Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ ΑΠΑΜΕΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΟΡΟΝΤΟΥ.


   Η  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΠΟΛΗ  ΑΠΑΜΕΙΑ  ΕΠΙ ΤΟΥ  ΠΟΤΑΜΟΥ  ΟΡΟΝΤΟΥ
Με το όνομα Απάμεια αναφέρονταν πολλές πόλεις κατά την ελληνιστική περίοδο  (πιθανόν  πάνω  από  30).

 Οι  10  πιο  γνωστές από αυτές ήταν οι:
1.   Απάμεια (Ορόντου), στην Συρία.
2.   Άνω Απάμεια (Μεσηνής), μεταξύ Ευφράτη και Τίγρη ποταμών
3.   Κάτω Απάμεια (Μεσηνής), μεταξύ Ευφράτη και Τίγρη ποταμών
4.   Απάμεια (Ευφράτου),
5.   Απάμεια (Βιθυνίας),
6.   Απάμεια Θράκης,
7.   Απάμεια η Κιβωτός, στην Φρυγία.
8.   Απάμεια (η Ραγιανή)
9.   Απάμεια (η Μηδική)
10.  Απάμεια Καππαδοκίας
 
Η Απάμεια του  ποταμού  Ορόντου 

ήταν μία  αρχαία  Ελληνική  πόλη

στη  Κοίλη  Συρία.

Μερικές  από  τις  πιο  κοντινές  αξιόλογες  Ελληνικές  πόλεις:
 
 1.   Ακρόπολη Βεροίας /Χαλεπίου  111 χλμ
 2.   Κύρρος  156 χλμ
 3.   Αφέντρικα  180 χλμ
 4.   Άγιος Θύρσος (Θέρισσος)  195 χλμ
 5.   Διοκαισάρεια Κιλικίας  258 χλμ
 6.   Τύρος  263 χλμ
 7.   Νεολιθικό Ιερό του Γκόμπεκλι Τεπέ  302 χλμ
 8.   Η Αρχαία Πόλη Ασσούρ  621 χλμ
 9.   Σελεύκεια η επί του Τίγρη  789 χλμ
10.  Βαβυλώνα  804 χλμ
  https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=Gp0aK4axXKY#t=0
 


 ΠΡΟΣΕΞΤΕ  ΑΥΤΟΝ  ΤΟΝ  ΓΑΛΛΙΚΟ  ΧΑΡΤΗ:  Η  ΣΥΡΙΑ  ΕΙΝΑΙ  ΜΙΑ  ΑΠΕΡΑΝΤΗ  ΕΛΛΑΔΑ. 
ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΖΑΝ ΝΕΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.
(Ζεύγμα,  Λάρισσα,  Επιφάνεια,  Έμεσα,  Σαλαμινιάς,  Βέροια,  Χαλκίς,  Αντιόχεια,  Απάμεια,  Ζηνοβία...)

Την  Απάμεια  του  ποταμού  Ορόντου  την  έχτισε  δίπλα στον ποταμό Ορόντη ο Σέλευκος Νικάτωρ, γύρω στο 300 π.Χ.
Την  ονόμασε  Απάμεια, τιμώντας έτσι τη γυναίκα του Απάμα.
 Εκεί  κοντά  βρισκόταν  μία  περσική   πόλη  με  το  όνομα   Φαρνάκη  την  οποία  επανίδρυσε ο Αντίγονος Α΄ Μονόφθαλμος το 307 π.Χ.  και  την  ονόμασε  Πέλλα.

 
    Η μεγάλη λεωφόρος της Απάμειας.


Κατά την Σελευκιδική περίοδο απετέλεσε το στρατιωτικό κέντρο του ελληνιστικού κράτους της Συρίας, με ιπποφορβείο και 500 ινδικούς ελέφαντες (δώρο του Ινδού ηγεμόνα Σανδρακόττου στον Σέλευκο Α΄).

 Αποτέλεσε τη δεύτερη πρωτεύουσα του βασιλείου.
Εκτεινόταν πάνω σε ένα ομαλό οροπέδιο και στο μέσο της δυτικής πλευράς υψωνόταν η ακρόπολη. Το σχέδιό της ήταν ορθογώνιο και μια κύρια αρτηρία, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο, το χώριζε σε δύο τμήματα. Η πόλη τέλος προστατευόταν από ισχυρό τείχος σε σχήμα ακανόνιστου τετραπλεύρου που είχε διαστάσεις 2.100 Χ 1600 μ. περίπου. Η πόλη  άκμασε κατά τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο. Έπαιξε ρόλο στην κατάκτηση της Συρίας από τους Μωαμεθανούς και στους πολέμους των Σταυροφοριών.

Η Απάμεια είναι κυρίως γνωστή ως γενέτειρα του πολυμαθούς Μέσου Στωικού Ποσειδώνιου (135-51π.Χ.), ο οποίος υπήρξε μαθητής του Παναίτιου του Ρόδιου, ίδρυσε σχολή στη Ρόδο, όπου και δίδαξε σε Έλληνες και Ρωμαίους, ενώ το όνομά του έχει συνδεθεί και με την κατασκευή του μηχανισμού των Αντικυθήρων.
Το σημερινό της όνομα είναι Qal'aat al Madiq. 

 Ιωάννης Τραυλός, «Πόλεις των Σελευκιδών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.Ε΄, (1974), σελ. 473
 

   Ένα από τα 30 ψηφιδωτά που έχουν κλαπεί από την αρχαία Ελληνική  πόλη της Απάμειας,  κοντά  στην  σημερινή Χαμά.(Σύλλογος προστασίας αρχαιολογικής κληρονομιάς Συρίας). 
Ο  ΣΥΛΛΟΓΟΣ  ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ  ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ  ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ  ΤΩΝ  ΕΛΛΗΝΩΝ  ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ  ΜΕ  ΤΑ  ΙΣΛΑΜΙΚΑ  ¨ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ".

Η  ΣΗΜΕΡΙΝΗ  ΠΟΛΗ  ΤΗΣ  ΣΥΡΙΑΣ 

ΧΑΜΑ  ΕΙΝΑΙ  Η  ΑΡΧΑΙΑ 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΠΟΛΗ  ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ.

Η Χάμα   είναι  μία  πόλη στις όχθες του Ορόντη, στην κεντρική δυτική Συρία. Απέχει από τη Δαμασκό 213 χιλιόμετρα και βρίσκεται 29 χιλιόμετρα βόρεια της Χομς. Είναι πρωτεύουσα του κυβερνείου Χάμα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2010, η Χάμα έχει 698.928 κατοίκους, γεγονός που την κατατάσσει τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας μετά τη Δαμασκό, το Χαλέπι και τη Χομς.

Η Χάμα κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους, σε ένα μαίανδρο του Ορόντη, αλλά σύντομα αναπτύχθηκε γρήγορα. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, η Χάμα ήταν γνωστή με το όνομα Επιφάνεια. Τον 7ο αιώνα μ.Χ., η πόλη πέρασε στην αραβική σφαίρα επιρροής και το 1516 έγινε μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέχρι το 1918, όταν και πέρασε σε γαλλική κυριαρχία, όπως και η υπόλοιπη Συρία. Η πόλη ανεξαρτητοποιήθηκε, όπως και η Συρία, το 1946.

 

Ο  Ορόντης είναι ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος ποταμός της Συρίας με συνολικό μήκος ρου περίπου τα 400 χλμ.  Ο Ορόντης πηγάζει από τον Αντιλίβανο, κοντά στην αρχαία Ηλιούπολη (Μπάαλμπεκ), στην ανατολική πλευρά της Μπεκάα|Κοιλάδας Μπεκάα. Εκεί ρέει βόρεια, παράλληλα με την ακτογραμμή και τις οροσειρές Λίβανο και Αντιλίβανο. Kατευθύνεται προς βορρά, περνώντας από τις πόλεις Χομς και Χάμα. Σύμφωνα με τον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα, ο Ορόντης έρρεε υπογείως για μια απόσταση περίπου 8 χιλιομέτρων ανάμεσα στην Απάμεια και στην Αντιόχεια, όμως στην πραγματικότητα βρίσκεται μέσα σε ένα πολύ στενό και δυσπρόσιτο φαράγγι. Από την Αντιόχεια, (σημερινή Antakya), την οποία και παραρρέει, δεχόμενος προηγουμένως δύο παραποτάμους, τους Αφρή και Καρά-σου (ο Αφρή είναι ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Ορόντη), συνεχίζει με αντίθετη κατεύθυνση, από βορειοδυτικά προς νοτιοδυτικά. και τελικά εκβάλλει στη Μεσόγειο, νότια της Σελεύκειας, (σημερινή Σαμαντάγκ), στην τουρκική επαρχία Χατάι.


 

Το μήκος του ποταμού στον Λίβανο είναι 35 χιλιόμετρα, στη Συρία 325 χιλιόμετρα και στην Τουρκία 88 χιλιόμετρα. Οι Μπάζζα και Νατζίμπ υπολόγισαν ότι το μήκος του ποταμού στη Συρία είναι 336 χιλιόμετρα. Ο ποταμός σχηματίζει τα σύνορα Συρίας-Τουρκίας σε μήκος 31 χιλιομέτρων.  Στη περιοχή του Ορόντη, που αποτελεί και ένα φυσικό πέρασμα με ανάπτυξη σπουδαίων πεδίων έχουν γίνει πολλές ιστορικές μάχες. Επίσης ο ίδιος ο ποταμός αποτέλεσε φυσικό σύνορο κατά διάφορες ιστορικές εποχές τόσο από τους Αιγυπτίους μέχρι και τους Σταυροφόρους και Βυζαντινούς, καλούμενος τότε από τους Ενετούς Φαρφάρ. Αν και ο ποταμός λόγω του ισχυρού ρεύματός του δεν είναι ακόμη και σήμερα πλωτός, αποτελεί βασικό οικονομικό παράγοντα στη γεωργική ανάπτυξη της περιοχής.


 Στην αρχαία τέχνη ο Ορόντης απεικονίζεται συνήθως ως έφηβος γυμνός που αναδύεται από το νερό στα πόδια του περίφημου χάλκινου αγάλματος της «Τύχης της Αντιοχείας», που ήταν έργο του διάσημου Σικυώνιου γλύπτη Ευτυχίδη. Επίσης ο Ορόντης φέρονταν και στα νομίσματα της πόλης της Σικυώνας

 
 Τετράδραχμα της Αντιόχειας, ο Ορόντης

διακρίνεται δεξιά, στα πόδια της Φορτούνας 
Στην αρχαιότητα φερόταν με το όνομα Τυφών από τον γίγαντα Τυφώνα ή Τυφωέα, για τον οποίο υπήρχε ο μύθος ότι κεραυνοβολήθηκε από τον Δία από τον οποίο και άλλαξε στη συνέχεια το όνομά του. Επίσης λεγόταν και Αξιός, Δράκων και Λάδων. Αιτία αυτών των ονομάτων θεωρείται το πολύ ορμητικό ρεύμα, το οποίο ακόμη και σήμερα είναι απρόσιτο σε ποταμοπλοΐα, πέρα από το ύψος της Αντιόχειας.
 
   
   Ένα ψηφιδωτό από την Ελληνική 

πόλη Απάμεια της Συρίας που

κλάπηκε από τους τζιχαντιστές

Οι μύθοι που περιβάλλουν τον ποταμό καταδεικνύουν τις προσπάθειες να ελεγχθούν παραγωγικά τα νερά του και φανερώνουν τα έργα διευθέτησης των υδάτων του.

  Η μεγάλη λεωφόρος της Απάμειας.
 
α) Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Ορόντης, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, ερωτεύτηκε την Ωκεανίδα Νύμφη Μελίβοια και ξεχείλισε πλημμυρίζοντας την ύπαιθρο, ως τη στιγμή που τιθασεύτηκε από τον Ηρακλή.
β) Ο Ορόντης ήταν ένας Ινδός ήρωας, πολεμιστής φοβερός, είκοσι πήχεις ψηλός. Πληγώθηκε από τον Διόνυσο και αυτοκτόνησε. Το πτώμα του παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού που ονομάστηκε από τον ήρωα. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή άλλαξαν την πορεία του ποταμού για να διευθετήσουν την παλιά κοίτη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών βρήκαν μια μακριά γύψινη σαρκοφάγο, που περιείχε ανθρώπινο σκελετό τεραστίων διαστάσεων, για τον οποίο το μαντείο της Κλάρου είπε πως ανήκε στον ήρωα Ορόντη.
 

Ο Ορόντης ποταμός στα πόδια της
 προσωποποιημένης Αντιόχειας.
Πηγή: Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου

Χάλκινο αγαλμάτιο των αρχών του 2ου αι. π.Χ., αντίγραφο μεγάλου αγάλματος που ο γλύπτης Ευτυχίδης έφτιαξε γύρω στο 300 π.Χ., όταν ο Σέλευκος ίδρυσε την Αντιόχεια της Συρίας. Παριστάνεται σε βράχο η Τύχη, μία από τις Ωκεανίδες στη Θεογονία, με διάδημα που μιμείται τα τείχη της πόλης Αντιόχειας και κρατώντας δέσμη από στάχυα στο χέρι. Κάτω από τα πόδια της εμφανίζεται, ορατός μέχρι τη μέση και προσωποποιημένος σαν νέος που κολυμπά, ο ποταμός Ορόντης, στην αριστερή όχθη του οποίου κτίστηκε η πόλη.
  "Τῆς δὲ Ἀσίας διετάξατο κρατεῖν καὶ βασιλεύειν Ἀντίγονον τὸν λεγόμενον Πολιορκητὴν ἕως τῆς Κιλικίας καὶ τοῦ Δράκοντος ποταμοῦ τοῦ νυνὶ λεγομένου Ὀρόντου τοῦ διορίζοντος τὴν Κιλικίαν χώραν καὶ τὴν Συρίαν, ὅστις Τυφῶν καὶ Ὀφίτης καλεῖται."     ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΛΑΛΑΣ,
 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ, ΗΛΙΟΔΡΟΜΙΟΝ, ΑΘΗΝΑ 2001



                                 Ο  ΠΟΤΑΜΟΣ  ΟΡΟΝΤΗΣ 
  ΣΤΗΝ  ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ

Πηγές  Αντιλίβανος, κοντά στο Λαμπβέχ

Εκβολές  Μεσόγειος Θάλασσα,
στη Επαρχία  (της  σημερινής  Τουρκίας) Χατάι.

 
 
   Ο Παυσανίας παραδίδει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας (Τιβέριος) θέλησε να κάνει τον ποταμό Ορόντη πλωτό από τη θάλασσα μέχρι την Αντιόχεια. Με την κατασκευή του καναλιού η αρχαία κοίτη ξεράθηκε και αποκαλύφθηκε σε αυτήν φέρετρο ένδεκα πηχών με έναν ανθρώπινο σκελετό ανάλογου μήκους. Οι Έλληνες συμβουλεύτηκαν το μαντείο της Κλάρου, το οποίο τους είπε πως ο νεκρός ήταν ο Ορόντης, ινδικής καταγωγής (Παυσ. 8,29,3).

Στην πρόσοψη  του Διονυσιακού Θεάτρου που ίδρυσε ο Νέρων εικονίζεται μια γυναίκα που κρατάει το κέρας της Αμάλθειας, η οποία σύμφωνα με κάποιους είναι η Τύχη και κατ΄ άλλους η Ειρήνη. 
 
     Ο  ΟΡΟΝΤΗΣ  ΠΟΤΑΜΟΣ 
  ΣΤΗΝ  ΣΗΜΕΡΙΝΗ  ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ
Γύρω στα 300 π.Χ. ο Σέλευκος Α’ ίδρυσε την Αντιόχεια της  Συρίας και διευκόλυνε την εγκατάσταση σ’ αυτή  πολλών   Ελλήνων κατοίκων. Τότε έγινε για την πόλη ένα μπρούτζινο άγαλμα της θεάς Τύχης, έργο του Σικυώνιου πλάστη Ευτυχίδη, γνωστό σήμερα από το σωζόμενο μαρμάρινο αντίγραφο του Βατικανού: η θεά απεικονίστηκε ως νεαρή κόρη, καθισμένη σε  βράχο, με στέμμα στο κεφάλι που είχε τη μορφή του οχυρωτικού περιβόλου της Αντιόχειας, με του πύργους του. 

Στο δεξί χέρι κρατούσε, αντί του κέρατος της αφθονίας, μικρή  δέσμη από στάχυα, ενώ κάτω από τα πόδια της απεικονίστηκε προσωποποιημένος ο Ορόντης ποταμός (στην αριστερή όχθη  του οποίου είχε ιδρυθεί η πόλη) με μια μορφή ωραίου νέου  που πρόβαλλε από το νερό ως τη μέση.



         
                ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ 
        ΠΟΛΕΙΣ  ΤΗΣ  ΣΥΡΙΑΣ.

Δίπλα από  την  Απάμεια  υπήρχαν μικρότερες  Ελληνικές πόλεις όπως τα Μέγαρα, η Λάρισα και η Απολλωνία (Στράβωνας ις, 752).

Ονομαστές ελληνικές πόλεις της Συρίας είναι και οι ακόλουθες:

Η παραλιακή Λαοδίκεια, που έλαβε το όνομα της μητέρας του Σέλευκου, ήταν επιφανής πόλη, όπως και η Σελεύκεια η εν Πιερία, μια εμπορική πόλη στις εκβολές του Ορόντη ποταμού.

Η Αρέθουσα – κτίσμα του Σέλευκου του Νικάτορα, η Επιφάνεια επί του Ορόντη ποταμού – κτίσμα του Αντίοχου του επιφανούς, η Επιφάνεια η προς τον Ευφράτη, η Βαμβύκη ή Ιεράπολις, η Βέροια, η Ηράκλεια, η Ποσείδιον, το Ηράκλειον (παραθαλάσσιες και οι δύο) και η πόλις  Νυμφαίον.

Βόρεια της Αντιόχειας απαντούνταν οι ακόλουθες πόλεις: η Αντιόχεια προς Ταύρο, η Γερμανικεία, η Δολίχη, η Νικόπολις, η Κυρηστινή και η Σελευκόβηλος.

Ακολούθως η Δαμασκός, «ο οφθαλμός της Ανατολής», μετά την νίκη του Μ. Αλεξάνδρου στον Ισσό ποταμό, κατέστη ελληνική πόλη και αποικίστηκε υπό ελλήνων. Από τις διασωθείσες δε επιγραφές πληροφορούμαστε ότι στην Δαμασκό λάμβαναν χώρα και Ολυμπιακοί Αγώνες. Η πόλη Χαλκίς η επί Βήλω (ποταμός) ήταν μια ακόμη ονομαστή Ελληνική αποικία στη Συρία, κτίσμα του Σέλευκου Νικάτορος, η οποία ήτο και πατρίδα του φιλοσόφου Ιάμβλιχου του θείου. Υπήρχε και άλλη Χαλκίδα, κοντά στη Βέροια, που ονομάστηκε Κινναστρίν. Η Έμεσα – σημερινή Χομς – ήταν πατρίδα του περίφημου φιλοσόφου Ποσειδώνιου του Στωϊκού. Η πόλη της Παλμύρας, βορειοανατολικά της Δαμασκού, η αποκαλούμενη και «νύμφη της ερήμου», βρίθει ελληνικών επιγραφών.

 

Μερικοί ονομαστοί Έλληνες οι οποίοι γεννήθηκαν,  έδρασαν και μεγαλούργησαν στην περιοχή αυτή είναι οι ακόλουθοι: 

    Ο Ιστοριογράφος Απολλόδωρος ο Αρτεμίτης, ο Ιατροφιλόσοφος Απολλώνιος εξ Αντιοχείας, ο στωϊκός Φιλόσοφος Απολλοφάνης εξ Αντιοχείας, ο υιός του Ιάμβλιχου Αρίστων, ο Ποιητής Αρχίας εξ Αντιοχείας, ο Ρητοροδιδάσκαλος Δημήτριος ο Σύρος, ο στωϊκός Φιλόσοφος Διογένης εκ Σελευκείας, ο Μίθρης ο εκ Συρίας, ο Ιστορικός Σέλευκος ο Εμεσηνός κ.α.  

Ενδεικτικά αναφέρω και ορισμένους εκκλησιαστικούς συγγραφείς: ο Ιγνάτιος επίσκοπος Αντιοχείας, 1oς μ.Χ. αιών (οι επιστολές του υπάρχουν στον 4ο τόμο της Ελληνικής Πατρολογίας του Migne), ο Θεόφιλος επίσκοπος Αντιοχείας, (Ελληνική Πατρολογία Migne – τόμος 6), ο Σεραπίων Αντιοχείας, ο Μαλχίων ο Πρεσβύτερος, ο Απολλινάριος εκ Λαοδίκειας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Παύλος Σαμοσατεύς, ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Αββάς Ζωσιμάς, ο Ιωάννης Μόσχος συγγραφεύς του Λειμωνάριου, ο νομομαθής Θεόδωρος Βαλσαμών Πατριάρχης Αντιοχείας, ο Ευάγριος ο σχολαστικός συγγραφεύς Εκκλησιαστικής Ιστορίας,  κ.α. 

 ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ



 












 


 


   
 



    




   






    
 

 



 

 

 

 




 

 


 


 

 

 
 
 
 
 


 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.