Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΝΤΙΟΣ, Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ, ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΙΝΙΞΜΠΕΡΓΚ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΠΡΩΣΙΑΣ.



O Ιμμάνουελ Καντ [Immanuel Kant, γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1724 στο Κένιξμπεργκ της Πρωσίας (που σήμερα ονομάζεται Καλίνινγκραντ και ανήκει στη Ρωσία) και πέθανε στο Κένιξμπεργκ στις 12 Φεβρουαρίου του 1804] ήταν Γερμανός φιλόσοφος και επιστήμονας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και φιλοσόφους όλων των εποχών, και ο μεγαλύτερος της νεότερης εποχής. Στην ελληνική γλώσσα το όνομά του παλαιότερα αποδιδόταν (και  πολύ  σωστά)  ως Εμμανουήλ Κάντιος.

Ό,τι υπήρξε ο Αθηναίος σοφός Σωκράτης  για την αρχαία φιλοσοφική σκέψη –λέγουν– αυτό είναι και ο Kant για τη νεώτερη: ένα μοναδικό στο ύψος του ορόσημο. Και χωρίζουν την αρχαία φιλοσοφία σε τρία κεφάλαια: προσωκρατική, σωκρατική, μετασωκρατική· τη νέα σε άλλα τρία: προκαντιανή, καντιανή, μετακαντιανή.— Ε. Π. Παπανούτσος
Παρά το περιορισμένο της μέγεθος η πραγματεία:  "Για την αιώνια ειρήνη" αφήνει ακόμη και τον απληροφόρητο αναγνώστη να μαντέψει την απεραντοσύνη της σκέψης του.— Λευτέρης Αναγνώστου
Ο Καντ γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στο Κένιξμπεργκ (τώρα ρώσικο Καλίνινγκραντ) της Ανατολικής Πρωσίας, δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γενέτειρα πόλη του και είχε γίνει αντικείμενο σχολιασμού για την εντυπωσιακή ακρίβειά του στις κοινωνικές συναναστροφές – υπόδειγμα αυτοπειθαρχίας και παραξενιάς. Χρηματοδότησε τις σπουδές του παραδίδοντας ιδιωτικά μαθήματα και κερδίζοντας στοιχήματα στο μπιλιάρδο.

Το 1749 προσπάθησε να λύσει μια μαθηματική αντιδικία μεταξύ οπαδών του Καρτέσιου και του Λάιμπνιτς με σχετικοποίηση των θέσεών τους. Το 1755 δημοσίευσε ανώνυμα μια θεωρία του για τη δημιουργία του πλανητικού μας συστήματος και για την ύπαρξη γαλαξιών πέρα από το δικό μας γαλαξία. Το ίδιο έτος αναγορεύεται Διδάκτωρ και Υφηγητής του πανεπιστημίου της Κενιξβέργης. Αποδίδει δε το δώρο της γνώσης στον άνθρωπο σε θεϊκή παρέμβαση.

Το έτος 1770 έγινε τακτικός καθηγητής της Λογικής και Μεταφυσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο και παράλληλα έκανε παραδόσεις στη Φυσική, Κοσμολογία, Ανθρωπολογία, Θεολογία και Γεωγραφία. Κάποια εποχή δίδασκε στο πανεπιστήμιο 36 ώρες την εβδομάδα. Μετά από μερικές μικρότερες δημοσιεύσεις του για θέματα Φυσικής και Μεταφυσικής, παρουσίασε σε τρία θεμελιώδη έργα την υπερβατολογική φιλοσοφία του: «Κριτική του καθαρού Λόγου» (Kritik der reinen Vernunft, 1781), «Κριτική του πρακτικού Λόγου» (Kritik der praktischen Vernunft, 1788) και «Κριτική της κριτικής Δύναμης» (Kritik der Urteilskraft, 1790).
Ο Καντ και η φιλοσοφία του
Ο Καντ όρισε τον διαφωτισμό (Aufklärung), στο δοκίμιό του Was ist Aufklärung? (Τι είναι Διαφωτισμός;), ως την περίοδο που χαρακτηρίζεται από το γνωμικό στη λατινική γλώσσα, «Sapere aude!» («τολμήστε να είστε σοφός» ή «τόλμησε να γνωρίζεις») ή στην ερμηνεία που του δίνει ο ίδιος: «έχε το θάρρος, να χρησιμοποιείς το δικό σου νου», τη δική σου σκέψη. Αυτή η περίοδος διακρίνεται από την κριτική σκέψη έναντι των άκριτων υπαγορεύσεων και των προκαταλήψεων της εξουσίας, της θρησκείας, της κοινωνίας ευρύτερα. Το έργο του Καντ επέχει θέση συνδετικού κρίκου μεταξύ του Ορθολογισμού και του Εμπειρισμού, δηλαδή, των βασικών φιλοσοφικών ρευμάτων-παραδόσεων του 18ου αιώνα. Είχε, επιπροσθέτως, αποφασιστική επίδραση στο κίνημα του Ρομαντισμού και στη φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, αλλά και του Νεοκαντιανισμού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού αιώνα. Το έργο του αποτέλεσε επίσης σημείο εκκίνησης για πολλούς άλλους φιλοσόφους του 20ού και του 21ου αιώνα.

Οι δύο αλληλένδετοι θεμέλιοι λίθοι αυτού που ο Καντ αποκαλούσε ως την «κριτική φιλοσοφία του» – την αντίστοιχη «Κοπερνίκεια επανάσταση», που ισχυριζόταν ότι συνέθεσε για τη φιλοσοφία – ήταν η Επιστημολογία (ή αλλιώς Θεωρία της γνώσης) του Υπερβατολογικού Ιδεαλισμού και η ηθική φιλοσοφία περί της αυτόνομης αιτιότητας της ελευθερίας του πρακτικού Λόγου. Αυτές τοποθετούσαν το ενεργό, έλλογο ανθρώπινο υποκείμενο στο κέντρο της αντικειμενικής γνώσης και ηθικής (την ανθρώπινη συμπεριφορά σε συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης).

Ο Καντ επηρεάστηκε από τον σκεπτικισμό και τον αγνωστικισμό του εμπειριστή Χιουμ και έστρεψε την προσοχή του για την επίτευξη του στόχου της αντικειμενικότητας της γνώσης των πραγμάτων της εμπειρίας στην ανάλυση της υποκειμενικότητας με την έννοια των αναγκαίων και καθολικών, δηλαδή, μη εμπειρικών αρχών που καθιστούν δυνατή αυτήν την αντικειμενικότητα. Θεωρεί ότι κάθε γνώση των αντικειμένων εξαρτάται από την εμπειρία, επειδή στηρίζεται στις αισθήσεις μας. Τα πράγματα καθ’ εαυτά μας είναι άγνωστα, επειδή υποστηρίζει τη θέση, ότι αντικειμενική γνώση είναι δυνατή, μόνο αν η αισθητηριακή επίδραση των πραγμάτων συντίθεται μέσω των μη εμπειρικών μορφών της αισθητικότητας μας (χώρος, χρόνος) και της διάνοιας. Τα πράγματα καθ’ αυτά είναι απρόσιτα στη θεωρητική μας γνώση, διότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι τα αισθητηριακά δεδομένα εντός του χώρου και του χρόνου που είναι μορφές της ανθρώπινης αισθητικότητας και όχι των πραγμάτων καθ’ αυτά. Έτσι, αν και τα πράγματα καθ’ αυτά δεν μπορούν να μας γίνουν γνωστά, ο Καντ υποστηρίζει ότι το έλλογο καθεστώς του κόσμου, όπως η επιστήμη το αντιλαμβάνεται, δε δύναται να θεωρηθεί απλώς και μόνο ως η τυχαία συσσώρευση αισθαντικών αντιλήψεων. Αντιθέτως. είναι το αποτέλεσμα μιας «συνθετικής» λειτουργίας μη εμπειρικών μορφών αισθητικής εποπτείας, αλλά και εννοιών, βασιζόμενης σε νομοτελειακούς κανόνες (π.χ., χώρος, χρόνος / (αντικειμενική) αιτιότητα, αναγκαιότητα).
Καντιανή Ηθική
Ο Κάντ εξηγεί με ευκρίνεια τα βασικά στοιχεία του ηθικού του συστήματος στο έργο του Θεμέλια της μεταφυσικής των Ηθών (1785). Εδώ, παρουσιάζει κριτικά τις συνθετικές a priori αρχές του Πρακτικού Λόγου, για να τις συνταιριάξει αργότερα με την κριτική παρουσίαση των συνθετικών a priori αρχών του Θεωρητικού Λόγου.
Η αφετηρία του Καντ είναι ότι το μόνο αυτοτελές καλό είναι η καλή βούληση. Ο χαρακτήρας, το ταλέντο, ο αυτοέλεγχος και η τύχη δεν ειναι απαραίτητα καλά. Η βούληση είναι καλή όχι εξαιτίας των τελικών αποτελεσμάτων της, αλλά επειδή ακολουθεί τον αναγκαίο και καθολικό, μη εμπειρικό νόμο της ελευθερίας της βούλησης. Το ηθικό πράττειν είναι καλό καθ’εαυτό.
«Ακόμη και αν, [από] κάποια ιδιαίτερη δυσμένεια της μοίρας, ή από τη φειδωλή, σαν μητριάς, προίκα της φύσης, αυτή η βούληση δεν έχει καμιά απολύτως δύναμη να εκπληρώσει τις προθέσεις της. Αν, παρά τη μέγιστη προσπάθειά της, εξακολουθεί να μην επιτυγχάνει τίποτα, και μένει μόνον η καλή βούληση… ακόμη και τότε θα έλαμπε παρ’όλα αυτά σαν κόσμημα, για το δικό της χατήρι, σαν κάτι που φέρει όλη του την αξία του μέσα του.»
Τα ανθρώπινα όντα δε μετέχουν του νόμου της ελευθερίας της βούλησης (του πρακτικού Λόγου), με κίνητρο να επιδιώκουν την ευτυχία. Το ένστικτο θα ήταν πιο αποτελεσματικό γι’αυτόν το σκοπό. Ο Λόγος μας δόθηκε για να παραγάγει μια βούληση καλή, όχι ως μέσο προς κάποιον απώτερο σκοπό, αλλά καλή καθ’εαυτήν. Η καλή βούληση είναι το ύψιστο αγαθό και προϋπόθεση για όλα τα υπόλοιπα αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της ευτυχίας.
Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τη βούληση καλή καθ’εαυτήν; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί η έννοια του καθήκοντος: Το να πράττω από καθήκον σημαίνει να δείχνω καλή βούληση παρά τις δυσκολίες, από σεβασμό για τον ηθικό νόμο της ελευθερίας. Πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: να πράττει κανείς σύμφωνα με το καθήκον και με κίνητρο το καθήκον. Ένας παντοπώλης εργάζεται τίμια για προσωπικό του όφελος και ένας φιλάνθρωπος χαίρεται με την ευχαρίστηση των συνανθρώπων του. Παρότι αυτές οι πράξεις είναι ορθές και ευγενείς, για τον Κάντ δεν έχουν ηθική αξία με την αυστηρή έννοια. Η αξία του χαρακτήρα φαίνεται μόνο όταν κάποιος πράττει όχι από προδιάθεση αλλά από καθήκον: ένας άνθρωπος που θέλει να αυτοκτονήσει και ποθεί το θάνατο, ωστόσο προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή σύμφωνα με τον ηθικό νόμο.
Η διδασκαλία του Καντ φαίνεται ναι είναι κατ’ αρχήν εκ διαμέτρου αντίθετη με εκείνη του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης πίστευε πως ο πραγματικά ενάρετος άνθρωπος είναι εκείνος που απολαμβάνει να εκτελεί ενάρετες πράξεις. Ο Καντ από την άλλη θεωρεί ως πραγματική απόδειξη για την αρετή την οδυνηρή πάλη του καλώς πράττειν, επειδή θεωρεί ότι η ανθρώπινη φύση δε συμμορφώνεται χωρίς εμπόδια στις καθολικές, πανανθρώπινες απαιτήσεις του που θέλουν π.χ. να μην κάνουμε εξαιρέσεις για λόγους προσωπικής ευχαρίστησης. Μόνον όταν είμαστε διατεθειμένοι να μας κοστίσει κάτι, να συγκρουστούμε με τις εγωιστικές διαθέσεις μας, μόνον τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πράττουμε με κίνητρο το καθήκον.

Τι σημαίνει όμως να πράττω από καθήκον; Το να πράττω από καθήκον σημαίνει να πράττω με σεβασμό στον ηθικό νόμο. Ο τρόπος για να ελέγξω το αν πράττω με σεβασμό στον ηθικό νόμο είναι να αναζητήσω τον κανόνα ή την αρχή με την οποία ενεργώ. Εάν πράττω από σεβασμό στο νόμο, τότε πράττω μόνον έτσι, ώστε να θέλω η δική μου προσωπική αρχή να καταστεί καθολικός νόμος που να ισχύει ακόμη και έναντί μου, αυτή είναι η περίφημη κατηγορική προσταγή του Καντ.
Υπάρχουν δύο είδη προσταγής: η υποθετική και η κατηγορική. Η υποθετική λέει: Εάν θέλεις να επιτύχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό, πράττε με συγκεκριμένο τρόπο. Η κατηγορική λέει: Ανεξάρτητα από το σκοπό που θες να επιτύχεις, πράττε με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Υπάρχουν πολλές υποθετικές προσταγές, καθώς υπάρχουν αντίστοιχα και πολλοί σκοποί που θέλει κανείς να επιτύχει. Υπάρχει όμως μία κατηγορική προσταγή: η προσταγή της ηθικής. Η κατηγορική προσταγή είναι η ανάγκη να συμμορφώνεται κανείς με την καθαρή καθολικότητα του νόμου. «Άρα, υπάρχει μία μόνο κατηγορική προσταγή, και είναι η εξής: Πράττε μόνο βάσει εκείνης της αρχής, δια της οποίας μπορείς ταυτόχρονα να θέλεις να καταστεί αυτή καθολικός νόμος.»
Οι ανωτέρω καντιανές ιδέες διαμόρφωσαν κατά πολύ όλη την επιχειρηματολογία και ανάλυση της μεταγενέστερης φιλοσοφίας. Οι ιδιαιτερότητες του Καντ και της φιλοσοφίας του, πυροδότησαν άμεση και διαρκή διαμάχη, έθεταν δε υπό κριτική αμφισβήτηση θεσμούς και παραδόσεις. Παρόλα αυτά, η άποψή του ότι η γνώση υπόκειται σε περιορισμούς που δεν μπορεί να ξεπεράσει, ότι η ηθική έχει τις ρίζες της στην ελευθερία του ανθρώπου και στην αυτονομία του πρακτικού του Λόγου που δε λαμβάνει το νόμο του από τη θρησκεία ή τον Θεό, αλλά το νομοθετεί ο ίδιος σύμφωνα με έλλογες αρχές, και ότι η φιλοσοφία εμπεριέχει αυτο-κριτικές διαδικασίες, αναδιαμόρφωσαν οριστικώς τη φιλοσοφία.


Η  ΘΕΩΡΙΑ  ΤΗΣ  ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ  ΤΟΥ  ΚΑΝΤΙΟΥ
Ο Κάντιος  εντόπισε τις ακόλουθες διαφορές του ωραίου από το υψηλό. Οι βασικές διαφορές τους είναι οι ακόλουθες:

α. Το ωραίο είναι συνυφασμένο με την έννοια του σχήματος, της μορφής. Έχει κάποιο σχήμα, γι αυτό και προκαλεί την αίσθηση ότι έχει κάποια όρια, ότι περιορίζεται στο χώρο. Αντίθετα ένα αντικείμενο που χαρακτηρίζεται από την έννοια του υψηλού δίνει την  εντύπωση του απεριόριστου, που δεν περιορίζεται σε σημείο, γι αυτό και δεν έχει σχήμα.

β. Όποτε ερχόμαστε αντιμέτωποι με αντικείμενα που υπάγονται στην έννοια του υψηλού, μάς προκαλούνται έντονα αισθήματα που φθάνουν τα όρια του δέους και φόβου. Απεναντίας το ωραίο ασκεί στο μυαλό ανακούφιση και μας κάνει να αισθανόμαστε άνετα απέναντί του: «Το υπέροχο (=υψηλό) ταράζει, το ωραίο γοητεύει. Το πρόσωπο αυτού που διαπερνιέται από το αίσθημα του υπέροχου αποπνέει την αυστηρότητα και συχνά, την έκπληξη, το ζωηρό αίσθημα του ωραίου αναγγέλλεται από το φωτεινό βλέμμα, το χαμόγελο και συχνά από τη θορυβώδη ευθυμία» (Im. Kant, Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου).

γ. Το ωραίο δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας, ενώ το υψηλό εξαιτίας του μεγέθους του, φαίνεται ότι δεν μπορεί να περιοριστεί στη φαντασία μας και να δαμαστεί από τις δυνάμεις του μυαλού μας. 

δ. Το ωραίο, καθώς υπακούει σε κανόνες δεοντολογίας, υπάγεται στην κανονικότητα της φύσης. Το υψηλό ξεφεύγει από κάθε περιοριστικό όρο και δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν υπάγεται στην  κανονικότητα της φύσης.

Στην καλλιτεχνική αναπαράσταση του ωραίου, όπως αυτό βρίσκεται στη φύση, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε:

α. Ανιδιοτέλεια. Μεταξύ δυο ευχάριστων συναισθηματικών καταστάσεων υπάρχει ποιοτική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, η απόλαυση είναι προϊόν. Στη δεύτερη, η αιτία της ικανοποίησης βρίσκεται αλλού, πέρα από την όψη, στη σκέψη. Συναφής προς το ωραίο είναι η ανιδιοτελής τέρψη, αυτή που δεν παραπέμπει σε τίποτα άλλο πέρα από το αντικείμενο που βλέποντάς το, μάς προκαλείται ευχαρίστηση. Για παράδειγμα ένας εικαστικός καλλιτέχνης θαυμάζει ένα ωραίο φρούτο, επειδή απλώς είναι ωραίο. Δεν έχει ως πρόθεση ούτε να το φάει, ούτε να εξοικονομήσει χρήματα πουλώντας το.

β. Καθολικότητα. Η καθολικότητα που χαρακτηρίζει την αισθητική κρίση για το ωραίο είναι το βασικό κριτήριο για να την αντιδιαστείλει κανείς από όλες τις κρίσεις με τις οποίες εκφράζει απλές επιθυμίες, ορέξεις ή διαθέσεις. Παραδείγματος χάριν η γεύση ενός φρούτου είναι υποκειμενική και γι? αυτό δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο συζήτησης. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για ένα ζωγραφικό πίνακα «natute morte». Γι? αυτόν, θα πρέπει να συμφωνήσουν όλοι ότι είναι ωραίος.

γ. Σκοπιμότητα δίχως σκοπό. Για τον Καντ το ίδιο το ωραίο είναι «η μορφή σκοπιμότητας ενός αντικειμένου». Αυτό σημαίνει ότι μέσα του κάθε αντικείμενο έχει ως τελικό σκοπό του να γίνει ωραίο. Το ωραίο όλοι το αντιλαμβανόμαστε, χωρίς να βλέπουμε σε αυτό καμία σκοπιμότητα. Έτσι οδηγούμαστε στην απόλυτη ομορφιά, την καθαρή δηλαδή μορφή σκοπιμότητας που δεν σχετίζεται με εμπορική αξία, αναπαραγωγή και με άλλους εξωγενείς παράγοντες.

δ. Υποκειμενική αναγκαιότητα. Χαρακτηρίζει τις κρίσεις μας για τα αντικείμενα που μας προκαλούν αισθητική απόλαυση. Η αναγκαιότητα του ωραίου δεν υπαγορεύεται από κάποιο νόμο ή κανόνα στον οποίο οφείλει κανείς να υπακούει. Ο οποιοσδήποτε καλλιτέχνης αισθάνεται την ανάγκη να εκφραστεί. Μέσω του έργου τέχνης, αυτή η υποκειμενική αναγκαιότητα εκφράζεται αντικειμενικά, επειδή περιέχει μέσα της τον«κοινό νου». Για τον Καντ «ωραίο είναι ό,τι αναγνωρίζεται χωρίς άλλη έννοια ως αντικείμενο μιας αναγκαίας ικανοποίησης». 

Ο Καντ κατηγοριοποιεί τις «καλές τέχνες» σε τρία είδη με κριτήριο τις τρεις μορφές έκφρασης που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να τις κοινοποιήσουν. Τη λέξη, τη χειρονομία και τον τόνο. Συνεπώς τα τρία είδη τέχνης είναι η τέχνη του λόγου (ποίηση και ρητορική), η εικαστική τέχνη (πλαστική, δηλαδή γλυπτική και αρχιτεκτονική και τέχνη της «αισθητής εμφάνισης», δηλαδή ζωγραφική και τέχνη των κήπων) και η«τέχνη του ωραίου παιχνιδιού των αισθήσεων» (μουσική και τέχνη των χρωμάτων).   

Και για το τέλος, δυο λόγια σχετικά με τη σχέση της τέχνης με τη φύση στον Καντ. Ο Γερμανός φιλόσοφος ισχυρίζεται ότι η τέχνη προκαλεί την αισθητική ευχαρίστηση που προκύπτει από την παρατήρηση των έργων τέχνης, ενώ η φύση είναι εκείνη που γεννά την καθαρή ευχαρίστηση, αυτή της απόλαυσης. Όπως προαναφέρθηκε, ενώ το έργο τέχνης που αναπαριστά τη φύση οφείλει να διαθέτει για τον Καντ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αντίθετα η φύση επιτρέπει την απόλυτη αισθητική κρίση που δεν επηρεάζεται από καμία πρόθεση και μέσα σε αυτήν «αρκεί ο απλός στοχασμός πάνω σε μια δεδομένη διαίσθηση, χωρίς την έννοια αυτού που το αντικείμενο πρέπει να είναι» για να ξυπνήσει μία ιδέα. Επιπρόσθετα η ανωτερότητα της φύσης έναντι της τέχνης καταφαίνεται από το ότι η φύση αποτελεί μοντέλο για την τέχνη. Και ο καλλιτέχνης είναι εκείνος που στη συνέχεια, χάριν της «ιδιοφυίας» του, θα καταφέρει να εκφράσει τις αισθητικές ιδέες, τηρώντας τους κανόνες που του θέτει η φύση.

Ο καλλιτέχνης, για τον Καντ, θα πρέπει, αν θέλει να αναπαραστήσει τη φύση, να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που εκείνη θέτει επάνω στη δημιουργία του. Αναμφίβολα, η φύση, χάρη στην αρμονία και τη σοφία της, μας διδάσκει την προοπτική, την αναλογία, τις τονικές χρωματικές ποιότητες που αποδίδουν την αρμονία και γενικά ασκεί το βλέμμα μας να ανακαλύπτει σε αυτήν ολοένα και καινούριους κρυμμένους νόμους - θησαυρούς. Αυτούς τους νόμους λοιπόν που διέπουν τη φύση καλείται να τηρήσει ο καλλιτέχνης. Ο οποιοσδήποτε καλλιτέχνης, θα έλεγα, όχι μόνο εκείνος που αναπαριστά τον φυσικό κόσμο. Γιατί, όσο και αν μια επιδερμική προσέγγιση του θέματος θα μας έκανε να εκτιμήσουμε ότι η τήρηση των κανόνων της φύσης αφορά μόνο στη φωτορεαλιστική απεικόνιση του φυσικού κόσμου από καλλιτέχνες που καταπιάνονται με τοπογραφίες, νεκρές φύσεις, κ. ά., μια βαθύτερη θεώρηση, αν μάλιστα αναλογιστούμε αντιπροσωπευτικά δείγματα έργων τέχνης της νεότερης περιόδου, θα μας αποκάλυπτε ότι ακόμα και στις πιο αφαιρετικές συνθέσεις υπάρχει μια αναγνωρίσιμη ισορροπία, λες και ο σύγχρονος καλλιτέχνης συμφώνησε συνωμοτικά με τη φύση ότι θα ακολουθήσει τις επιταγές της, ακόμα και αν δεν ορκίζεται ενώπιον όλων υμών ότι θα αναλάβει μια τέτοια υποχρέωση. 

Υπάρχει όμως και μια κατάσταση υψηλής αυτοσυνείδησης σε ό,τι αφορά την αντίληψη ενός υπερβολικά μεγάλου αντικειμένου (π.χ. έργου τέχνης) που γίνεται αισθητό από όλους. Αυτή επιβεβαιώνει την εγκυρότητα και την αξία του αντικειμένου / έργου τέχνης, καθώς και την κρίση μας για την μεγάλη αξία του (έννοια του μεγάλου / υψηλού έργου τέχνης). Το υψηλό δεν προκαλεί -όπως το ωραίο- ένα καθαρό συναίσθημα ηδονής, αλλά μια «αρνητική ηδονή».


ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΝΤ, Πρώτες μεταφυσικές αρχές της φυσικής επιστήμης, εκδ. Printa, σειρά «Στις πηγές της γνώσης», μετάφραση Χάρης Τασάκος, σελ. 186.

Περισσότερο από την ιστορία της φιλοσοφίας, διαβάζοντας τις Πρώτες μεταφυσικές αρχές της φυσικής επιστήμης, πρέπει να έχει κανείς κατά νου την ιστορία των επιστημών. Όχι μόνο γιατί ο Καντ γράφει αμέσως μετά το έργο του Νεύτωνα, αλλά γιατί βρίσκεται εν μέσω αυτού που ονομάζουμε, έστω λίγο βιαστικά, «επιστημονική επανάσταση» ή, καλύτερα, διαμόρφωση της επιστήμης με την σύγχρονη έννοια του όρου, όπως και της αντίληψης του κόσμου, του ανθρώπου, της φύσης, της κοινωνίας που η διαμόρφωση αυτή επιφέρει. Από τον όρο «επιστημονική επανάσταση» θα προτιμήσω εδώ τον όρο «νευτώνεια μηχανική», μια και ο Καντ γράφει στον απόηχο του συγκεκριμένου συστήματος.
Η πρόθεση του Καντ να θεμελιώσει μεταφυσικά την φυσική της εποχής του είναι ξεκάθαρη ήδη από την προκριτική περίοδο. Οι Πρώτες μεταφυσικές αρχές δημοσιεύονται το 1786, δηλαδή πέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοση της Κριτικής του καθαρού λόγου (η δεύτερη είναι του 1787)· βρισκόμαστε λοιπόν στην καρδιά αυτού που ονομάζουμε κριτική περίοδο. Η Κριτική του πρακτικού λόγου δημοσιεύεται το 1788, ενώ η Κριτική της κριτικής ικανότητας το 1790.
Όπως σημειώνει ο Χ. Τασάκος στην εξαιρετική εισαγωγή του, για τον προσδιορισμό της θέσης των Πρώτων μεταφυσικών αρχών στο καντιανό σύστημα θα ανατρέξουμε στην ταξινόμηση της υπερβατολογικής μεθοδολογίας της Κριτικής του καθαρού λόγου: «Η φιλοσοφία του καθαρού Λόγου είναι λοιπόν είτε προπαιδευτική, και ονομάζεται Κριτική, είτε το σύστημα του καθαρού Λόγου, και ονομάζεται Μεταφυσική». Η μεταφυσική της φύσης διαιρείται σε υπερβατολογική φιλοσοφία και ορθολογική Φυσιολογία. Η εμμενής Φυσιολογία πραγματεύεται τη φύση ως το σύνολο των αντικειμένων των αισθήσεων, και ονομάζεται ορθολογική Φυσική, αν αναφέρεται στα αντικείμενα των εξωτερικών αισθήσεων, και ορθολογική Ψυχολογία, αν αναφέρεται στο αντικείμενο της εσωτερικής αίσθησης (τη νοούσα φύση). Οι Πρώτες μεταφυσικές αρχές αποτελούν το μέρος της μεταφυσικής της φύσης που αντιστοιχεί σε αυτό που ο Καντ ονομάζει ορθολογική Φυσική.
Πρόκειται για το βασικότερο έργο του Καντ όσον αφορά τη φιλοσοφία της φύσης. Ο όρος «φιλοσοφία της φύσης» χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς όταν αναφέρονται στη φιλοσοφική μελέτη του φυσικού κόσμου πριν την έλευση της σύγχρονης επιστήμης. Ασφαλώς, όταν γράφει ο Καντ η σύγχρονη επιστήμη είναι ήδη εν εξελίξει, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις όμως, όπως και η πολύ ευρύτερη έννοια της Weltanschauung (η εικόνα του κόσμου που το σύνολο των πεποιθήσεων της εκάστοτε εποχής συνθέτουν), εξελίσσονται με άλλους ρυθμούς.
Αν και ο όρος Weltanschauung εμφανίζεται στους γερμανούς ρομαντικούς του 19ου αιώνα, και γίνεται πολύ πιο δημοφιλής με τον Τ. Κουν στον 20ό, είναι χρήσιμο να έχει κανείς στο μυαλό του διαβάζοντας τις Πρώτες μεταφυσικές aρχές, ότι ο Καντ είχε συλλάβει μία άλλη εικόνα του κόσμου, την οποία και προσπαθούσε να θεμελιώσει μεταφυσικά, με τα εργαλεία και τις κατηγορίες που αυτή η εικόνα, αυτό το επιστημονικό παράδειγμα του παρείχαν.
Τι εννοώ: η επιστήμη κάθε εποχής δημιουργεί και μια νοοτροπία, ένα πλαίσιο, που δεν έχει να κάνει μόνο με τα φυσικά φαινόμενα, αλλά και το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και την θέση μας σε αυτόν· η αναγκαιότητα ή όχι μιας μεταφυσικής του Θείου στο εκάστοτε πλαίσιο είναι ένα κλασσικό παράδειγμα, όπως επίσης και η αντίληψη του ατόμου: στην εικόνα του κόσμου που σχεδιάζεται από τις γνώσεις που έχουμε γι’ αυτόν, πρέπει για παράδειγμα να υπάρχει και χώρος για να αναπτυχθούν οι ανθρωπιστικές επιστήμες όπως τις ξέρουμε σήμερα· διαφορετικά θα απορροφηθούν από άλλους κλάδους.
Για τον Τ. Κουν, επιστήμονες που ζουν και ασκούν στο πλαίσιο διαφορετικών «επιστημονικών παραδειγμάτων» (σε εισαγωγικά - ο όρος είναι από μόνος του αντικείμενο μελέτης) ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, με την έννοια ότι βλέπουν, βιώνουν και αντιλαμβάνονται άλλα πράγματα ο ένας από τον άλλον: ένα εκκρεμές για κάποιον που ζει στο μεσαίωνα δεν είναι εκκρεμές - είναι ένα αντικείμενο που κινείται πέρα δώθε. Έτσι κι εδώ, όταν ο αναγνώστης συναντήσει τους όρους ορθολογική φυσιολογία, φορονομία και δυναμική, θα τους διαβάσει σαν ιστορικούς όρους, υπό το πρίσμα της ιστορίας των ιδεών, σε μία περίοδο που επιστήμη και φιλοσοφία παλεύουν να επαναπροσδιορίσουν τα σύνορά τους.
Σήμερα, οι γνωσιακές αντιλήψεις που διαμορφώνουν την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο προσδιορίζονται από το επιστημονικό παράδειγμα της εποχής μας, μετά τον Αϊνστάιν, τον Πλανκ, την επανάσταση της πληροφορικής αλλά και την εξέλιξη των ανθρωπιστικών επιστημών∙ υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε, μαζί με τον Τ. Κουν, ότι ζούμε σε έναν κόσμο διαφορετικό, και τόσο ασύμμετρο με τις Πρώτες μεταφυσικές αρχές του Καντ.


Έργα του Καντ σε νεοελληνική απόδοση
Τέσσερα δοκίμια κριτικής φιλοσοφίας, μτφρ. Γιάννης Πίσσης, εκδ. Νήσος, 2012
Δοκίμια. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Ε.Π. Παπανούτσος. «Δωδώνη», Αθ. 1971.
Προλεγόμενα σὲ κάθε μελλοντικὴ μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖ νὰ παρουσιαστεῖ σὰν γνώση. -Μετ. Ἰάνης Λὸ Σκόκκο. «Ἀναγνωστίδης», Ἀθ. 1978.
Κριτική του καθαρού λόγου. Τόμοι Α΄-Β΄, Μετάφραση Αναστάσιος Γιανναράς. «Παπαζήσης», Αθ. 1977+1979.
Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική Μεταφυσική. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Γιάννης Τζαβάρας. «Δωδώνη», Αθ.-Γιάννινα 1982.
Κριτική του καθαρού λόγου. Η υπερβατική διαλεκτική. Τόμοι Α΄-Δ΄. Πρόλογος-Μετάφρ. Μιχαήλ Δημητρακόπουλος, Αθ. 1983.
Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Γιάννης Τζαβάρας. «Δωδώνη», Αθ. 1984.
Kant, Im. κ.ά.: Τι είναι Διαφωτισμός; Συλλογή κειμένων. Μετάφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος. «Κριτική», Αθ. 1989 [επανέκδοση: Κριτική, 2014] ISBN 9789602189238
Η θρησκεία. Μετάφρ. Στάθης Φερεντίνος, «Γκοβόστης», Αθ. χ.χ. ζ) Η πρώτη Εισαγωγή στην «Κριτική της κριτικής δύναμης». Μετάφρ. Παρασκευή Μεϊντάνη, Επίμετρο Κοσμάς Ψυχοπαίδης. «Πόλις», Αθ. 1996. η) Για την αιώνια ειρήνη. Μετάφρ.-Επίμετρο Άννα Πόταγα, Πρόλογος-Επιμ. Λευτέρης Αναγνώστου. «Αλεξάνδρεια», Αθ. 1992.
Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου. Μετάφρ. Χάρης Τασάκος. «Printa», Αθ. 1999.
Η έννοια του αρνητικού μεγέθους στη φιλοσοφία. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Χάρης Τασάκος. “Printa”, Αθ. 2001.
Κριτική της κριτικής δύναμης. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Κώστας Ανδρουλιδάκης. «ΙΣμίλη», Αθήνα, 3η έκδ. 2013.
Κριτική του πρακτικού λόγου. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Παρατηρήσεις Μιχαήλ Δημητρακόπουλος, Αθ. 2004.
Κριτική του πρακτικού λόγου. Μετάφρ.-Σημειώσεις-Επιλεγόμενα Κώστας Ανδρουλιδάκης. «Εστία», Αθήνα, 5η έκδ. 2012.
Κριτική της κριτικής ικανότητας. Μετάφρ. Χάρης Τασάκος. «Ροές», Αθ. 2005 (1η έκδοση, “Printa”, Αθ. 2000).
Η διένεξη των Σχολών. Εισαγωγή-Μετάφρ. Θανάσης Γκιούρας. «Σαββάλας», Αθ. 2004.
Περί Παιδαγωγικής. Προλεγόμενα-Μετάφρ.-Σημειώσεις Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα. «Κυριακίδη», Θεσσαλονίκη 2004.
Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνο. Μετάφρ.-Σημειώσεις-Επιλεγόμενα Κώστας Ανδρουλιδάκης. «Πόλις», Αθήνα, 2η έκδ. 2008.
Μεταφυσική των ηθών. Μετάφρ.-Σημειώσεις-Επιλεγόμενα Κώστας Ανδρουλιδάκης, «Σμίλη», Αθήνα 2013.
Επιλογή από το έργο του. Εισαγωγή-Επιλογή-Μετάφρ. Κώστας Ανδρουλιδάκης. «Στιγμή», Αθήνα 2008.
Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Χάρης Τασάκος. “Printa”, Αθ. 2011.
Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν “Ηλίου„, τόμος δέκατος: Καβαλιανή – Κολίβριον. διεύθυνση σύνταξης Ιωάννης Δ. Πασσάς. Αθήνα: Ήλιος.
Καντ, Ιμμάνουελ (1971). Δοκίμια. εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Ε. Π. Παπανούτσος. Αθήνα: Δωδώνη. ISBN 978-960-248-119-6.
Καντ, Ιμμάνουελ (1992). Για την αιώνια ειρήνη. μετάφραση – επίμετρο: Άννα Πόταγα, πρόλογος – επιμέλεια: Λευτέρης Αναγνώστου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. ISBN 978-960-221-044-4.
Kenny, Anthony (2005). Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας. Αθήνα: Νεφέλη, σελ. 262-265. ISBN 960-211-748-6.
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Ανδρουλιδάκης, Κώστας, Καντιανή Ηθική. Θεμελιώδη ζητήματα και προοπτικές, εκδ. «Ιδεόγραμμα», Αθήνα 2010.
π. Εμμανουήλ Αντωνακάκης, Η έννοια της αυτονομίας κατά τον Καντ και την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία, εκδ. «Παρρησία», Αθήνα, 2011
Αντωνόπουλος, Γεώργιος, «Ο άνθρωπος εις το β΄ μέρος της Κριτικής του καθαρού λόγου [του Καντ]». Φιλοσοφία, 13-14 (1983-84), 468-473.
Arendt, Hannah, Η πολιτική φιλοσοφία του Καντ, μετάφραση Βασίλης Ρωμανός, εκδ. «Νήσος], 2008.
Βλάχος, Γεώργιος, «Το πρόβλημα των ορίων του δικαίου στη φιλοσοφία του Καντ και του Φίχτε». Φιλοσοφία, 12 (1982), 277-304.
Γιανναράς, Αναστάσιος, Κεφάλαια από τη θεωρητική φιλοσοφία του Καντ. Πανεπιστημιακές παραδόσεις, εκδ. «Παπαζήσης», Αθήνα 1976
Guillermit, Louis, «O Emmanuel Kant και η κριτική φιλοσοφία», στο Fr. Chatelet(επιμ.), Η Φιλοσοφία, τόμ. Γ, Από τον Καντ ως τον Χούσσερλ, εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1985, σσ. 15-68
Walker, Ralph. Καντ : Ο Καντ και ο ηθικός νόμος, μετάφραση Λένα Θεοδωρίδου, εκδ. «Ενάλιος», 2003
Δεληγιώργη, Α., Ο διαμελισμός του λόγου και η νεωτερική σκέψη. Από τον Καντ στον Καστοριάδη,εκδ. «Βάνιας», Θεσσαλονίκη 1991.
Δεληκωσταντής, Κώστας, «Η αγάπη στη φιλοσοφία του Καντ», Παρνασσός, 29 (1987), 449-461.
Δεληκωσταντής, Κώστας, «Αγωγή ελευθερίας. Παρατηρήσεις στην παιδαγωγική ανθρωπολογία του Καντ». Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης. Αθ. 1 (1987), 427-439.
Immanuel Kant, Jürgen Habermas, Προς την αιώνια ειρήνη: Ένα φιλοσοφικό σχεδίασμα. Η ιδέα του Καντ περί της αιώνιας ειρήνης: Από την ιστορική απόσταση 200 ετών, μετάφραση: Κωνσταντίνος Σαργέντης, Ανίτα Συριοπούλου, εκδ. «Πόλις», 2006
Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, μετάφραση: Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, εκδ, «Έρασμος», 2001
Κλιματσάκης, Παύλος, Συστηματική εισαγωγή στον γερμανικό ιδεαλισμό. Καντ, Φίχτε, Σέλλινγκ, Χέγκελ, εκδ. «Ροές», Αθήνα 2010
Κρίππας, Ηλίας, «Ιμμάνουελ Καντ: Η κορυφαία μορφή της νεώτερης φιλοσοφίας», Ιστορικά θέματα, τεύχος 121, σσ. 28-41 (Δεκέμβριος 2012)
Μεταξόπουλος, Αιμίλιος: «Το πρόβλημα της ατομικής ιδιοκτησίας στις θεωρίες του φυσικού δικαίου και στη νεώτερη φιλελεύθερη φιλοσοφία: Hobbes, Locke, Kant». Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, 39-40 (1980), 414-432.
Μπίρου, Βασιλική Α., «Σεμινάριο Καντ – πολιτική και λόγος (Αθήνα 8-10 Δεκεμβρίου 1988)». Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 6 (1989), 113-114.
de Vleeschawer, Herman Jean, «Immanuel Kant» στο: Συλλογικό, Encyclopedie de la Pleiade. Ιστορία της φιλοσοφίας, τόμ. Α, μετάφραση: Κυριάκου Σ. Κατσιμάνη, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1987, σσ. 19-98
Ντελέζ, Ζιλ, Η κριτική φιλοσοφία του Καντ. Η θεωρία των ικανοτήτων, εκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα 2000
Hondt, Jacques d’, «Ὁ Κὰντ καὶ ἡ γαλλικὴ ἐπανάσταση», Οὐτοπία, 12 (1994), σσ. 81-92
G. Pascal, «Η σκέψη του Καντ». Μετάφρ. Αλέξανδρος Βέλιος. Σκέψη και τέχνη, 8 (1986), 5-18.
Παπαποστόλου, Πέτρος, «Κριτική του ασυνείδητου Λόγου», εκδ. «Όστρια», Αθήνα 2014.
Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ηθική Φιλοσοφία, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 1997, σελ.73-84.
Σαργέντης, Κωνσταντίνος, «Είναι η αιώνια ειρήνη δυνατή; Για την ιδέα της ειρήνης στον Καντ», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, 21/61 (2004), 40-58.
Σαργέντης, Κωνσταντίνος, «Μια ερμηνεία της θεωρίας του Καντ για το ριζικό κακό», Κ. Βουδούρης & Ε. Mαραγγιανού (επιμ.), Φιλοσοφία, Aνταγωνιστικότητα και Αγαθός Βίος, τ. 2. Aθήνα: «Ιωνία», 2005, 266-277.
Σαργέντης, Κωνσταντίνος, «Ηθική ενόραση και αυτενέργεια της ανθρώπινης βούλησης. Το ηθικό Εγώ στον Καντ», Δευκαλίων, 21/2 (2003) 189-217.
Σταμάτης, Κ., «Ιστορικές οφειλές του δικαιοπολιτικού προβληματισμού του Καντ». Ο πολίτης, 97 (1989), 38-39.
Χρόνης, Νικόλαος, «Η περί σχηματοποιήσεως θεωρία του Καντ». Παρουσία, 1 (1982), 42-70.
Ψυχοπαίδης, Κοσμάς, Κριτική φιλοσοφία και λογική των θεσμών. Έρευνες για την πολιτική φιλοσοφία του Καντ, μετάφραση: Όλγα Σταθάτου, «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2001
Συλλογικό έργο. Ιμμάνουελ Καντ: Πρακτικός λόγος και νεωτερικότητα: Νέες προσεγγίσεις στην καντιανή φιλοσοφία, εκδ. «Αλεξάνδρεια», 2006.
Τομέας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (συλλογικό), Για τον Ιμάνουελ Καντ 200 χρόνια μετά, εκδ. «Νήσος», Αθήνα 2006


ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.