Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

"ΟΛΒΙΟΣ ΟΣ ΙΣΤΟΡΙΗΣ ΕΣΧΕ ΜΑΘΗΣΙΝ". Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ.


Ὄλβιος ὃς Ἱστορίης ἔσχε μάθησιν
Τὸ μακρὺ χέρι τῆς ἀποχῆς



 
Ἱστορικὴ ἀνασκόπησις καὶ μελλοντολογικὴ προοπτικὴ




Ὄλβιος ὃς Ἱστορίης ἔσχε μάθησιν, ἔλεγαν οἱ Ἀρχαῖοι μας∙ καὶ ἐπειδὴ σπανίως τὰ ῥητὰ τῶν Ἀρχαίων, Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων, ἀποδεικνύονται ἀναληθῆ, θὰ ἀρχίσω τὴν διήγησή μου μὲ ἀναφορὰ ἱστορικοῦ χαρακτήρος.
Θυμᾶστε τὶς ἐκλογὲς τοῦ 1961; Δὲν μπορεῖ… οἱ παλαιότεροι, δηλαδὴ ἐκεῖνοι τῆς ἡλικίας μου, θὰ τὶς θυμοῦνται σίγουρα. Ἔγιναν στὶς 29 Ὀκτωβρίου ἐκείνης τῆς ἀλησμόνητης χρονιᾶς∙ καὶ ἀμέσως μόλις δημοσιεύθηκαν τὰ ἀποτελέσματα, ὁ Γεώργιος Παπανδρέου, πατέρας τοῦ Ἀντρέα (τοῦ Andrew Papandrew κατὰ τοὺς «ὁμογενεῖς μας» στὶς Η.Π.Α.), βγῆκε καὶ δριμύτατος ἄρχισε νὰ κατηγορῇ τὸ «Παρακράτος» τῆς ἐποχῆς, συγκεκριμένα τὸ Παλάτι + τὸ Στράτευμα + τὰ Σώματα Ἀσφαλείας + τὰ «Τάγματα Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας»/Τ.Ε.Α., γιὰ «βία καὶ νοθεία». Κατήγγειλε, μὲ ἄλλα λόγια, τὸ ἐκλογικὸ ἀποτέλεσμα ὡς προϊὸν ἀλλοιώσεως καὶ ἀμέσως (: βία) καὶ ἐμμέσως (: νοθεία) τῆς ψηφοφορίας ποὺ εἶχε γίνη – καὶ συνακολούθως ἐκήρυξε τὸν -ἐπίσης ἀλήστου μνήμης- «Ἀνένδοτο ἀγώνα».
Ἂς δοῦμε τώρα τὰ ἐν λόγῳ ἀποτελέσματα – ἀριθμητικῶς: ἡ «Ἐθνικὴ Ῥιζοσπαστικὴ Ἕνωσις»/Ε.Ρ.Ε. τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ εἶχε πάρει τὸ 50,81% τῶν ψήφων∙ ἡ «Ἕνωσις Κέντρου» τῶν Γ. Παπανδρέου καὶ Σοφοκλῆ Βενιζέλου, σὲ συνασπισμὸ μὲ τοὺς «Προοδευτικοὺς» τοῦ Σπύρου Μαρκεζίνη,  τὸ 33,66% τῶν ψήφων καὶ τὸ «Πανδημοκρατικὸ Ἀγροτικὸ Μέτωπο Ἑλλάδος», δηλαδὴ ἡ Ἀριστερὰ τῆς ἐποχῆς, τὸ 14,63%[1]. Τὸ ζήτημα ποὺ ἀβιάστως τώρα προκύπτει ἔγκειται στὸ πῶς ἔγιναν οἱ ἐκλογές. Καὶ νά τὰ σχετικὰ μὲ τὴν διεξαγωγή τους:
Ἀντίθετα μὲ ὅ,τι καὶ σήμερα παραμένει πιστευτό, ἡ ψηφοφορία ἔγινε στὰ πλαίσια συστήματος ὄχι πλειοψηφικοῦ ἀλλὰ σαφῶς ἀναλογικοῦ – ἐνισχυμένου ἔστω[2]. Καὶ ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσι, ἀντίθετα μὲ τὸ πλειοψηφικό, βάσει τοῦ ὁποίου ἐνισχύονται οἱ ἤδη ἰσχυροὶ πολιτικοὶ φορεῖς, ἡ ἀναλογικὴ εὐνοεῖ τοὺς λιγότερο δυνατοὺς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους.
Στὶς ἐκλογὲς ἐκεῖνες, τοῦ 1961, ἡ ὑπὸ τὸν Γ. Παπανδρέου «Ἕνωσις Κέντρου» κατ’ἐξοχὴνεὐνοήθηκε ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς[3]. Καὶ τοῦτο ἔχει σημασία, διότι ἡ σύμπηξις αὐτοῦ εἰδικῶς τοῦ κόμματος εἶχε ἐπιτευχθῆ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1961, ἄρα λίγες μόλις ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὶς ἐκλογές[4].
Οἱ ἐκλογές, τέλος, διεξήχθησαν ἀπὸ «κυβέρνηση ὑπηρεσιακή», τὴν ὁποία ἀποτελοῦσαν κυρίως αὐλικοί, ὅπως τότε ἐλέγοντο, δηλαδὴ ἄτομα τὰ ὁποῖα περιέβαλλε ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ βασιλέως[5].
Ὅθεν νέο πρόβλημα ἐπιτέλλει στὸν ὁρίζοντα τῆς Πολιτικῆς μας Ἱστορίας. Ἀπὸ ποῦ καὶ ὡς ποῦ ὁ Γ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος, μετὰ τὰ Δεκεμβριανὰ τοῦ 1944, δὲν εἶχε παίξη κάποιον σημαντικὸ πολιτικὸ ῥόλο, ἀνεδύθη ὡς ὁ «Γέρος τῆς Δημοκρατίας», ἔχοντας ἀπὸ τὴν μιὰ τὴν ἀνενδοίαστο ὑποστήριξη τῆς –τότε- ἑλληνικῆς Ἀριστερᾶς καὶ ἀπειλώντας, ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸν  ἄνακτα μὲ «κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας»; Τὸ ἑτερόκλιτο κόμμα του εἶχε σαφῶς εὐνοηθῆ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς. Ὁπωσδήποτε εἶχε ὑπάρξη «βία καὶ νοθεία», ἀλλὰ αὐτὴ ἀφοροῦσε κυρίως στὴν Ἀριστερά, δηλαδὴ τὴν «Ἑνιαία Δημοκρατικὴ Ἀριστερὰ»/Ε.Δ.Α. καὶ τοὺς μικροὺς σχηματισμοὺς ποὺ μὲ αὐτὴν συνέπλεαν. Καὶ τὸ κυριότερο: Πῶς ἡ Ε.Δ.Α. ἐδέχθη νὰ συμπορευθῇ μαζύ του στὸν «Ἀνένδοτο Ἀγώνα» καὶ νὰ στέρξῃ στὴν οἱονεὶ ἀναγόρευσή του σὲ «Γέρο τῆς Δημοκρατίας»; Ὁ Γ. Παπανδρέου, πράγματι, ἦταν  «φίλος τῶν Ἄγγλων εἰλικρινής»[6]∙ γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ 1944, ἐφοδιασμένος μὲ σημαντικὴ ποσότητα χρυσῶν λιρῶν[7],  προωθήθη στὴν προεδρία τῆς κυβερνήσεως – μὲ σκοπό, ἐννοεῖται, νὰ πλήξῃ τὸ πανίσχυρο Κ.Κ.Ε. Αὐτὸ τὸ κατάφερε μὲ τὰ Δεκεμβριανὰ ἐκείνου τοῦ χρόνου ἀλλὰ τόσο ἀδέξια καὶ ἄτσαλα, ὥστε νὰ μπῇ ἔκτοτε «στὸ ψυγεῖο». Παρέμενε ὅμως συμπαθὴς στὰ Ἀνάκτορα[8] –καὶ αὐτὸ σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Κ. Καραμανλῆ, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὸ ὅ,τι, μετὰ ἀπὸ ὑπόδειξη τῶν Ἀμερικανῶν βέβαια, εἶχε ἀπὸ τὸν Παῦλο καὶ τὴν Φρειδερίκη προταθῆ καὶ ἐμμέσως ἐπιβληθῆ ὡς πρωθυπουργὸς τὸ 1955, παρέμενε ἀσυμπαθὴς στὴν τότε βασιλικὴ οἰκογένεια[9].
Ὁ Καραμανλῆς, πράγματι, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀνόδου στὴν ἐξουσία ἔφερε «ἡμερομηνία λήξεως». Οἱ Ἀμερικανοὶ τὸν εἴχαν ἐπιλέξη γιὰ λόγους καθαρὰ «φυλετικούς», θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ πῇ. Ὁ Κ. Καραμανλῆς ἤταν αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ μαρτυρᾶ τὸ οἰκογενειακό του ἐπίθετο: καραμανλῆς, δηλαδὴ τουρκόφωνος Χριστιανὸς ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. (Τὸ ἀρχικὸ σπίτι τῆς οἰκογενείας ἐνετοπίσθη προσφάτως σὲ πολίχνη κοντὰ στὸ Ἰκόνιο.) Στὸ πρόσωπό του συνεκέντρωνε ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν καραμανλήδων, τὰ ὁποῖα ὀρθῶς ἐκρίθησαν, ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1940, μετὰ τὸ φιάσκο μάλιστα, κατὰ τὰ Δεκεμβριανὰ  (1944), τοῦ Γ. Παπανδρέου, ὡς ζωτικῆς σημασίας καὶ γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ (καὶ ὄχι ἁπλῶς θεωρητικὴ) ἔνταξη τῆς χώρας μας στὸν Δυτικὸ συνασπισμὸ (ΝΑΤΟ κ.τ.λ.) Καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ἦταν: ἀποτελεσματικότης ὡς πρὸς τὶς πράξεις, ἀπέχθεια τῶν σκανδάλων, μία –σχετικῶς ἔστω- τιμιότης στὶς συναλλαγὲς καὶ καθὼς καὶ ἡ ἐγγενὴς σὲ αὐτόν, λόγῳ τῆς καραμανλιδικῆς καταγωγῆς του, φοβία τῶν Σλαυομακεδόνων. (Οἱ ἐγκατεστημένοι στὴν Μακεδονία καραμανλῆδες ἀντιμετωπίζοντο ἀπὸ τοὺς Σλαυομακεδόνες καὶ τοὺς Βουλγάρους ὡς στηρίγματα τῆς ἐκεῖ ὀθωμανικῆς κυριαρχίας ἀρχικῶς καὶ τῆς ἑλληνικῆς  στὴν συνέχεια.)  
Ὁ Καραμανλῆς ὅμως εἶχε ἕνα τεράστιας σημασίας μειονέκτημα: Ἦταν ἀντιπαθὴς στοὺς Ἰουδαίους![10] Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Κατοχῆς τῶν ἐτῶν 1941-1944, δὲν πῆρε μέρος στὴν Ἀντίσταση καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Τουρκία καὶ τὴν Αἴγυπτο τὸ 1944, ὅταν πιὰ ἡ ἔκβασις τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου εἶχε γίνει πασιφανής. Τὸ κυριότερο ὅμως εἶναι ὅτι ὑπῆρξε ἴσως ὁ μόνος Ἕλλην πολιτικὸς (καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους στὴν Εὐρώπη) ποὺ δὲν συμμετέσχε στὴν «νομικὴ ἀναγνώριση» τοῦ «ἐγκλήματος τῆς γενοκτονίας» καὶ τὰ σχετικὰ paraphernalia. Ἐνῶ ἤδη ἦταν ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων κατὰ τὸ 1954, ἡ ὑπογραφή του ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸ Διάταγμα ἀρ. 3091 «Περὶ κυρώσεως τῆς Συμβάσεως διὰ τὴν πρόληψιν καὶ καταστολὴν τοῦ ἐγκλήματος τῆς γενοκτονίας…» (ΦΕΚ Α΄, 250, 12 Ὀκτωβρίου 1954, σ. 2098).
Δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ ἀποκλεισθῇ τὸ ἐνδεχόμενο αὐτὴ ἡ παράλειψις νὰ ὀφείλεται σὲ λόγους τυπικούς, γραφειοκρατικοὺς ἢ καὶ νὰ εἶναι κάτι τυχαῖο∙ τὸ τελικὸ γεγονὸς ὅμως δὲν ἀλλοιώνεται… καὶ ὑποδηλοῖ κατάσταση πραγματική. Σὲ ἀντίθεση, πράγματι, μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Παπάγο πού, στὸ διάστημα τῆς πρωθυπουργίας του, ἐπέμενε νὰ συνοδεύεται, στὶς μεγάλες τελετές,  ἀπὸ «θρησκευτικοὺς ἡγέτες» τῶν Ἰουδαίων, ὁ Καραμανλῆς σιωπηρῶς μὰ σταθερῶς τοὺς ἠγνόησε καὶ ἐμμέσως ἀλλὰ δραστικῶς προσεπάθησε νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη τὸν χαρακτήρα τῆς «Ἱερουσαλὴμ τῶν Βαλκανίων» ποὺ ἡ «συμπρωτεύουσά μας» εἶχε λόγῳ τῆς ἐκεῖ ἐγκαταστάσεως σεφαραδιτῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τὴν Ἱσπανία. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἐναντίον του ἀνατρεπτικὴ δραστηριότης τῶν Παναγῆ Παπαληγούρα καὶ Γεωργίου Ράλλη, ποὺ κατέληξε στὴν περίφημο «Ἀρχικὴ Ἀποστασία», ἐκείνη τοῦ 1958[11]. Ὁ πρῶτος εἶχε ἀστεῖο ἐπώνυμο (Παπὰ-Λιγούρας), κατήγετο ὄχι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ἀλλὰ τὴν Κέρκυρα καὶ ἦταν «ἀγαπημένος μαθητὴς» τοῦ Raymond Aron, Ἰουδαίου «διεθνολόγου» τῆς Γαλλίας, τὸν ὁποῖο ὁ Henry Kissinger θεωροῦσε «δάσκαλό του»∙ ἄρα, βάσει τοῦ νομικοῦ ἀξιώματος: «τρεῖς ἐνδείξεις συνιστοῦν ἀπόδειξη», ἦταν ἀποδεδειγμένως ἄτομο ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς. Ὅσο γιὰ τὸν δεύτερο, τὸν Γ. Ῥάλλη, δὲν χρειάζεται νὰ σᾶς τὸν παρουσιάσω: Τὰ «ἔργα του» μιλοῦν ἀπὸ μόνα τους. Ἀπὸ τὴν Κέρκυρα (λόγῳ μητέρας), πάντως,  καὶ αὐτός, ἐὰν δὲν ἦταν ἀπὸ ῥίζα ἰουδαϊκή, ὁπωσδήποτε ἦταν ἐξιουδαϊσμένος.
Ὅπως καὶ νὰ εἶναι, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1961 ἡ ἡμερομηνία λήξεως, δηλαδὴ ἀποπομπῆς τοῦ Κ. Καραμανλῆ, ἤταν πιὰ πολὺ κοντά. Αὐτὸς εἶχε ἐπιτελέση τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο εἶχε προωθηθῆ στὴν πρωθυπουργία. 
Τὴν ἡγεσία τοῦ Δυτικοῦ, δηλαδὴ «Ἀτλαντικοῦ», Κόσμου ἐτρόμαζε ἡ τεραστία ἀπήχησις ποὺ εἶχε ἡ Ἀριστερὰ στὴν Ἑλλάδα: 50% τοῦ πληθυσμοῦ, δηλαδὴ ἕνας στοὺς δύο Νεοέλληνες. 

(Κατὰ τὴν προσωπική μου [καὶ ὄχι μόνον] ἄποψη αὐτὸ ὀφείλεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ὁποία παντοῦ καὶ πάντοτε συνεργάζεται οὐσιαστικῶς ἀνενδοίαστα μὲ τὰ μαρξιστικὰ καθεστῶτα[12].) 

Βάσει λοιπὸν τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἀνταρτοπολέμου τῶν ἐτῶν 1946-1949, οἱ Ἀμερικανοὶ ἐπεδίωξαν τὴν δημιουργία ὑποτυπώδους ἔστω ὁδικοῦ δικτύου, μέσῳ τοῦ ὁποίου, σὲ περίπτωση ἐπαναλήψεως τῆς «κομμουνιστικῆς ἀνταρσίας», θὰ ἤταν πιὰ δυνατὴ ἡ προώθησις μηχανοκινήτων στρατευμάτων καὶ τεθωρακισμένων ἀπὸ τὴν Νότιο Ἑλλάδα (κατὰ βάση συντηρητικὴ) στὴν Μακεδονία, ἑστία ἀναταραχῆς σταθερῆς ἂν καὶ ὄχι πάντοτε φανερῆς. Αὐτὸ ὁ Καραμανλῆς τὸ πραγμάτωσε κυρίως μὲ τὴν χάραξη τῆς Ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν-Θεσσαλονίκης, ἔργο πρωτοφανὲς στὴν χώρα μας ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς ἔπασχε λόγῳ τῆς -ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὄθωνος, πρώτου βασιλέως τῆς Ἑλλάδος- «ἐλλείψεως δρόμων».
Ὅμως… καὶ τὸ τονίζω αὐτὸ τὸ «ὅμως», ἡ τάσις του νὰ εὐνοῇτὸ ἀναλογικὸ ἐκλογικὸ σύστημα σὲ βάρος τοῦ πλειοψηφικοῦ ἐπέφερε τὴν ἀνάδυση τῆς Ε.Δ.Α., δηλαδὴ τῆς Ἀριστερᾶς, ὡς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως στὶς ἐκλογὲς τῆς 11ης Μαΐου 1958. Κατὰ συνέπειᾳ, ἐν ὄψει τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1961, τὸ Παλάτι τοῦ ἐδήλωσε κοφτὰ ὅτι ἐντάξει, ἡ ψηφοφορία θὰ διεξήγετο σύμφωνα μὲ ἀναλογικὸ σύστημα ἀλλὰ ὑπὸ τὸν στενὸ ἔλεγχο τοῦ Στρατοῦ, τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ τῶν Τ.Ε.Α. – ὅπερ καὶ ἐγένετο.
            Καὶ νά ποὺ ἀναδύεται τὸ -εὔλογο- ἐρώτημα: Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν ἀποχή;
            Μπορῶ νὰ ἔχω τὴν προσοχή σας -ἐλαφρῶς ἔστω- τεταμένη παρακαλῶ; Ἐὰν ναί, ἰδοὺ τὰ στοιχεῖα:
Α) Ὅσον ἀφορᾶ δύο ἐκλογικὲς ἀναμετρήσεις, ἐκεῖνες τῆς 11ης Μαρτίου 1946 καὶ τῆς 5ηςΜαρτίου 1950, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων ψηφοφόρων παραμένει ἕως σήμερα ἐπισήμως ἄγνωστος[13].
Β) Παραδόξως, ὑφίσταται ἐπίσημος ἀριθμὸς ἐγγεγραμμένων ὡς πρὸς τὸ δημοψήφισμα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1946, βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ὁποίου ὁ ἄναξ Γεώργιος Β΄ ξαναγύρισε στὴν Ἑλλάδα[14], καὶ ἐπετεύχθη οὐσιαστικῶς ἡ παλινόρθωσις τῆς βασιλείας στὴν χώρα μας.
Γ) Οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ὅμως τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ 1946 εἴχαν συνταχθῆ μὲ τὴν «βοήθεια» Βρεταννῶν καὶ Ἀμερικανῶν  «παρατηρητῶν», ποὺ ὅμως ἔδρασαν «ἀνεπισήμως», ἀλλὰ ἤσαν «παρόντες κατὰ τὴν ψηφοφορία» καὶ κατηγορηματικῶς ἀπέφυγαν, μετὰ τὸ τέλος αὐτῆς τῆς τελευταίας, νὰ κάνουν δηλώσεις σχετικῶς μὲ τὴν «ἐγκυρότητα τοῦ δημοψηφίσματος»[15].
Δ) Τὸ γεγονὸς τῆς παρουσίας τῶν «ἀνεπισήμων Ἀγγλοαμερικανῶν παρατηρητῶν» σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ποὺ κατεστρώθησαν ἐν ὄψει τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ 1946 δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ 1950 προκαλεῖ ὑπόνοιες  πλαστότητος τῶν ἐν λόγῳ ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἄρα ὑπάρχουν σοβαρὲς πιθανότητες τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δημοψηφίσματος (: ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς βασιλείας), συγκεκριμένα 68% ὑπὲρ αὐτῆς τῆς τελευταίας καὶ 30% κατά, νὰ ἤταν νοθευμένο∙ καὶ οἱ ὑπόνοιες νοθείας ἐντείνονται ἤ, μᾶλλον, ὀξύνονται λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἤδη ἐμαίνετο ὁ Ἀνταρτοπόλεμος, δηλαδὴ ἡ ἐμφυλία, πολεμικοῦ χαρακτήρος, σύγκρουσις, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ παλινόρθωσις τῆς δυναστείας τῶν Γλύξμπουργκ νὰ ἀποτελῇ σταθερὴ ἐπιδίωξη τῶν «φιλελευθέρων, δημοκρατικῶν Δυνάμεων τοῦ  Δυτικοῦ μπλόκ». Ἐπὶ πλέον, τὸ Κ.Κ.Ε., τὸ ὁποῖο, παρὰ τὸν Ἀνταρτοπόλεμο, παρέμενε νόμιμο, εἶχε κηρύξη καὶ πάλι ἀποχή[16].
Ε) Μόνο προσφάτως ἔγινε εὐρέως γνωστὸ τὸ ποσοστὸ τῆς ἀπὸ τὸ Κ.Κ.Ε. διεκηρυγμένης ἀποχῆς στὶς ἐκλογὲς τοῦ 1946, ἀπὸ τὶς ὁποῖες προῆλθε ἡ κυβέρνησις τῆς «Ἡνωμένης Παρατάξεως Ἐθνικοφρόνων» (γιὰ τὴν διαφθορά της ἀντιπαθὴς ἀκόμη καὶ στίς… Η.Π.Α.) ποὺ ἔκανε τὸ δημοψήφισμα  τοῦ ἰδίου χρόνου γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς βασιλείας∙ καὶ τὸ ποσοστὸ τῆς ἀποχῆς αὐτῆς ἤταν 50%! Καὶ τοῦτο ἀναγνωρίζεται μᾶλλον διστακτικῶς ἀπὸ ἱστορικὸ τῆς Ἀριστερᾶς[17] ἀλλὰ κατηγορηματικῶς ἀπὸ ἄλλον ἱστορικὸ ποὺ εἶναι δυσχερὲς ἕως ἀδύνατο νὰ θεωρηθῇ «ἀριστερός»[18].
Ὅθεν καὶ πάλι ἐπιτέλλει τὸ ἐρώτημα – ἐκ μέρους ὅσων προσεκτικῶς μὲ παρηκολούθησαν ἕως τώρα: Τί σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά;
Ἐδῶ θερμῶς παρακαλῶ ἐκείνους ποὺ συνεχίζουν νὰ μὲ διαβάζουν νὰ μὲ ἀκολουθήσουν στὴν προσπάθειά μου νὰ βαδίσω –μεταφορικῶς βέβαια!- στὰ ἴχνη τοῦ Γέρου μας τοῦ Μοριᾶ, τοῦ Καπετὰν-Θοδωράκη μας Κολοκοτρώνη, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκεῖνα τοῦ Κωνσταντίνου Παπαῤῥηγοπούλου. Καὶ αὐτό, ἐπειδὴ ὁ πρῶτος, παρὰ τὸ ὅτι (ἢ καί, μπορεῖ, ἀκριβῶς διότι) ἦταν ἀγράμματος, ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος νομικὸς ἐγκέφαλος τῆς Νεωτέρας καὶ Συγχρόνου Ἑλλάδος∙ ἐνῶ ὁ δεύτερος (ὁ ὁποῖος εἶχε βγάλη ἁπλῶς ἕνα πολὺ καλὸ γαλλορωσσικὸ Γυμνάσιο καὶ τίποτα ἄλλο πέραν ἀπὸ αὐτὸ) εἶναι – κατὰ τὴν γνώμη μου τοὐλάχιστον- ὁ μεγαλύτερος ἱστορικὸς τῆς Νεωτέρας καὶ Συγχρόνου Εὐρώπης ἀλλὰ καὶ ὁ πρῶτος ποὺ κατηγορηματικῶς ὑπέδειξε τὴν ἀρλουμπολογία ὡς βασικὴ αἰτία τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου μας. Ἔχουμε, λοιπόν, καὶ λέμε:
Ι. Ἐφόσον ἡ ἀποχὴ στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ 1946 ἤτανε 50%, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν δὲν μποροῦσε νὰ θεωρηθῇ νόμιμο.
ΙΙ. Ἐφόσον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1946 δὲν μποροῦσε νὰ θεωρηθῇ νόμιμο, οὔτε ἡ κυβέρνησις τοῦ Ντίνου (< Κωνσταντίνου) Τσαλδάρη που προῆλθε ἀπὸ αὐτὲς ἦταν νόμιμος∙ καὶ αὐτὸ βάσει τοῦ νομικοῦ ἀξιώματος ὅτι «ἀπὸ ἔκνομο ἐνέργεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθη νόμιμος κατάστασις». (Ἂς σημειωθῇ ἐδῶ πὼς μοναδικὴ ἐξαίρεσις στὸν ἀνωτέρω ἀξιωματικοῦ χαρακτῆρος κανόνα συνιστᾶ ἡ ἀρχή: «Ἐπανάστασις ἐπικρατοῦσα δημιουργεῖ δίκαιον», ἡ ὁποία ἀρχὴ ὅμως ἐφαρμόζεται μόνον σὲ περιπτώσεις ἐπαναστάσεως, δηλαδὴ ὁλοκληρωτικῆς ἀλλαγῆς, ὄχι μόνον πολιτικῆς ἀλλὰ καὶ ἰδεολογικῆς καὶ κοινωνικῆς, ἑνὸς συγκεκριμένου τόπου/χώρας. Ἐξυπακούεται ὅτι -ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμη μου- ἡ συγκεκριμένη ἀρχὴ δὲν ἐφαρμόζεται σὲ περιπτώσεις πραξικοπημάτων, κινημάτων κ.τ.λ. Ἐξ οὗ καὶ ἡ μέχρι σήμερα διαμάχη ὡς πρὸς τὸ ἐὰν τὸ καθεστὼς τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 προῆλθε ἀπὸ πραξικόπημα ἢ ἀπὸ ἐπανάσταση…)
ΙΙΙ. Δεδομένου τοῦ ὅτι ἡ κυβέρνηση τοῦ Ντίνου Τσαλδάρη δὲν ἤταν νόμιμος, οὔτε τὸ σχετικὸ μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς βασιλείας δημοψήφισμα τοῦ 1946 μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ νόμιμο.
IV. Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποτελοῦν πορίσματα ἐφαρμογῆς νομικῶν ἀξιωμάτων/κανόνων, ἄρα συνιστοῦν ἀποδείξεις καὶ ὄχι ἁπλὲς ἐνδείξεις. Εἰδικῶς ὅμως ὡς πρὸς τὸ δημοψήφισμα τοῦ 1946, τὸ σχετικὸ μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς βασιλείας, ὑφίστανται καὶ ἰσχυρὲς ἐνδείξεις ποὺ σαφῶς ἐνισχύουν τὴν ἔλλειψη νομιμότητός του, συγκεκριμένα ἡ δράσις τῶν «ἀγγλοαμερικανῶν παρατηρητῶν» καὶ κυρίως ἡ μὴ χρησιμοποίησις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ποὺ ἐν ὄψει του κατεστρώθησαν, καὶ στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ 1950. (Εἰδικὰ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μάλιστα μπορεῖ νὰ ἐκληφθῇ καὶ ὡς ἀπόδειξις [ὄχι ἁπλῶς ἔνδειξις] τῆς μὴ νομιμοποιήσεώς του.)
Καὶ νά τώρα ποὺ ἀβιάστως ἐπιτέλλει ἡ κεντρικὴ ἰδέα ἤ, ἐὰν θέλετε, τὸ «ἠθικὸν δίδαγμα» (morale) τῆς ἕως τώρα ἀφηγήσεώς μας: Ὁ Γ. Παπανδρέου, μετὰ τὶς ἐκλογὲς τοῦ 1961, οὐσιαστικῶς ἐξεβίαζε τὸ Στέμμα: «Κάντε με πρωθυπουργὸ τώρα, γιατὶ ἀλλοιῶς θὰ θέσω ζήτημα νομιμότητος τῆς ἐν Ἑλλάδι βασιλείας, δηλαδὴ θὰ ἀνακινήσω θέμα πολιτειακό». Ἐγνώριζε βέβαια πὼς οἱ ἡμέρες τοῦ Κ. Καραμανλῆ στὴν ἐξουσία ἦσαν μετρημένες∙ ὁ ἴδιος ὅμως, γεννημένος τὸ 1888  καθὼς ἤταν, δηλαδὴ πολὺ προχωρημένης ἡλικίας γιὰ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς, ἤξερε καλὰ ὅτι καὶ οἱ δικές του ἡμέρες ἦσαν πιὰ βιολογικῶς μετρημένες∙ ὁπότε ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν ἐξουσία «μίαν ἡμέρα ἀρχύτερα». Ἐπέσειε, μὲ ἄλλα λόγια, ὡς φόβητρο τὴν δημοσιοποίηση τῆς ἀποχῆς ἰδίως στὶς ἐκλογὲς τοῦ 1946, ἡ κοινοποίησις τοῦ ποσοστοῦ τῆς ὁποίας στὸν Ἑλληνικὸ Λαὸ θὰ ἐπέφερε ipso facto κατὰ τὴν νομικὴ ὁρολογία, δηλαδὴ αὐτομάτως, ἀνακίνηση ζητήματος πολιτειακοῦ. Καὶ τελικῶς τὰ κατάφερε… ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀνοχὴ ἀλλὰ μὲ τὴν ἔνθερμο ὑποστήριξη τῆς Ἀριστερᾶς, ἡ ὁποία πολὺ τὸν ἐνίσχυσε ἐκλογικῶς καὶ καθοριστικῶς συνέβαλε στὴν ἀναγόρευσή του ὡς «Γέρου τῆς Δημοκρατίας». Γιατί; Διότι ἐπίστευε ἡ τότε ἡγεσία της πὼς ὁ ἐν λόγῳ Γέρος τῆς Δημοκρατίας πραγματικῶς ἀπειλοῦσε τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖο ἡ ἑλληνικὴ Ἀριστερὰ θεωροῦσε ὡς τὸ κύριο ἐμπόδιο στὴν δική της πορεία πρὸς τὴν ἐξουσία.
Νά τὸ «Μακρὺ Χέρι τῆς Ἀποχῆς» ποὺ λέγαμε στὴν ἀρχή! Νά πῶς ἡ ἀποχὴ τοῦ 1946 κυοφόρησε τὸν «Ἀνένδοτο» τῶν ἀρχῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1960.
Τελικῶς, τίποτα δὲν πάει χαμένο… μακροπροθέσμως ὅμως.
Ὅσο γιὰ τὴν Ε.Δ.Α…., ἔ, αὐτὴ ἐπέδειξε τότε χαρακτηριστικῶς ἑλληνορθόδοξο κουτοπονηριά! Ὅταν, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Παύλου, ὁ -ἔκπτωτος σήμερα- διάδοχός του, Κωνσταντῖνος, προέτεινε στὸν ἤδη πρωθυπουργὸ Γ. Παπανδρέου τὴν νομιμοποίηση τοῦ Κ.Κ.Ε., ὁ τελευταῖος ἠρνήθη μὲ τὸ εὔλογο ἀλλὰ ἐπίσης σταθερῶς ἐντεταγμένο στὴν ὅλη νοοτροπία τῶν εὐσεβῶν Ἑλληνοορθόδοξων ἀριστεροχριστιανιστῶν ἐπιχείρημα: «Ὄχι, ἐπειδή, ἐὰν γίνῃ αὐτό, θὰ χάσω τὶς ψήφους τῶν κομμουνιστῶν»[19].
Γέρος τῆς Δημοκρατίας ὁ Γ. Παπανδρέου… καὶ μάλιστα μὲ τὶς ἐνθουσιώδεις ἐπευφημίες τῶν κομμουνιστῶν! Νά τί θὰ πῇ Ἑλλάς. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι γνωστά, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σχέσεις τοῦ Γεωργίου Παπαδοπούλου (ναί! ναί! τοῦ δικτάτορος) μὲ τὸν ἐν λόγῳ Γ. Παπανδρέου. Οἱ πατεράδες τους ἤσαν κοντοχωριανοὶ (Καλέντζι Ἀχαΐας καὶ Ἐλαιοχώρι ἐπίσης Ἀχαΐας), ὅθεν ὁ Γ. Παπανδρέου ἀποτελεσματικῶς προστάτευε τὸν μελλοντικὸ δικτάτορα κ.ο.κ.[20]  
Τελοσπάντων… καλλίτερα νὰ τὰ ἀφήσουμε αὐτὰ γιὰ ἄλλην φορά…
Καὶ μὲ τὸν Καραμανλῆ τί ἔγινε; θὰ ρωτήσουν οἱ ὀξυδερκεῖς ἀναγνῶστες μου. Τὸ ἑξῆς – σπεύδω νὰ ἀπαντήσω ἐγώ: Μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Γρηγόρη Λαμπράκη στὴν Θεσσαλονίκη (22 Μαΐου 1963), ὁ Καραμανλῆς ἀνεφώνησε τὸ περίφημο: «Μὰ ποιὸς κυβερνᾶ αὐτόν τόν τόπο;» Τὸ ποιὸς κυβερνᾶ γενικῶς καὶ ὄχι μόνο στὴν χώρα μας τὸ κατάλαβε μὲ τὴν δολοφονία τοῦ Τζὼν Κέννεντυ στὸ Τέξας (22 Νοεμβρίου 1963). Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ τότε κατενόησε ὅτι ἐρχόταν καὶ ἡ δική του σειρά, ἔφυγε στὸ Παρίσι καὶ ἔγινε μαθητὴς («ἀκροατὴς μαθημάτων» κατὰ τὴν ἐπίσημο ὁρολογία) τοῦ προαναφερθέντος Raymond Aron, δηλαδὴ τοῦ «δασκάλου» τῶν Henry Kissinger καὶ Παναγῆ Παπαληγούρα. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι γνωστά… καί, ἐὰν δὲν εἶναι, εὐκόλως γίνονται.
Ἐπιμύθιον (τὸ δεύτερο): Τίποτα δὲν εἶναι τέλειο σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ Κ. Καραμανλῆς, σὰν καραμανλῆς ποὺ ἦταν, εἶχε πολλὲς ἀρετὲς ποὺ πράγματι σπανίζουν στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Δὲν εἶχε ὅμως -ἀκριβῶς λόγῳ καταγωγῆς- τὸ τσαγανὸ νὰ ἀναφωνήσῃ, σὲ ὁριακῶς κρίσιμες περιστάσεις, ἐκεῖνο τοῦ Σπύρου στὰ νερὰ τῆς Ἀργεντινῆς: «Ἀλάργα, γιατὶ θὰ τιναχθοῦμε ὅλοι μας» ἤ, ἔστω, τὸ ἄλλο, τὸ κυριολεκτικῶς ἐμβληματικοῦ χαρακτήρος, τοῦ Γιάννη Κολοκοτρώνη: «Τὸν κακό σας τὸν καιρὸ καὶ τὸν ἀνάποδο, μουρτάτες!» Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα δὲν εἶναι παρὰ φληναφήματα…
* * *
Τί σημασία ἔχουν σήμερα ὅλα αὐτά; Αὐτήν: Τὸ ὅτι ἡ Πατρίς μας συνιστᾶ κράτος κρυπτοϊουδαϊκὸ εἶναι πασιφανὲς ἀπὸ τὴν σημαία πρῶτα-πρῶτα (καὶ μπράβο στὴν Φιλονόη μας ποὺ καθοριστικῶς συνέβαλε στὴν ἀπόδειξή του)… καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα στὴν συνέχεια (ἡμέρα «Παρασκευή», ἀρνὶ τοῦ Πάσχα, μεταμεσονύκτιος λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως κ.ο.κ.) 

Σήμερα ὅμως τὸ κράτος «μας» τείνει νὰ γίνῃ ἀπροκάλυπτα ἰουδαϊκὸ – τὸ «δυτικὸ Ἰσραήλ», ὅπως ἔλεγαν παλαιότερα καὶ κάποιοι «ψαγμένοι» φοιτητές.  
Ὅταν ὁ πρωθυπουργὸς εἶναι –κατὰ πᾶσα πιθανότητα- καταγωγῆς ὄχι ἁπλῶς ἰουδαϊκῆς μὰ ἰσραηλινῆς∙ ὅταν αὐτὸς ὁ ἐν λόγῳ πρωθυπουργὸς ἀνεδείχθη χάριν σὲ ἁπλῆ ὑπόδειξη ἀτόμου (τοῦ Ἀλαβάνου) προδήλως ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς∙ ὅταν ὁ πρόεδρος τοῦ -δῆθεν- συντηρητικοῦ κόμματος ἀποδεδειγμένως κατάγεται ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Ἰουδαίους ποὺ εἴχαν διωχθῆ ἀπὸ τὴν Σπάρτη κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ.∙ ὅταν ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ -δῆθεν- συντηρητικοῦ κόμματος ἔχει ὑποδειχθῆ ἀπὸ τὴν Μοσάντ∙ ὅταν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ δικτύου διαπλοκῆς (= διαφθορᾶς), δηλαδὴ ὁ Κ. Σημίτης, διασαλπίζει τὴν ἐξ Ἰουδαίων καταγωγή του∙ ὅταν ὁ τωρινὸς ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν συναγελάζεται μὲ δαύτους∙ καὶ ὅταν ὁ προκάτοχός του περιβάλλετο καὶ καθοδηγεῖτο ἀπὸ ὄργανα (= πράκτορες) τῶν Ἰσραηλινῶν… τότε σαφέστατο γίνεται τὸ ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμαστε δοῦλοι μέσα στὴν ἴδια μας τὴν χώρα.
Τί κάνουμε; Φρονῶ ὅτι σήμερα ἡ Ἑλλάς μας εἶναι περισσότερο ὑποδουλωμένη ἀπὸ ὁποιανδήποτε ἄλλη φάση τῆς Ἱστορίας της. Καὶ αὐτό, ἐπειδὴ ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (πρὶν ἀπὸ τὸ 1821 δηλαδή), τὰ μέρη ποὺ ἀπελάμβαναν αὐτονομία οὐσιαστικὴ καὶ ὄχι ἁπλῶς θεωρητική, τὰ νησιὰ τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν π.χ., εἴχαν κατορθώση νὰ ἀποσπάσουν τὸ δικαίωμα ἀνυψώσεως στὰ πλοῖα τους σημαίας ὄχι τουρκικῆς (ποὺ δὲν τὴν ἤθελαν) ἤ, ἔστῳ, ῥωσσικῆς (τὴν ὁποίαν ὁρισμένοι καραβοκυραῖοι ἐπίσης δὲν ἤθελαν) ἀλλὰ δική τους, ἀποκλειστικῶς δική τους, τὴν ῥαγιάδικη, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν τὰ ἑλληνομαθῆ στελέχη τῆς τουρκικῆς διοικήσεως ἢ γραικοτουρκικὴ (ὅπως αὐτὴ ἐλέγετο στὴν συντηρητικὴ Ὕδρα) ἤ ἁπλῶς γραικικὴ (ὅπως τὴν ὀνομάτιζαν οἱ περισσότερο πρόσφοροι σὲ ἐπαναστατικὰ κινήματα Σπετσιῶτες)∙ καὶ ἡ σημαία αὐτὴ εἶχε τρεῖς ὁριζόντιες λωρίδες, δύο κόκκινες ἐπάνω καὶ κάτω, καὶ μία χρώματος βαθέος κυανοῦ στὴν μέση[21].
 Ἐμεῖς, ἀγαπητοὶ ἀναγνῶστες, οὔτε κἂν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔχουμε∙ καὶ συνακολούθως εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ «ἀναγνωρίζουμε» ὡς «δικούς μας» τοὺς βαναύσους καταπιεστές μας, χωρὶς νὰ μποροῦμε –θεωρητικῶς καὶ ἀνωδύνως ἔστω- νὰ διαχωρίσουμε τὴν θέση μας ἀπὸ δαύτους.
Τί κάνουμε; Ἐδῶ θὰ ἀνατρέξω –λόγῳ βιωματικῆς ἐξοικειώσεως κυρίως- σὲ διδάγματα τῶν Προγόνων μας τοῦ ’21. Συνακολούθως, ἡ πρώτη ἀξιωματικοῦ χαρακτῆρος ἐπιταγὴ ποὺ μοῦ ἔρχεται κατὰ νοῦν εἶναι ῥῆσις ποὺ ἀποδίδεται στὸν Μέγα Ναπολέοντα καὶ ἐνθέρμως υἱοθετήθη ἀπὸ τὸν Γέρο μας τοῦ Μοριᾶ:
Ἂς ἀρχίσουμε πρῶτα νὰ βαρᾶμε καὶ μετὰ θὰ δοῦμε τί θὰ κάνουμε.
Καὶ ὅταν λέμε «βαρᾶμε», δὲν ἐννοοῦμε ἄτσαλα, στὸν «γάμο τοῦ Καραγκιόζη» ὅπως προσφυέστατα λέγεται ἀκόμη καὶ σήμερα. Καθόλου! Ψυχολογικῶς προετοιμαζόμεθα, τακτικῶς ὀργανωνόμεθα καὶ παραμένουμε διαρκῶς ἕτοιμοι, διότι -ὅπως καὶ πάλι ἔλεγε ὁ Γέρος μας- δὲν ἔχουμε κάνει «συμβόλαιο μὲ τὸν ἐχθρὸ» ὡς πρὸς τὸ πότε θὰ ἀρχίση ἡ μάχη. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κάνουμε πιὸ λιανά, «βαρᾶμε, μόλις ἀρχίση νὰ φαίνεται τὸ ἀσπράδι τῶν ματιῶν» τοῦ ἐχθροῦ.
Αὐτὰ βέβαια τώρα τὰ λέμε σὲ ἐπίπεδο καθαρῶς θεωρητικό∙ καὶ τοῦτο, διότι οὔτε ὅπλα ἔχουμε οὔτε –πολὺ περισσότερο- τὴν ψυχικὴ διάθεση τὴν ὁποία ἐπιβάλλει ἡ ἀνάληψις τῆς εὐθύνης ὁποιασδήποτε αἱματοχυσίας. Ἄρα νά καὶ πάλι ποὺ ἀναδύεται τὸ ἐρώτημα: Τί κάνουμε;
Ἔ, τώρα ἀφήνουμε τὸν Γέρο Κολοκοτρώνη καὶ προστρέχουμε γιὰ συμβουλὴ στὸν Μιαούλη, ἄριστο –παρὰ τὰ ψυχικά του μειονεκτήματα- θαλασσοπόρο καὶ ναυμάχο. Σὲ σχετικὲς ἐρωτήσεις λοιπὸν ὁ Μιαούλης μας ἀπεκρίνετο ὄχι σπετσιώτικα ἀλλὰ  ὑδραίικα, δηλαδὴ κοφτά:
Βαράω ὅθεν βολεῖ.
Καὶ αὐτὸ ἑρμηνεύεται: Παραμένοντας ἀενάως ἕτοιμος γιὰ μάχη, ἐπιτίθεμαι καὶ κτυπῶ ὅποτε καὶ ὅπου διαπιστώσω μειονέκτημα τῆς ἐχθρικῆς παρατάξεως. Ἐμεῖς ἔχουμε συνεχῶς ἀπέναντί μας τὸν ἐχθρό. Ὑπάρχει μειονέκτημα στὴν τακτική του συγκρότηση;
Βεβαίως ὑπάρχει!  Εἶναι τὸ παραμύθι τῆς «δημοκρατίας», τὸ ὁποῖο νομιμοποιεῖται μὲ τὴν δική μας συμμετοχή. Κατὰ συνέπεια, ἐκεῖνο ποὺ τώρα μποροῦμε καὶ ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ πράξουμε εἶναι νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν συμμετοχή μας σὲ αὐτὴν τὴ σταθερῶς σὲ βάρος μας τραγικὴ κωμωδία.
Ὡραῖα τὸ εἶπε ἡ Φιλονόη μας! ἂν καί, ὅπως ἐγὼ ξέρω, πρῶτος τὸ διεκήρυξε ὁ Μάρξ: «Ἐὰν οἱ ἐκλογὲς μποροῦσαν νὰ ἀλλάξουν τὴν κατάσταση, δὲν θὰ γίνονταν». Μὴ αὐταπατᾶστε λοιπόν, Συνέλληνες! Μὲ τὸ νὰ ῥίχνετε τὴν ψῆφο σας σὲ στρατηγόπουλα ποὺ θυμήθηκαν τὴν Ἑλλάδα, μόνον ἀφ’ ὅτου ἀπεστρατεύθησαν, σὲ τηλεοπτικοὺς πλασιὲ χειρογράφων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ προμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ βγῆκαν στὴν τηλεόραση μὲ τὴν «περιστερὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἐπάνω στὸ κεφάλι τους καὶ γενικῶς τοὺς παρεμφερεῖς, ἁπλῶς προσφέρετε ἄλλοθι στὸ -διευρωπαϊκὸ πιὰ- καθεστώς. «Τί θέλετε καὶ φωνάζετε;» λένε οἱ καθεστωτικοὶ στὶς Βρυξέλλες. «Νά, τὰ κόμματα ποὺ ἔχουν ταχθῆ κατὰ τοῦ συστήματος ἐλεύθερα συμμετέχουν στὶς ἐκλογὲς καὶ μάλιστα παίρνουν πολλὲς ψήφους. Ἀλλὰ βέβαια δὲν ἔχουν κερδίση τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν Λαῶν, ὥστε νὰ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα. Ἡ πλειοψηφία σταθερῶς ἐμᾶς [δηλαδὴ τοὺς καθεστωτικοὺς] θέλει».
Σᾶς τὸ ξαναλέω: Ἐκλογὲς μὲ ἀποχὴ 50% εἶναι ἄκυρες, δηλαδὴ πάσχουν νομικῶς. Καὶ ὅπως φάνηκε μὲ τὴν ὅλη ἱστορία τοῦ Ἀνένδότου:
Ἡ ἀποχὴ ἔχει μακρὺ χέρι.
Ἀντέχουμε ἐμεῖς νὰ περιμένουμε, ἔτσι, στὸ μαῦρο χάλι ὅπου τώρα εὑρισκόμεθα; Εἴμαστε κυριολεκτικῶς, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ  Vittorio Gassman στοὺς ἀλησμονήτους «Γενναίους τοῦ Μπρανκαλεόνε», senz’armatura, senza paura, senza denaro, senza cavallo, soli con Dio∙ δηλαδὴ σὲ ἐλευθέρα μετάφραση:
«Χωρὶς φόβο βέβαια, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἄλογα, χρήματα καὶ ὁπλισμό. [Εἴμαστε μόνοι μας] μὲ μόνο τὸν Θεὸ στὸ πλευρό μας».
Καὶ ὅμως… κουράγιο! Νὰ ἀντέξουμε!  Ἕνας ἀπὸ τοὺς –κατὰ τὴν γνώμη μου- μεγαλυτέρους λογοτέχνες τῆς Εὐρώπης μας, ὁ Τσέχος Γιάροσλαβ Χάσεκ, στὸ ἀριστούργημά του Ὁ καλὸς στρατιώτης Σβέικ ἔκανε τὴν ἑξῆς θεμελιώδους χαρακτῆρος πολιτικοκοινωνικὴ διαπίστωση: «Ἡ ἠθικὴ κατάῤῥευσις ὁποιουδήποτε καθεστῶτος προηγεῖται τῆς πολιτικῆς». Νομίζετε σεῖς πὼς αὐτὴ ἡ κατάστασις μὲ τὶς Πάολες, τοὺς Ψινάκηδες, τοὺς Βαρουφάκηδες, τὶς Ζωὲς καὶ τὰ ῥέστα μπορεῖ νὰ κρατήσῃ πολὺ ἀκόμα;
Ὄχι!
Καὶ μέχρι νὰ ἀρχίσῃ ἡ ὁλοκληρωτική τους κατάῤῥευσις ἐμεῖς:
ΑΠΟΧΗ!






ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] J. Meynaud μὲ τὴν συνεργασία τῶν Π. Μερλοπούλου καὶ Γ. Νοταρᾶ, Πολιτικὲς δυνάμεις στὴν Ἑλλάδα (Ἀθήνα: «Μπάυρον», 19742), σ. 111.
[2] Αὐτόθι, σ. 110.
[3] Αὐτόθι, σ. 111.

[4] Αὐτόθι, σ. 276.
[5] Αὐτόθι, σ. 112.
[6] Foreign Office Papers 476/8-248315, ὁ Sir Charles Peake, πρέσβυς τῆς Μεγάλης Βρεταννίας στὴν Ἑλλάδα, πρὸς Sir Anthony Eden, ὑπουργὸ Ἐξωτερικῶν, ἀρ. 198 (ἐμπιστευτικό), Ἀθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1954.
[7] Π. Λ. Παπαγαρυφάλλου, «Ἡ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου στὰ πλοκάμια τῆς ἀγγλικῆς διπλωματίας μέσα ἀπὸ ἀπόῤῥητα ἔγγραφά της τοῦ Β΄Παγκοσμίου Πολέμου», Ἑλληνόραμα (Θεσσαλονίκη), τεῦχος 96ο  (Σεπτέμβριος 2012), σ.18.
[8] Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος. Χωρὶς τίτλο. Συγγραφικὴ ἀρωγή: Γεώργιος Π. Μαλοῦχος, τόμ. Β΄ (Ἀθήνα: Τὸ Βῆμα, 2015), σσ. 109, 138.
[9]  Αὐτόθι, σσ. 12, 22, 27.
[10] Ἐνδεικτικῶς: Hannah Arendt, Eichmann en Jerusalén. Μετάφρασις στὰ ἱσπανικά: Carlos Ribalta (Bαρκελώνη: Debols!llo, 20052), σσ. 276-277.
[11] Λεπτομέρειες στὸ βιβλίο μου, Ἑλλάδα καὶ διεθνεῖς ἐξελίξεις, 1944-1974. Ἐπιτολή, πτώσις καὶ ἐπάνοδος τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ, Ἀθήνα: Παπαζήσης, 2019.
[12] Κωνσταντίνου Τσάτσου, Λογοδοσία μιᾶς ζωῆς, τόμ. Β΄ (Ἀθήνα: «Οἱ ἐκδόσεις τῶν Φίλων», 20002), σσ. 475-476.
[13] J. Meynaud…, Πολιτικὲς δυνάμεις στὴν Ἑλλάδα,  σσ. 78, 85.
[14] Αὐτόθι, σ. 82.
[15] Αὐτόθι.
[16] Σπ. Β. Μαρκεζίνη, Σύγχρονη Πολιτικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος (1936-1975), τόμ. Β΄, Ἀθήνα: «Πάπυρος», 1994, σ. 240.
[17] Ἀλεξάνδρου Ἀργυρίου, Μνήμης καὶ λήθης σημαντικὰ καὶ ἀσήμαντα  (Ἀθήνα: «Βιβλιοθήκη τοῦ Μουσείου Μπενάκη»,2013), σ. 127.
[18] Σπ. Β. Μαρκεζίνη, Σύγχρονη Πολιτικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος…, σ. 262.
[19] Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος. Χωρὶς τίτλο, τόμ. Β΄, σ. 109.
[20] Αὐτόθι, 119.
[21] Σημαῖες Ἐλευθερίας. Συλλογὴ Ἐθνικοῦ Ἱστορικοῦ Μουσείου (Ἀθήνα, 2014), σ. 17.



ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...