Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΚΟΠΙΑ: Η πληθυσμιακή κατάστασις εις το κράτος των Σκοπίων. Ιστορική άποψις και σημερινή πραγματικότης.

ΔΥΟ  ΑΡΘΡΑ  ΓΙΑ  ΤΑ  ΣΚΟΠΙΑ  ΠΟΥ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  
ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ  ΟΛΟΙ  ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


ΔΕΥΤΕΡΟ  ΑΡΘΡΟ


Η πληθυσμιακή κατάστασις εις το κράτος των Σκοπίων. Ιστορική άποψις και σημερινή πραγματικότης. 

Του Κωνσταντίνου Βαβούσκου
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και της Σχολής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Θράκης. Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Επίτιμος δικηγόρος των δικηγορικών συλλόγων Θεσσαλονίκης και Κομοτηνής.



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ
(Δράμα 18.11.1921 – Θεσσαλονίκη 10.02.2012)
Ο γεννημένος στη Δράμα, αλλά με καταγωγή από το Κρούσοβο, Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την οποία έλαβε πτυχίο το 1947. Με υποτροφία της ΕΜΣ, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και το Φράϊμπουρκ της Γερμανίας. Διδάκτωρ του Δικαίου του Πανεπιστημίου των Παρισίων (1952). Πρώτος Επιστημονικός συνεργάτης του νεοϊδρυθέντος Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1953-1964) και δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το 1955.Υφηγητής (1957) και καθηγητής του Αστικού Δικαίου από το 1969, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης της οποίας διετέλεσε και Κοσμήτωρ (1974-1978). Μέλος της Εταιρείας από τη δεκαετία του 1950, εξελέγη για πρώτη φορά στο Διοικητικό Συμβούλιο το 1970 και συνέχισε εκλεγόμενος για τριανταέξι χρόνια. Αναδείχθηκε Πρόεδρος της ΕΜΣ για μια τριακονταετία (1976-2006), Πρόεδρος του ΙΜΧΑ και εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Συνέγραψε πληθώρα μελετών νομικού περιεχομένου, ενώ ασχολήθηκε ιδιαίτερο ζήλο με την ιστορία της Μακεδονίας, του βόρειου ελληνισμού και κυρίως με το Μακεδονικό Ζήτημα, όπως αυτό εξελίχθηκε ως σήμερα. Συνέγραψε μελέτες, άρθρα, και ανακοινώσεις σε συνέδρια, έδωσε ποικίλες διαλέξεις σε όλο τον κόσμο υπερασπιζόμενος τα ελληνικά δίκαια.


A) Iστορικόν
Κατά τα τελευταία έτη της Τουρκοκρατίας, η σημερινή περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας, της βουλγαρικής Μακεδονίας και του κράτους των Σκοπίων απετελείτο από τρία (Τουρκικά) βιλαέτια (από τρείς νομούς) δηλ. από το βιλαέτιον Θεσσαλονίκης, το βιλαέτιον Μοναστηρίου και το βιλαέτιον Σκοπίων. Από τα τρία αυτά βιλαέτια, τα μεν δύο (δηλ. το της Θεσσαλονίκης και το του Μοναστηρίου) ωνομάζοντο «μακεδονικά», το δε τρίτον (δηλ. των Σκοπίων) «αλβανικόν». Εκ τούτων συνάγεται ότι αι τουρκικαί αρχαί εγνώριζον, αυτό το οποίον δεν θέλουν ή προφασίζονται ότι δεν γνωρίζουν οι Σκοπιανοί, ότι δηλ. εις το κράτος των, το οποίον ονομάζουν «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ένα μικρό μόνον τμήμα της (ιστορικής και πραγματικής) Μακεδονίας υπάρχει και αυτό εις το νότιον τμήμα του κράτους των, δηλ. εις το βόρειον τμήμα του τέως βιλαετίου του Μοναστηρίου. Την πόλιν του Μοναστηρίου ονομάζουν Μπίτολα, αλλά τόσον η ονομασία «Μοναστήριον», όσον και η ονομασία «Μπίτολα» είναι ελληνικαί. Ως προς μεν τη ελληνικότητα της ονομασίας «Μοναστήριον» δεν χωρεί ερμηνεία, διότι είναι αυταπόδεικτος, ως προς δε την ελληνικότητα της ονομασίας «Μπίτολα» ισχύουν τα εξής: Κατά την βυζαντινήν περίοδον η πόλις (η οποία είναι αρχαία μακεδονική ιδρυθείσα υπό του βασιλέως Φιλίππου ως Ηράκλεια η Λυγκηστίς, όπου ως γνωστόν κατέφυγεν ο νεαρός Αλέξανδρος μετά την λογομαχίαν του με τον πατέρα του Φίλιππον κατά την τελετήν των γάμων αυτού του πατρός του Φιλίππου με την ανεψιάν του στρατηγού Αττάλου Κλεοπάτραν-Ευρυδίκην) ωνομάσθη Βουτέλιον, ονομασία η οποία εχρησιμοποιείτο και χρησιμοποιείται απλοελληνικώς υπό των Ελλήνων και των (κατά τους Σλαύους κατοίκους) «γραικομάνων» κατοίκων του ως Βιτώλια, ονομασία την οποίαν οι σλαυόφωνοι (Βούλγαροι και Σέρβοι) αντέγραψαν ως «Μπίτολα».
Διοικητής των «μακεδονικών» βιλαετίων διετέλεσε κατά τα τελευταία έτη της Τουρκοκρατίας, με έδραν την Θεσσαλονίκην, ο εκτουρκισθείς Ελλην εκ της νήσου Λέσβου Χιλμή Πασάς, ο οποίος τον Μάρτιον του 1905 προέβη εις την καταμέτρησιν του πληθυσμού (δια πρώτην φοράν εις την ιστορίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό την εποπτείαν της Ρωσίας και Αυστροουγγαρίας) των δύο μακεδονικών βιλαετίων Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου.
Κατά την διενεργηθείσαν λοιπόν στατιστικήν του πληθυσμού των δύο μακεδονικών βιλαετίων Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (γνωστήν πλέον ως στατιστικήν του Χιλμή Πασά) χρησιμοποιηθείσαν ευρέως υπό των ασχοληθέντων με την ιστορίαν των Βαλκανίων [η στατιστική αύτη εδημοσιεύθη εις την εφημερίδα Ηassir (Νο 974/1904) και ανεδημοσιεύθη εις την Politische Correspondez της Βιέννης την 18 Μαρτίου 1905, εκ της οποίας την παρέλαβεν ο Paillares, L’ improglio macedonien, Paris 1907, σελ.407, ο Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonia 1897-1913, σελ.20 και σημ.63], υπήρχον εις αυτά 678.910 Ελληνες και 385,729 Βούλγαροι. Ειδικώτερον, εις μεν το βιλαέτιον Θεσσαλονίκης ευρέθησαν 395.222 Ελληνες και 207.537 Βούλγαροι, εις δε το βιλαέτιον Μοναστηρίου 261.283 Ελληνες και 178.412 Βούλγαροι (βλ. σχετικώς εμήν μελέτην, Μακεδονικός Αγών, Θεσσαλονίκη 1962, σελ.1290).
Παρ’ όλα όσα δύναται κανείς να προσάψη εις την στατιστικήν αυτήν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λόγω των διοικητικών δομών αυτής και των τεχνικών μέσων της εποχής η αλήθεια ως προς την εθνολογικήν σύστασιν της περιοχής παραμένει αναλλοίωτος. Πράγματι, οι ασχοληθέντες με το θέμα της εθνολογικής συστάσεως της Μακεδονίας κατά την τελευταίαν περίοδον της Τουρκοκρατίας συμπίπτουν με ελαφράς παραλλαγάς εις το αυτό συμπέρασμα. Ούτω ο Victor Berard (La Turquie et l’ Hellenisme Contemporain, Paris 1893, σελ.191-193), καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον των Παρισίων δημοσιεύει φυλλάδιον (εγκύκλιον) της Βουλγαρικής Εξαρχίας, εκδοθέν το1885, επί τη χιλιετηρίδι του Μεθοδίου, φωτιστού των Σλαύων, δημοσιευθέν εις την εφημερίδα Makedonski Glas Φιλιππουπούλεως, μεταφρασθέν δε υπό του «πατριωτικοτάτου εκδότου Φιλιππουπόλεως Καμαριανού και το οποίον περιέχον την επίσημον διακήρυξιν των διεκδικήσεων της Βουλγαρικής Εξαρχίας έχει ούτως: «εάν τυχόν ζητήση η Ευρώπη σήμερον να αποφανθή ο μακεδονικός πληθυσμός, να εκφρασθή εις ποίαν εθνικότητα ανήκει ημείς πολύ υποπτευόμεθα ή μάλλον είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερον μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας...,  εξαιρουμένων δύο ή τριών σαντζακίων της Βορείου Μακεδονίας οι κάτοικοι των λοιπών μερών εισίν έτοιμοι να διακηρύξωσιν εγγράφως ότι δεν είναι Βούλγαροι, ότι ανήκουσι και αναγνωρίζουσι το Ελληνικόν Πατριαρχείον ότι προτιμώσι τα ελληνικά σχολεία και τους Έλληνες διδασκάλους». Άλλωστε ο αυτός Βérard έγραψεν ότι το 1864 το παν εις την Μακεδονίαν ήτο Ελληνικόν. Ακόμη παλαιότερον το 1715 ο Γάλλος ιησουΐτης Souciet ωνόμαζε την Μακεδονίαν εκλεκτόν διαμέρισμα της Ελλάδος. Ο Σέρβος Jovan Cvijic (La peninsule balkanique ; Paris 1918, σελ. 156) το 1918 έγραφε ότι οι Ελληνες κατοικούσαν εις πυκνάς μάζας τας κοιλάδας του Έβρου μέχρι την Αδριανούπολιν και επέκεινα, ως επίσης και τα βόρεια της Ροδόπης, και εδέσποζον εις την παραλίαν του Βοσπόρου και πέραν του Δουνάβεως. Η Τουρκία άλλωστε διά του άρθρου 10 του φιρμανίου της 10ης Μαρτίου 1870, διά του οποίου ανεγνώρισε την βουλγαρικήν Εξαρχίαν εξήρεσε ρητώς τας πόλεις Φιλιππούπολιν μετά των γύρωθεν Μονών, Βάρναν, Αγχίαλον, Μεσημβρίαν μετά είκοσι χωρίων επί του Ευξείνου Πόντου, ως και τινά χωρία του Σαντζακίου Σλίμης και Στενημάχου, των οποίων ανεγνώριζε την αναμφισβήτητον ελληνικότητα (βλ. συνομολογούντα ταύτα Constantin Jirecek, Geshichte der Bulgaren, Prag 1876, σελ. 559).
Σημειωτέον ότι η Φιλιππούπολις ήτο καθαρώς ελληνική πόλις, διότι ο πρώτος Βούλγαρος, ονόματι Τσαλίκωφ, εγκατεστάθη εις αυτήν το 1815 και το 1859 υπήρχον μόνον 15 βουλγαρικαί οικογένειαι, αι οποίαι ήλθον από βουλγαρικά χωρία του Αίμου κατά τας αρχάς του ΙΘ΄αιώνος, ως διεπίστωσεν ο τότε Μητροπολίτης Φώτιος (και αργότερον Οικουμενικός Πατριάρχης) εις την ιστορίαν του περί Φιλιππουπόλεως (Εμμανουήλ Γρηγορίου, Έλληνες και Βούλγαροι, ΕΜΣ, εκδ. β΄. Θεσσαλονίκη 1954, σελ. 97 εν τελ.).
Και επισήμως, εις το συνέδριον του Βερολίνου, κατά την συνεδρίαν της 19ης Ιουνίου 1978, ο κόμης του Salisbury, εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρετανίας, εδήλωσεν, ως προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά του γαλλικού Υπουργείου των Εξωτερικών, ότι «η Μακεδονία και η Θράκη είναι τόσον ελληνικαί όσον και η Κρήτη»(Documents diplomatiques francais; Affaires d’ Orient ; Congrès de Berlin 1878, Paris MDCCCCLXXXVIII, Prot. No 3, séance du 19 juin 1878, σελ 85).
Εάν ληφθή υπ’ όψιν και η πολιτιστική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου εν γένει (δηλ. ανεξαρτήτως γλώσσης) τότε η υπεροχή του Ελληνισμού εις τα δύο βιλαέτια είναι καταφανής. Ειδικώτερον, ως προς το βιλαέτιον Μοναστηρίου, ο σύγχρονος Σκοπειανός ιστορικός Κrste Bitoski (Dejnosta na Pelagoniskata Mitropolija 1878 – 1912, Σκόπια 1968, σελ. 35 – 43) γράφει: κατά τους εκκλησιαστικούς αγώνας του το Μακεδονικόν Έθνος δεν θα έλθη αντιμέτωπον με Έλληνας τινάς, αλλά κυρίως με τους βλαχογκραικομάνους κατευθυνομένους υπό της ελληνικής εκκλησίας. Οι Βλάχοι ούτοι, κατά πλειοψηφίαν φανατικοί γκραικομάνοι βαθμιαίως καθίστανται η κυρία δύναμις παρά το πλευρόν της Μητροπόλεως Πελαγονίας διά την προώθησιν της Μεγάλης ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία της πόλεως Μοναστηρίου κατά τα μέσα του 19ου αιώνος ήσαν εις ελληνικάς χείρας. Ο Bitoski αναφέρεται μόνον εις την περιοχήν Μοναστηρίου, δηλ. εις την περιοχήν της Μητροπόλεως Πελαγονίας, αγνοεί όμως ότι και εις τας λοιπάς μητροπόλεις, όπως της των Πρεσπών και Αχριδών με έδραν το Κρούσοβον, το πάν, πλην μιάς μικράς μερίδος Βουλγάρων εις τα βόρεια, ήτο ελληνικόν. Ως προς την Αχρίδα ο Constantin Jirecek, ο οποίος υπήρξεν Υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού Πριγκηπάτου (Geshichte der Bulgaren, ενθ.αν., σελ. 211) γράφει ότι η Αχρίς από του 12ου αιώνος υπήρξε το προπύργιον του Ελληνισμού. Εις το Κρούσοβον εξ άλλου όλα τα σχολεία (4 δημοτικά, ημιγυμνάσιον, αρρεναγωγείον, παρθεναγωγείον) ήσαν ελληνικά, ως και όλα τα σχολεία της Πελαγονίας (Μεγάροβον, Τύρνοβον, Γκόπεσι, Νικόπολις, Αχρίς, Μηλόβιστα κ.λ.π.).
Η περιοχή Μοναστηρίου μόνον είχε 284  ΕΛΛΗΝΙΚΑ  σχολεία [μεταξύ αυτών εν γυμνάσιον (έν από τα έξι λειτουργούντα εις την Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν), 20 ελληνικά σχολεία, 22 σχολεία θηλέων, 58 δημοτικά σχολεία, 158 αλληλοδιδακτικά και 27 νηπιαγωγεία).

Επί τούτοις το Κρούσοβον, ως ελέχθη, είχεν ημιγυμνάσιον, 4 δημπτικά σχολεία, εν αρρεναγωγείον, εν περθεναγωγείον. Αργότερον η ευρυτέρα περιοχή των δύο βιλαετίων απέκτησεν 6 γυμνάσια (Μοναστηρίου, Κοζάνης, Τσοτυλίου, Σιατίστης, Θεσσαλονίκης, Σερρών), ιερατικήν Σχολήν και διδασκαλείον Μοναστηρίου, 9 ημιγυμνάσια (εις Κρούσοβον, Μεγάροβον, Καστορίαν, Εδεσσαν, Γευγελήν, Στρώμνιτσαν, Μελένικον, Βέροιαν, Σέρρες), 27 Παρθεναγωγεία, 21 αρρεναγωγεία, 2 Οικοκυρικάς σχολάς, 14 αστικάς σχολάς, υποδιδασκαλείον αρρένων και θηλέων, εμπορικήν και νυκτερινήν σχολήν (Θεσσαλονίκης) και 130 νηπιαγωγεία (βλ.λεπτομερέστερον εμήν μελέτην «Η συμβολή του ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της νεωτέρας Ελλάδος», ΙΜΧΑ 1959, σελ.1238 επ.). Άλλωστε σύγχρονος Άγγλος καθηγητής ο Douglas Dakin (ενθ.αν. σελ. 116) γράφει ρητώς ότι η υπεροχή του Μακεδονικού Ελληνισμού ωφείλετο και στα ανθούντα σχολεία του. Σημειωτέον μάλιστα ότι μεταξύ των ετών 1877 – 1887, λόγω του βουλγαρικού σχίσματος, ο Μακεδονικός Ελληνισμός ετριπλασίασε τον αριθμόν των σχολείων από 102 εις 333 και των μαθητών (από 4.639 εις 18.451), γεγονός όπερ ο μνημονευθείς Bérard απεκάλεσε (effort vraiment gigantesque) προσπάθειαν όντως γιγαντιαίαν.
Το 1903, κατά το περιοδικόν «Ελληνισμός», «κατά τας αμερολήπτους στατιστικάς της Πύλης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τοις δυσί βιλαετίοις Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης λειτουργούσι 984 σχολεία μετά 58.000 μαθητών».

Ο Pailliares (ενθ.αν. σελ. 420 – 421) γράφει ότι το 1907 υπήρχον 998 σχολεία με 59.640 μαθητάς. Έτσι εξηγείται και η προσπάθεια των Βουλγάρων να αρπάξουν τους ναούς και τα σχολεία του Μακεδονικού και Θρακικού Ελληνισμού. Η Εκκλησιαστική Αλήθεια (όργανον του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της 14ης Ιανουαρίου 1910 γράφει σχετικώς «τριακόσιοι περίπου ορθόδοξοι ναοί και πάμπολλα σχολεία εν τη Μακεδονία και Θράκη διαμφισβητούνται σήμερον υπό του βουλγαρικού σχίσματος τη ενόχω δε ανοχή ενίων κατά τόπους κυβερνητικών αρχών τινές μεν των εν λόγω εκκλησιών διηρπάγησαν τινές δε ευρίσκονται κεκλεισμένοι». Ενόψει όλων αυτών ο Καλοστύπης (Ι. Καλοστύπη, «Μακεδονία, ήτοι μελέτη οικονομολογική, γεωγραφική, ιστορική και εθνολογική», Αθήνα 1886) το 1886 γράφει ότι «ουδεμία επαρχία μη ελευθέρα έχει τα σχολεία της Μακεδονίας ουδ’ ακμαιότερον τον ζήλον προς τον ακάματον εκπολιτευτικόν αγώνα υπέρ της διαδόσεως της ελληνικής γλώσσης, παιδείας και αγωγής εν φρονήματι και ενθουσιασμώ, ον μόνον ο εξ αυτοψίας αντιληφθείς δύναται προσηκόντως να εκτιμήση και θαυμάση». Μεγαλυτέρα όμως απόδειξις της υπεροχής του Μακεδονικού Ελληνισμού είναι η ελληνοβουλγαρική συμφωνία της 11ης Μαρτίου 1212 η συναφθείσα εις Κωνσταντινούπολιν, επτά μήνας προ του πολέμου του 1912. Αυτή συνήφθη μεταξύ εκπροσώπων του εθναρχικού Συμβουλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των αντιστοίχων της Βουλγαρικής Εξαρχίας ενόψει των εκλογών, αι οποίαι προεκηρύχθησαν διά το υπό του Τουρκικού Συντάγματος του 1908 ιδρυθέν κοινοβούλιον.
Ως εκπρόσωποι αυτών μετέσχον εκ μέρους του εθναρχικού Συμβουλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου οι Κωνσταντινίδης, τέως βουλευτής Κωνσταντινουπόλεως, Λιμαράκης και Καζανόβας και εκ μέρους του αντιστοίχου Λαϊκού Συμβουλίου της Βουλγαρικής Εξαρχίας οι Παντζώφ, βούλγαρος βουλευτής Σκοπίων εις την Τουρκικήν βουλήν, Χρίστωφ και Ντίνωφ.
Κατά την συμφωνίαν αυτήν οι Έλληνες, εις τα δύο Μακεδονικά βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου, θα ελάμβανον τελικώς δέκα έδρας και οι Βούλγαροι τρεις. Ως προς την Θράκην, κατά την αυτήν συμφωνίαν, οι Έλληνες θα ελάμβανον όλας τας έδρας (δηλ. και τας εννέα), αλλά προς ικανοποίησιν των Βουλγάρων παρεχωρήθη μία έδρα εις αυτούς, ώστε να υπάρξη και βουλγαρική κοινοβουλευτική εκπροσώπησις εις την Τουρκικήν Βουλήν ως προς την Θράκην. Τοιουτοτρόπως, η τελική απόφασις ως προς την Θράκην υπήρξεν οκτώ Έλληνες και εις Βούλγαρος (8–1). Την απόφασιν ταύτην εσχολίασεν και η ημιεπίσημος εφημερίς Dnevnik της Σόφιας ως σύμφωνον προς την επίσημον στατιστικήν του πληθυσμού (Charles Vellay, L’ irrédentisme hellénique, Paris 1913, σελ. 101 – 103, Colocotronis, La Macedoine et l’ Hellénisme, Paris 1919, σελ. 615,616, ένθα και σχετικαί λεπτομέρειαι).
Η συμφωνία αυτή ωφείλετο εις την επελθούσαν το 1909 πολιτικήν μεταβολήν εις την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν, συνέπεια της οποίας υπήρξε και η μεταβολή του (τουρκικού) εκλογικού νόμου. Πράγματι, εισήχθη νέος τρόπος εκλογής εκπροσώπων εις την Οθωμανικήν Βουλήν, ήτοι αντί εκλογής κομμάτων ή και βουλευτών ανεξαρτήτως κομμάτων ωρίσθη να γίνη η εκλογή κατά θρησκείας, δηλ. να δοθή ωρισμένος αριθμός εδρών εις τους Χριστιανούς, ωρισμένος εις τους Μουσουλμάνους και ούτω καθ’ εξής. Επειδή όμως Χριστιανοί ήσαν και οι Έλληνες και οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι κ.λ.π. θα εγεννάτο θέμα εσωτερικής διανομής μεταξύ αυτών των Χριστιανών, Μουσουλμάνων κ.λ.π. του όλου αριθμού των Χριστιανών ή Μουσουλμάνων κ.λ.π. βουλευτών.
Η σπείρα της ιστορίας. Φίλιπποι (Ν. Καβάλας)
Εν όψει τούτων επήλθεν αναγκαστικώς προσέγγισις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ώστε να καθορισθεί εκ των προτέρων ο αριθμός τον οποίον θα ελάμβανον ως Χριστιανοί οι Έλληνες και οι Βούλγαροι. Οι Βούλγαροι υπερήσπιζον πάντοτε την άποψιν ότι ήσαν οι πλειοψηφούντες διότι κατέτασσον εις την παράταξίν των πάντας τους Σλαυοφώνους, δηλ. και αυτούς ακόμη τους οποίους οι ίδιοι απεκάλουν «γκραικομάνους» (δηλ. ελληνομανείς). Εν προκειμένω είναι σαφής η δήλωσις του Γραμματέως της βουλγαρικής εμπορικής αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης Μαρκώφ προς τον Paillarès (ενθ.αν., σελ. 67), καθ’ ήν «Δι’ όλους ημάς όσοι ομιλούν βουλγαρικά είναι ημέτεροι είτε είναι εξαρχικοί, πατριαρχικοί, καθολικοί ή διαμαρτυρόμενοι». Αυτοί όμως παρ’ όλα ταύτα ήσαν Έλληνες και μάλιστα φανατικοί [οι Βούλγαροι, ως ελέχθη, τους απεκάλουν ελληνομανείς (γκραικομάνους)] και χαρακτηριστική είναι η περί αυτών κρίσις του Ρώσου καθηγητού Golubinski (Υπομνήματα επί της ιστορίας της βουλγαρικής, σερβικής, ρουμανικής ορθοδόξου εκκλησίας, Μόσχα 1871) καθ’ ην «οι δήθεν αυτοί Έλληνες έτρεφον εναντίον παντός ότι ήτο βουλγαρικόν ή σλαβικόν μίσος πλέον αδυσώπητον και περιφρόνησιν πλέον έντονον απ’ όσην έτρεφον κατ’ αυτών οι πραγματικοί έλλληνες», αλλά και του μνημονευθέντος Χιλμή Πασά προς τον Paillares (ενθ. αν., σελ.67) ο οποίος παραθέτει όλην την μετ’ αυτού συζήτησινπερί της ελληνικότητος των σλαυοφώνων. 

Σημερινή εικόνα του Μοναστηρίου
Εν όψει των ήδη εκτεθέντων, επί Τουρκοκρατίας, ουδαμού ανεφέρθησαν «Μακεδόνες» σλαυικού τύπου, αλλά μόνον Βούλγαροι. Οσάκις ανεφέρετο υπ’ αυτών η λέξις «Μακεδονία», «Μακεδών» κλπ ανεφέρετο υπό έννοιαν προσχηματικήν, δηλ. προς συγκάλυψιν της βουλγαρικής ιδιότητος και πραγματικότητος. Ούτω πως εις την περίπτωσιν της ΕΜΕΟ (Εθνική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωσις), η οποία συνήλθεν εις την Θεσσαλονίκην το 1893 και η οποία θεωρείται υπό των Σκοπιανών ως η απόδειξις της υπάρξεώς των και της δράσεώς των ως «Μακεδόνων», πρόκειται περί καθαρώς βουλγαρικής εντέχνου προκαλύψεως προς παραπλάνησιν του εγχωρίου πολυγλώσσου πληθυσμού. Περί αυτών ουδεμία υπάρχει πλέον αμφιβολία, διότι ο πρώτος εκλεγείς πρόεδρος αυτής της ΕΜΕΟ Kriste Tatarchief ωμολόγησε σαφώς τούτο γράφων εις ανύποπτον χρόνον [Ανώνυμος εργασία Ινστιτούτου ιστορίας της βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών «Το Μακεδονικόν ζήτημα» (Νοέμβριος 1968) κατά μετάφρασιν ΙΜΧΑ (Μάϊος 1969, σελ.38)], ότι «εσκέφθημεν ότι μία αυτόνομος Μακεδονία θα ηδύνατο ευκολώτερον να ενωθή με την Βουλγαρίαν». Εξ άλλου εις το μνημόνιον, το οποίον η ΕΜΕΟ υπέβαλεν εις την συνδιάσκεψιν των Παρισίων την 1ην Μαρτίου 1919 γίνεται λόγος δια τον βουλγαρικόν χαρακτήρα του Ήλιντεν [ως προς τον βουλγαρικόν χαρακτήρα του ΄Ηλιντεν επαναλαμβάνω την περί αυτού κρίσιν της γαλλικής πρεσβείας Σόφιας, η οποία με τηλεγράφημά της από 13ης Αυγούστου 1903 προς το γαλλικόν Υπουργείον Εξωτερικών πληροφορεί ότι «είναι απολύτως βέβαιον ότι εκείνο το οποίον θέλει το βουλγαρικόν κομιτάτον με το πρόγραμμα “η Μακεδονία εις τους Μακεδόνας” είναι να δοθεί η Μακεδονία εις τους Βουλγάρους» (Ministere dew affaires etrangeres. Documents diplomatiques 1912. Paris MDCCCCIII, No 13)] και δια το ότι το βαθύ εθνικόν αίσθημα έκλινε βεβαίως προς την προσχώρησιν εις το βουλγαρικόν κράτος. Οι ηγέται της οργανώσεως επεχείρησαν να προσφέρουν εις το περιπεπλεγμένον αυτό ζήτημα λύσιν πρακτικήν επιτρέπουσαν δια της εξεγέρσεως την επίτευξιν του σκοπού, να προκαλέσουν την παρέμβασιν των ευρωπαϊκών δυνάμεων δια να πιέσουν την Τουρκίαν να παραχωρήση εις την Μακεδονίαν το δικαίωμα αυτονομίας (βλ.La Macedoine, Recueil de documents et materiaux, εκδ. Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, Σόφια 1980, σελ.679 επ.).

Β) Σημερινή κατάστασις

Σημερινή εικόνα της πόλης των Σκοπίων
Μετά την ίδρυσιν του κράτους των Σκοπίων, ως ομοσπονδιακού μέλους της Γιουγκοσλαυικής Λαϊκής Συνομοσπονδίας το 1944 (βλ. μελέτες μου εν ΤΟΛΜΩΝ προηγούμενα τεύχη) έλαβε χώραν η γιουγκοσλαυική στατιστική του 1948. Κατ’ αυτήν το σύνολον του Σκοπειανού κράτους ανήρχετο εις 1.152.986 κατοίκους εν γένει. Ειδικώτερον κατεμετρήθησαν 788.889 «Μακεδόνες», 197.433 Αλβανοί, 95.987 Τούρκοι, 1013 Ελληνες, 890 Βούλγαροι και 9.508 Βλάχοι. Επικολούθησε Δευτέρα στατιστική δια το κράτος των Σκοπίων, αυτήν την φοράν μετά την ανεξαρτοποίησιν αυτού εκ της διαμελησθείσης Γιουγκοσλαυίας. Κατά την στατιστικήν ταύτην, την οποίαν εδημοσίευσεν και η γερμανική εφημερίς Die Welt, το σύνολον των κατοίκων του Σκοπειανού κράτους ανήλθεν εις 2.033.964. ειδικώτερον κατεμετρήθησαν 1.314.283 «Μακεδόνες», 427.313 Αλβανοί και 97.416 Τούρκοι. Δεν αναφέρονται πλέον Ελληνες και Βλάχοι άξιοι λόγου.
Η στατιστική αυτή εδημιούργησεν ωρισμένα προβλήματα: Απεκάλυψεν αύξησιν των «Μακεδόνων», εν συγκρίσει προς την προηγουμένην στατιστικήν του 1948 (δηλ. εντός 43 ετών) κατά 525.394, δηλ.κατά 66,6%, αύξησιν των Αλβανών κατά 229.880, δηλ. κατά 116,4% και αύξησιν των Τούρκων κατά 1428, δηλ. κατά 1,49%. Ιδιαιτέρως τονίζω το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι εν γένει (δηλ.Αλβανοί και Τούρκοι και λοιποί) ανέρχονται εις 564.242, ήτοι 427.313 Αλβανοί, 97.416 Τούρκοι και 39.513 λοιποί. Οι Αλβανοί διεμαρτυρήθησαν δια τον λόγον ότι η μνημονευθείσα τελευταία στατιστική διαχωρίζει αυτούς εις Αλβανούς και Τούρκους ενώ όλοι κατ’ αυτούς, είναι Αλβανοί ομόθρησκοι δηλ. Μουσουλμάνοι.. ΄Αλλωστε ο πρόεδρος της Αλβανίας Μπερίσια κατά την επίσημον επίσκεψίν του εις τα Σκόπια την εποχήν εκείνην εδήλωσεν ότι οι Αλβανοί ανέρχονται εις το 40% του πληθυσμού των Σκοπίων, δηλ. περίπου εις 500.000 κατοίκους. Σημειωτέον ότι οι Βούλγαροι επανειλημένως δια του ραδιοφωνικού σταθμού της Σόφιας ανήγγειλον ότι εις το κράτος των Σκοπίων υπάρχουν 1.200.000 Βούλγαροι, οι δε Σέρβοι ότι εκεί υπάρχουν 200.000 εξ αυτών.

Ο Πέτρος Παπαγεωργίου (1859-1914)
Άξιον παρατηρήσεως είναι ότι η γιουγκοσλαυική στατιστική του 1981 (επί ενιαίας Γιουγκοσλαυίας) αναφερομένη μεταξύ άλλων και εις την περιοχήν του σημερινού κράτους των Σκοπίων [γνωστήν τότε ως περιοχήν Αξιού (Vardarska Banovina)] καταγράφει ως προς τον δείκτην γεννητικότητος ότι η γεννητικότης κατά τετραγωνικόν χιλιόμετρον είναι ως προς μεν τους Αλβανούς (περιοχή Κοσσόβου) 145,5 πρόσωπα, ως προς δε τους «Μακεδόνες» 74,2 πρόσωπα (η τελευταία ένδειξις αναφέρεται εις «Μακεδόνας» μαζί με τους Αλβανούς). Εκ τούτων προκύπτει ότι εις το μέλλον οι Σλαυόφωνοι «Μακεδόνες» θα ευρεθούν εις λίαν δυσχερή θέσιν ενώπιον της μεγάλης γεννητικότητος των Αλβανών, οι οποίοι, αν συνεχισθή αυτή η κατάστασις θα αποκτήσουν την πλειοψηφίαν του όλου πληθυσμού των Σκοπίων.
Εν όψει πάντων τούτων γεννά ται το ερώτημα: Τί απέγιναν οι ελληνικοί πληθυσμοί οι οποίοι ανεφέρθησαν προηγουμένως (Έλληνες και «γκραικομάνοι»); Φωνάζουν οι Σκοπιανοί δια την ύπαρξιν 1.000.000 «Μακεδόνων» Σκοπιανών εις την ελληνικήν Μακεδονίαν [Σιδηρόπουλος, τηλεοπτικόν δίκτυον Αυστραλίας (B.S.) και ιερεύς Νικόδημος Τσακνιάς εις το αυτό δίκτυον της 26.3.1993], χωρίς να αισθάνονται το γελοίον της φωνασκίας των, δεν ομιλούν όμως δια τους Έλληνας (και «γκραικομάνους») δια τους οποίους, ως ανεφέρθη ήδη οι ίδιοι ωμίλουν. Εις το Μορίχοβον επί 27 σλαυοφώνων χωρίων, τα 24 ήσαν ελληνικά και εξ αυτών προήλθον μεγάλοι μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί. Εκ της όλης περιοχής προήλθον διάσημοι προσωπικότητες εις τον πνευματικόν, πολιτικόν και εργασιακόν χώρον της Ελλάδος (π.χ. οικογένεια Μόδη). Ιδιαιτέρως αναφέρομαι εις τον πνευματικόν κόσμον [ο οποίος ανεπτύχθη εις τα μνημονευθέντα ήδη σχολεία της Μακεδονίας τα οποία δυστυχώς οι φίλοι μας(!) Σέρβοι έκλεισαν (ως και τους ναούς) μετά την συνθήκην του Βουκουρεστίου, δια της οποίας κατέστησαν κυρίαρχοι του χώρου, ο οποίος σήμερον ανήκει εις το κράτος των Σκοπίων] ο οποίος υπηρέτησεν εις τον πνευματικόν χώρον της Ελλάδος.

Ο Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956)

Εκ Κρουσόβου κατήγετο ο πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών (1891-93) Ιωάννης Πανταζίδης, οι καθηγηταί του αυτού Πανεπιστημίου Πέτρος Παπαγεωργίου (της Φιλοσοφικής Σχολής) και Αλέξανδρος Σβώλος (της Νομικής Σχολής), ο οποίος διετέλεσε και πρόεδρος της ΠΕΕΑ. Ο αδελφός του Πέτρου, Παπαγεωργίου Φιλώτας, διετέλεσεν αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας. Εκ του Κρουσόβου επίσης κατάγονται οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γ.Νιτσιώτας (της Πολυτεχνικής Σχολής), Αντ. Αιμίλ.Ταχιάος (της Θεολογικής Σχολής) και Δ.Τάχος (της Νομικής Σχολής, εις ην ως και εις την Νομικήν Σχολήν Πανεπιστημίου Θράκης υπηρέτησα και εγώ αυτός). Εκ Μοναστηρίου κατήγετο ο καθηγητής Ι. Σόντης (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών) ο οποίος διετέλεσε και Ακαδημαϊκός. Εκ Γκόπεσι ο καθηγητής της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δ. Σόντης, ο οποίος διετέλεσε και Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος. Εκ Νιζοπόλεως ο των τελευταίων ετών πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών Πέτρος Γέμτος. Εξ άλλου εκ της Αχρίδος κατήγετο ο προεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Αλέξανδρος Δήμιτσας και ο διευθυντής του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης της Τραπέζης της Ελλάδος Παπακωνσταντίνου και η σειρά των διπλωματών της οικογενείας Πηχεών. Πρόξενος της Ελλάδος εν Μοναστηρίω διετέλεσεν ο πατήρ του γνωστού δικηγόρου Θεσσαλονίκης Χριστοφόρου Νάλτσα εκ Κρουσόβου και ο Χαρ.Λέκας. Οι δύο τελευταίοι ήσαν ιδρυταί της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Εκ Κρουσόβου και ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Κατσουγιάννης κλπ.-


ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ



Διαβάστε επίσης: ΣΚΟΠΙΑ (ΠΓΔΜ): ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.