ του. Οι μάχες στην περίοδο αυτή ήταν πολύ πιο «ρευστές» και είχαν τον χαρακτήρα ενός συνόλου ατομικών συγκρούσεων περισσότερο. Οι άνδρες πύκνωναν τους ζυγούς μόνο όταν επρόκειτο να δεχτούν επέλαση εχθρικών αρμάτων.
Στους πίσω ζυγούς μπορούσαν να λάβουν θέση και πάλι θέση τοξότες, οι οποίοι με υπερκείμενες βολές υποστήριζαν τον σχηματισμό. Αντίθετα όταν πολεμούσαν κατά πεζικού, ιδιαίτερα αν αυτό διέθετε εκηβόλα όπλα, οι Αχαιοί οπλίτες «άνοιγαν» τους ζυγούς τους, για να περιορίσουν τις απώλειες από τα εχθρικά βλήματα και πλησίαζαν τον εχθρό ταχύτητα.
Οι άνδρες των πρώτων ζυγών, που ονομάζονταν «Πρόμαχοι» (οι πρώτοι στη μάχη), έφεραν σχεδόν πάντα θώρακα-παρόμοιο με τον κωδωνόσχημο των γεωμετρικών χρόνων. Οι δε ασπίδες τους έφεραν και λαβή και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και επιθετικά.
Τον Αχαιοί οπλίτη υποστήριζαν – όπως αργότερα οι πελταστές – αποσπάσματα από συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές που πολεμούσαν «πελταστικά». Ήταν κυρίως τα αποσπάσματα με άνδρες από ορεινές περιοχές της Ελλάδας, οι οποίες παραδοσιακά παρήγαγαν εξαίρετο ελαφρύ πεζικό.
Τέτοια τμήματα ήταν των Λοκρών, των Φωκέων , των Αιτωλών, αλλά και των Ηπειρωτών και των Πυλίων, όπως αποδεικνύεται από τις τοιχογραφίες του λεγομένου ανακτόρου του Νέστορα στην Πύλο. Οι Πύλιοι ελαφροί πεζοί εικονίζονται με κράνος, κοντό δόρυ-ακόντιο και σπαθί να τρέπουν σε φυγή ορεσίβιους βαρβάρους.
Εξαίρεση αποτελούσαν οι περίφημοι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα. Οι Μυρμιδόνες ήταν επίσης οπλισμένοι, με στρογγυλή ασπίδα, δόρυ, ακόντιο και σπαθί. Κράνη και θώρακες έφεραν σίγουρα οι Πρόμαχοι. Οι Μυρμιδόνες ήταν επίλεκτο τμήμα, όχι γιατί έφεραν πρωτοποριακά για την εποχή όπλα, αλλά λόγω της επιθετικής τακτικής που χρησιμοποιούσε. Πολεμούσαν όπως και οι λοιποί Αχαιοί οπλίτες, αλλά αιφνιδίαζαν τον αντίπαλο με την ορμή τους., στηριζόμενοι στην ταχεία, ορμητική επίθεση για να διασπάσουν τους αντιπάλους.
Αν οι τελευταίοι δεν διέθεταν την απαραίτητη εκπαίδευση, συνοχή και ψυχραιμία ήταν βέβαιο ότι θα παρασύρονταν από την έφοδο των Μυρμιδόνων. Στην Ιλιάδα άλλωστε γίνεται εύκολα αντιληπτό το πόσο εκτιμούσαν και πόσο έτρεμαν οι Τρώες τους Μυρμιδόνες και των αρχηγό τους, τον Αχιλλέα, παρά το γεγονός ότι οι επίλεκτοι Μυρμιδόνες ήταν λίγοι – 2.500 άνδρες, βάσει της Ιλιάδας.
Ο Αχαιός οπλίτης της εποχής υπήρξε ο απευθείας πρόγονος του εξοπλισμένου με δόρυ και ακόντιο οπλίτη των Γεωμετρικών χρόνων και ο «προπάππος» των οπλιτών που έγραψαν σελίδες δόξας τον 5ο και 4ο αι. π.Χ.

ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ


1 σχόλιο :

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...