Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

ΠΑΡΘΟΙ...Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ

Σκηνή από μάχη Ρωμαίων & Πάρθων σε ζωοφόρο της Εφέσσου_δολομιτικό μάρμαρο Θάσου_ 169μ.Χ_μουσείο Εφέσσου_Βιέννη
Πάρθοι ονομάζονταν οι κάτοικοι της Παρθίας (αρχ. Παρθυηνή) η οποία βρισκόταν στη σημερινή περιοχή Χορασάν, στο βορειοανατολικό άκρο, της Περσίας (σημερινό Ιράν).

Συγκεκριμένα υπήρχε μια περιοχή που ονομαζόταν Παρτούκα ή Παρθάβα, η οποία ήταν γνωστή στους Ασσυρίους από τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. και πιθανώς να αποτελούσε τμήμα της Μηδίας. Η Μηδία κατακτήθηκε από τον Κύρο (Kurush) ιδρυτή της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.
Οι Αχαιμενίδες κυβέρνησαν το Ιράν από το 550 π.Χ έως το 330 π.Χ και στο αποκορύφωμα η εξουσία τους, εκτεινόταν από το Δούναβη μέχρι τον ποταμό Ινδό. Υπό τους Αχαιμενίδες υπήρχε μια σατραπεία που ονομαζόταν Παρθάβα, η οποία κατακτήθηκε πιθανώς μεταξύ 546 και 539 π.Χ κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Κύρου νότια και ανατολικά της Κασπίας θάλασσας (Debevoise, πολιτική ιστορία, κεφ.4). Εκείνη την εποχή η σατραπεία περιελάμβανε την Υρκανία, που βρισκόταν ανάμεσα στα βουνά της Elburz και της Κασπίας θάλασσας. Η Παρθάβα επαναστάτησε το 521 π.Χ, αλλά η εξέγερση κατεστάλη και πιθανώς παρέμεινε ενωμένη με την Υρκανία μέχρι τον θάνατο του Δαρείου. Αργότερα διαχωρίζεται από την Υρκανία και εν συνεχεία ενώνεται με την Χορασμία.
Παρθιανή αυτοκρατορία
Παρθιανή αυτοκρατορία
Στο στρατό του Ξέρξη, υπήρχε ένα ποσοστό Πάρθων υπό τις διαταγές συγκεκριμένου Αρτάβαζου (Περσική ονομασία στρατηγού και σατράπη) υιού του Φαρνάκη, πιθανώς σατράπη της Παρθίας. Μεταξύ των Πάρθων που σκοτώθηκαν στην Ελληνική εκστρατεία του Ξέρξη υπήρχε ένας ηγέτης του ιππικού ονόματι Αρσάκης το όνομα του οποίου ταυτιζόταν με δυναστεία Πάρθων βασιλέων (Αισχύλος, «Πέρσες» κεφ. 4). Ο τελευταίος κυβερνήτης της δυναστείας των Αχαιμενιδών ήταν ο Δαρείος ΙΙΙ ο Κοδομανός, ο οποίος ηττήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο. Οι Πάρθοι πολέμησαν στο πλευρό των Αχαιμενιδών εναντίον του Μεγ. Αλεξάνδρου στα Άρβηλα και ο σατράπης των Πάρθων Φραταφέρνης παραδόθηκε στον Αλέξανδρο στην Υρκανία. (Αρριανού, «Ανάβασις» ΙΙΙ).
Μετά την ήττα από τον Μεγ. Αλέξανδρο, ένας Πάρθος προερχόμενος από την Αίγυπτο, ονόματι Αμιναψής, ορίσθηκε ως σατράπης της Παρθίας η οποία εν τω μεταξύ είχε ενωθεί με την Υρκανία. Το 318 π.Χ ο Πύθων (σατράπης της Μηδίας) πολιόρκησε την Παρθία και διόρισε ως σατράπη τον αδελφό του Εύδαμο, προκαλώντας με αυτήν την ενέργεια τους άλλους σατράπες οι οποίοι εξεγέρθησαν και υπό τον Πευκέστα (Μακεδόνας αξιωματικός του Μεγ. Αλεξάνδρου) ανάγκασαν τον Πύθωνα να επιστρέψει στην Μήδια (Μάρκος Ιουστίνος xiii, 4. 23).
Μετά το 316 π.Χ η επαρχία ενώθηκε με την Βακτρία υπό την διοίκηση του Στασάνορα (διακεκριμένος Κύπριος αξιωματικός του Μεγ. Αλεξάνδρου). Μετά όμως από μια περίοδο εκατό ετών Ελληνικής κυριαρχίας από τον Μεγ. Αλέξανδρο και τους διαδόχους του (δυναστεία των Σελευκιδών) ο συνεχιζόμενος πόλεμος με την Αίγυπτο αποδυνάμωσε τους Σελευκίδες, δίδοντας την δυνατότητα στον Διόδωτο τον Βακτριανό περί το 253 π.Χ να επαναστατήσει και να αυτοανακηρυχθεί βασιλέας  (Μάρκος Ιουστίνος xli, 4. 5)
Πάρθοι κατάφρακτοι
Πάρθοι κατάφρακτοι
Πρώιμη Ιστορία
Η προέλευση των Πάρθων είναι ομιχλώδης. Ο Στράβων (xi, 515) αναφέρει ότι ο πρώτος Αρσάκης ήταν ένας Σκύθης που ανήκε στους Πάρνους μια ημινομαδική φυλή, τμήμα των νομάδων Ντάχι που ζούσαν κατά μήκος του ποταμού Όχου και οι οποίοι εισέβαλαν και κατέκτησαν την Παρθία. Ο Στράβων αναφέρει σχετικά ότι ο Αρσάκης ήταν ένας Βακτριανός που δραπέτευσε από τον Διόδοτο μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση. Ο Μάρκος Ιουστίνος (xli, 1) αναφέρει ότι ο Αρσάκης ήταν Σκύθης. Η ανάλυση του Frye είναι η πλέον πλησιέστερη στην προέλευση των Πάρνων αναφέροντας ότι πιθανότατα να ήταν μια μετεγκατάσταση παρά μια εισβολή που έφερε τους Πάρνους και τον Αρσάκη στην Παρθία. (History, p. 207).
Αυτοί οι άνθρωποι έγιναν γνωστοί ως Πάρθοι όταν μετακινήθηκαν προς νότο στην Περσική επαρχία της Παρθάβα κάποια στιγμή πριν από το 250 πΧ. Οι ελληνικές αναφορές στο όρο «Πάρθοι» αφορούν στους πρώτους κατοίκους της Parthava και όχι στους Αρσακήδες Πάρθους. (Debevoise, Political History, 2 & W. M. Montgomery, Early Empires).
Παίρνοντας θάρρος από την επιτυχία του Διόδωτου του Βακτριανού οι Πάρθοι εξεγείρονται εναντίον του Ανδραγόρα (σατράπη της Παρθίας) για λογαριασμό του Αντίοχου ΙΙ του Θεού (261-247 π.Χ). Η προαναφερόμενη ημερομηνία είναι πλήρως διασταυρωμένη από αρχαίο πίνακα ο οποίος ευρέθη από τον George Smith (Ασσυριακές ανακαλύψεις- Λονδίνο 1875). Η εξέγερση είχε ως αρχηγούς τους αδελφούς Αρσάκη και Τιριδάτη εκ των οποίων ο Αρσάκης έγινε βασιλέας και έκτοτε τιμής ένεκεν το όνομά του εδίδετο σε όλους τους Πάρθους βασιλείς.
Κατά τον 2ο αιώνα π.χ., οι Πάρθοι ήταν σε θέση να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε Βακτριανή, Βαβυλωνία, Σουσιάνα, Μηδία και υπό τον Μιθριδάτη ΙΙ (123-88 π.Χ), οι κατακτήσεις τους εκτείνονταν από την Αρμενία μέχρι την Ινδία. Μετά τις νίκες του Μιθριδάτη ΙΙ, οι Πάρθοι άρχισαν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους τόσο από τους Έλληνες όσο και τους Αχαιμενίδες. Μιλούσαν μια γλώσσα παρόμοια με αυτή των Αχαιμενιδών, χρησιμοποιούσαν την γραφή Παχλεβί και καθιέρωσαν ένα διοικητικό σύστημα που βασιζόταν σε αντίστοιχα των Αχαιμενιδών.
Η «Σκοτεινή περίοδος» 95 – 57 π.Χ
Η πλέον πολυτάραχη περίοδος της ιστορίας των Πάρθων εντοπίζεται από τα τέλη της βασιλείας του Μιθριδάτη ΙΙ (έληξε το 88 π.Χ) έως την καθιέρωση του Ορόντη ΙΙ (57 π.Χ). Ενώ ο Μιθριδάτης ΙΙ βρισκόταν ακόμη στην εξουσία, υπάρχουν νομίσματα από τον Γοτάρζη Ι (95-90 π.Χ), τον Ορόντης Ι (90-80 π.Χ). Κατά δε την περίοδο αμέσως μετά τη βασιλεία του Μιθριδάτη ΙΙ, διαπιστώνουμε διαδοχικές εκδόσεις νομισμάτων του Ορόντης Ι (γ. 90-80 π.χ.), άγνωστου βασιλέα (80 π.Χ), άλλου άγνωστου βασιλέα (80-70 π.Χ), του Σινατρούκη (77-70 π.Χ) και του Δαρείου της Μηδικής Ατροπατηνής (70 π.Χ). Στα επόμενα έτη ο Φραάτης ΙΙΙ φαίνεται να επιτυγχάνει συγκεντρωτικό έλεγχο και τελικά το 57 π.Χ ο Ορόντης II είναι πλήρης κυρίαρχος της Παρθίας.
Πάρθος Ιπποτοξότης
Πάρθος Ιπποτοξότης
Η Ρωμαϊκή επιρροή
Το 53 π.Χ ο Κράσσος και πάνω από 40.000 ρωμαϊκά στρατεύματα εξοντώθηκαν από τις Παρθικές δυνάμεις του Ορόντη ΙΙ και οι λαοί από τη Μεσόγειο μέχρι τον Ινδό κατάλαβαν τη δύναμη των Πάρθων. Το 40 π.Χ ακόμη και η Ρώμη έπρεπε να αναγνωρίσει την Παρθία οι δυνάμεις της οποίας υπό την ηγεσία του Πακόριου Ι και του Κουίντου Λαβιήνου (Ρωμαίου Στρατιωτικού) είχε χτύπησε κατευθείαν στην καρδιά της Ρωμαϊκής Ανατολής καταλαμβάνοντας τις επαρχίες της Ασίας, Παμφυλίας, Κιλικίας και Συρίας. Επί δύο έτη αυτή η τεράστια περιοχή, ζωτικότατης σημασίας για τα συμφέροντα της Ρώμης, ήταν υπό την κατοχή των Πάρθων. Η κατοχή της Καρίας και ίσως των ακτών του Ιονίου από αλλοδαπούς ήταν επικίνδυνη για την Ρώμη, αφενός διότι ήταν κοντά στην καρδιά της αυτοκρατορίας και αφετέρου αρκετοί Ρωμαίοι έμποροι δραστηριοποιούντο εκεί με αποτέλεσμα απώλεια εσόδων για την αυτοκρατορία.
Η εμπόλεμη κατάσταση με τη Ρώμη στα δυτικά σύνορα της Παρθίας συνεχίσθηκε σχεδόν χωρίς παύση, ενώ ταυτόχρονα η Παρθία αντιμετώπιζε και άλλες απειλές προερχόμενες από Βορρά και Ανατολή. Τα δυτικά σύνορα μεταξύ των κτήσεων της Ρώμης και της Παρθίας σταθεροποιήθηκαν σταδιακά στις όχθες του Ευφράτη, αλλά ο πόλεμος παρέμενε πάντα μια απειλή και παρόλο που πραγματοποιήθηκαν μεγάλες εκστρατείες από τους Ρωμαίους τα έτη 116 – 161 – 195 – 217 και 232 μ.Χ, η Παρθία ουδέποτε κατακτήθηκε.
Τέχνη – πολιτισμός – επιστήμες
Οι Πάρθοι ανέπτυξαν αξιόλογο πολιτισμό σε πολλούς τομείς της τέχνης χωρίς να υστερήσουν στις επιστήμες και την τεχνολογία. Σε όλους τους τομείς είναι εμφανέστατη η Ελληνική επιρροή και ειδικότερα στην νομισματοποιία όπου κυριαρχούν οι Ελληνικές επιγραφές.
 Ταπητουργία
Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν το γεγονός ότι η κατασκευή αντικειμένων από ζωικές ύλες όπως μαλλί και η ύφανση χαλιών ξεκίνησε και άνθησε κατά την διάρκεια της Πάρθιας αυτοκρατορίας στο Ιράν. Τα στοιχεία ιστορίας των Tabari και Noruznameh μαρτυρούν το γεγονός, με τους συντάκτες να αποδίδουν το πλέξιμο και την ύφανση στην εποχή της δυναστείας των Πάρθων. Η εγκυρότερη διαθέσιμη πηγή είναι η Shahnameh (Περσικό επικό ποίημα που σημαίνει το «βιβλίο των βασιλέων» περί το 970 – 1010 μ.Χ) του Hakim Abolqassem Ferdowsi που προσδιορίζει τους Πάρθους ως τους πρώτους Ιρανούς οι οποίοι ασχολήθηκαν με το πλέξιμο και νηματοποίηση.
Στη συλλογή Kozlov (μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη) υπάρχει ένα εξαίρετο δείγμα της υφαντικής τέχνης των Πάρθων που χρονολογείται μεταξύ του 1ου αιώνα π.Χ έως τον 1ο αιώνα μ.Χ. Η πιστότητα του εικονιζόμενου προσώπου είναι συγκρίσιμη με τα σύγχρονα πορτρέτα. Ο Arthur Upham Pope θεωρεί αυτό το πορτρέτο άξιο ανταγωνιστή των πορτρέτων χαρακτικής της νομισματικής τέχνης των Σασανιδών. (Α. U. Pope, «Έρευνα της Περσικής τέχνης» τόμος ΙΙ, εικ. 240).
Νομισματοποιία
Σχεδόν όλα τα Παρθικά κέρματα φέρουν κορώνα ή προτομές στην εμπρόσθια όψη και μερικά έχουν πορτρέτα στην οπίσθια πλευρά. Πολλά από τα χάλκινα νομίσματα στην οπίσθια όψη έχουν εικόνες εκτός από τον τοξότη που ήταν η συνηθέστερη απεικόνιση.
Χαρακτηριστικό των Παρθικών νομισμάτων είναι ότι σχεδόν όλα φέρουν Ελληνικές επιγραφές.
Φραάτης III (70-57 π.Χ)_τετράδραχμο_ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΡΣΑΚΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥ ΕΠΙΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΛΗΝΟΣ
Vonones I (c. A.D. 8 - 12)Ονώνης Ι (8 μ.Χ)_δραχμή_ΒΑΣΙΛΕΥΣ / ΟΝΩΝΗΣ / ΝΙΚΗΣΑΣ / ΑΡΤΑΒΑΝΟΝ
Παρθικά Ρυτά
Η ονομασία προέρχεται από το αρχαιοελληνικό «ρυτόν» και είναι δοχεία για πόσιμα υγρά ή χοές που χρησιμοποιούντο κατά τη διάρκεια τελετουργιών.
Οι Πάρθοι τεχνίτες δημιούργησαν εξαίσια ρυτά, κατασκευασμένα από μέταλλο και άλλα υλικά όπως το ελεφαντόδοντο. Τα ζώα που απεικονίζοντο ήταν ο κριός, το άλογο, ο ταύρος, το αγριοκάτσικο, υπερφυσικά πλάσματα και θηλυκές θεότητες, επίσης ορισμένα φέρουν βασιλικές επιγραφές.
e3_5_11a_central_asia
Ρυτό από ελεφαντόδοντο του 2ου αι. π.Χ από την συλλογή του μουσείου Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο ανακαλύφθηκε κατά την διάρκεια ανασκαφών στην Νίσα_Μουσείο Ερμιτάζ
DT905
Ρυτό με απόληξη σε αγριόγατα του 1ου αι. π.Χ, από επιχρυσωμένο ασήμι_Μουσείο Τέχνης Νέας Υόρκης.
Τοιχογραφίες
Θυσία του Κόνωνα_ναός Παλμυρικών θεοτήτων_ 1ος αι. μ.Χ_Ελληνο Ιρανικής τεχνοτροπίας_Δαμασκός.
Τοιχογραφία με έφιππο να κυνηγά αίγαγρους_ 2ος αι. μ.Χ_ Μουσείο Λούβρου
Γλώσσα
Ελληνικά
Τα Ελληνικά υπήρξαν η επίσημη γραπτή γλώσσα στα νομίσματα, κείμενα, επιγραφές και υπήρξαν πολλοί μορφωμένοι Πάρθοι οι οποίοι γνώριζαν Ελληνικά. Επίσης είναι γνωστό ότι καλλιεργήθηκε το αρχαίο ελληνικό δράμα, όχι μόνο από τις κλασσικές ιστορικές πηγές αλλά και από ανασκαφές σε θέατρα και ορισμένες θεατρικές μάσκες κωμωδίας από την Νίσα (Frye 1963, σελ. 188).
Οι Ελληνικές νομισματικές επιγραφές όμως αργότερα εκφυλίσθηκαν σε μη αναγνώσιμες μορφές, ένδειξη της σταδιακά μειούμενης επιρροής της Ελληνιστικής περιόδου.
Μαρμάρινη επιγραφή_ περί το 20 μ.Χ_ μουσείο Λούβρου
Μαρμάρινη επιγραφή_ περί το 20 μ.Χ_ μουσείο Λούβρου
Επίσης έχουν βρεθεί Ελληνικές επιγραφές σε Παρθιακά γλυπτά στο Behistun, όπως επίσης και επιστολή του Αρτάβανου ΙΙ προς τα Σούσα (12-38 μ.Χ).
Παρθιανά (ικά)
Τα Παρθικά είναι μια βορειοδυτική Ιρανική διάλεκτος, η οποία είναι επίσης γνωστή ως βορειοδυτική Παχλεβί, ή Αρσακιδική Παχλεβί, ή Χαλδεο – Παχλεβί. Οι Παρθιανές και Περσικές επιγραφές είναι γραμμένες στην εν λόγω γλώσσα η οποία προέρχεται από τα Αραμαϊκά.
Πριν την δυναστεία των Αρσακιδών, τα Παρθικά ομιλούντο σε μια μικρή περιοχή, αλλά αργότερα ως κρατική γλώσσα της Πάρθιας αυτοκρατορίας (μαζί με τα Ελληνικά) εξαπλώθηκαν σε όλο το Ιράν, την Μεσοποταμία, την Αρμενία και χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στην Κεντρική Ασία. Τα Πάρθια έγγραφα που βρέθηκαν συμπεριλαμβανομένων και οικονομικών εγγράφων στην Νίσα (1οαιώνα π.Χ) όπως επίσης και επιγραφές βράχων που χρονολογούνται από τον 3οαιώνα π.Χ, είναι γραμμένα στην Παρθιανή γλώσσα με προσθήκες Αραμαϊκών ιδεογραμμάτων.
Παρακμή
Η Παρθική αριστοκρατία απέκτησε εξουσία και επιρροή λόγω της στρατιωτικής δύναμης και των δικαιωμάτων που είχε στη γη και τους αγρότες. Ενόσω αυτά μεγάλωναν τόσο αυξανόταν η απείθεια των ευγενών να πληρώσουν φόρους και να συνδράμουν σε στρατό. Ταυτόχρονα, οι βασιλικοί Αρσακίδες είχαν εσωτερικές διαφωνίες για την διαδοχή που συχνά κατέληγαν στο φόνο και σε μια συνεχόμενη κατάπτωση εξουσίας. Η προκύπτουσα αποδιοργάνωση και κατακερματισμός διευκόλυναν την Ρωμαϊκή εισβολή στα Πάρθια εδάφη, όπου πλούσια εμπορικά κέντρα και βασιλικά θησαυροφυλάκια λεηλατήθηκαν, με τελικό αποτέλεσμα την πρόσκαιρη απώλεια κυριαρχίας. Οι μετέπειτα βασιλείς απεδείχθησαν μικρόψυχοι και μικροπρεπείς με μόνη επιδίωξη την διατήρηση του θεσμού της μοναρχίας.
Το τέλος
Το 224 μ.Χ ο Αρταξίας Α’, ο οποίος ήταν ο Πάρθος κυβερνήτης της επαρχίας Περσίς (Φαρς) που ανήκε στους Αχαιμενίδες, ανέτρεψε τον Αρτάβανο Δ’ και ίδρυσε την δυναστεία των Σασανιδών. Ο έσχατος Πάρθος βασιλέας Βολογάσης ΣΤ’ εξέδωσε το τελευταίο του νόμισμα το 228 μ.Χ. Οι Σασανίδες κυβέρνησαν το Ιράν μέχρι την κατάκτησή του από τους Ισλαμιστές το 641 μ.Χ. Οι Σασανίδες ήσαν ακραιφνείς «Ζωροάστρες» σε αντίθεση με τους Αρμένιους που αρχικά ήσαν Ζωροάστρες και κατόπιν ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Σασανιδών κατεφάνη ότι η αντιπαλότητα Περσίας και Ρώμης, άρχισε την Παρθιανή περίοδο καθότι όλες οι Ρωμαϊκές αναφορές στην Παρθία μετά το 228 μ.Χ, αφορούν στην αυτοκρατορία των Σασανιδών.
Βιβλιογραφία- Α. U. Pope, «A Survey of Persian Art» 2010
- Gabriele Puschnigg “Hellenistic echoes in Parthian Merv: transformation and adaptation in the ceramic repertoire” (2008)

ΠΗΓΗ : http://chilonas.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.