Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει. Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
Η παιδική ηλικία, οι έρωτες, τα ελαττώματα και γιατί δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα.
Ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον "Άγνωστο Σολωμό" του λογοτέχνη Κ. Καιροφύλα δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από την εβδομαδιαία εφημερίδα "Η Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος" από το πρώτο φύλλο έκδοση της στις 12 Δεκεμβρίου 1926 μέχρι και τις 20 Μαρτίου 1927. Από το πλουσιότατο και εξαιρετικό αφιέρωμα προς τον εθνικό ποιητή, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία της 82χρονης - τότε - Ελένης Σολωμού (δεύτερη σύζυγος του αδερφού του ποιητή και θεία του Καιροφύλα), η οποία μοιράστηκε τις αναμνήσεις που είχε προηγουμένως μοιραστεί μαζί της ο σύζυγος της και αδελφός του Διονυσίου Σολωμού, Δημήτρης.
Ρίγη συγκίνησης προκαλεί σε πολλούς ρωμιούς το άκουσμα τού εθνικού ύμνου, των δύο πρώτων από τις 158 στροφές τού ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» -που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός και μελοποίησε ο Νικόλαος Μάντζαρος- γνωρίζοντας αυτά που έμαθαν στο σχολείο, ότι δηλαδή αναφέρεται στην ελευθερία, η οποία είναι βγαλμένη από τα ιερά κόκκαλα των ελλήνων, μη έχοντας ιδέα σε τι αναφέρονται οι υπόλοιπες 156 στροφές.
Ο Σολωμός, για το έργο του αυτό αποκλήθηκε εθνικός ποιητής τιμώμενος τα μέγιστα ως ένας από τούς μεγαλύτερους ποιητές, ενώ ολόκληρος ο ύμνος του προβλήθηκε ως αριστούργημα από το κατεστημένο, αποτέλεσε την αιχμή τού δόρατος των εθνοποιητικών μηχανισμών τής Ρωμιοσύνης και τον πυρήνα τού νεοελληνικού εθνικισμού.
γράφει οΓιάννης Παπακώστας,καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονυσίου Σολωμού έχουν γραφεί αρκετές μελέτες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν κυρίως ερμηνευτικό χαρακτήρα. Εκείνο όμως που δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς είναι η σχέση του Σολωμού με τις σύγχρονες γραπτές ιστορικές μαρτυρίες και ο τρόπος που ο ποιητής χρησιμοποιεί τις πηγές αυτές. Η ανάγκη της διερεύνησης μου δημιουργήθηκε εντονότερα πρόσφατα, όταν, επεξεργαζόμενος το Ημερολόγιον της Πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, βρέθηκα μπροστά σε ένα πλήθος ευρήματα. Το Ημερολόγιον, που εκδόθηκε το 1926 από τον ΣΩΒ, με επιμέλεια Γεωργίου Δροσίνη, στηρίζεται κυρίως στα Ελληνικά Χρονικά, την εφημερίδα δηλαδή που έβγαζε στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ και εκδόθηκε με την ευκαιρία των εκατό χρόνων από τη Μεγάλη Εξοδο. Το φύλλο κυκλοφόρησε την 1η Ιανουαρίου 1824 και σταμάτησε στις 20 Φεβρουαρίου 1826 λόγω καταστροφής του τυπογραφείου από εχθρική βόμβα. Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα και σε ειδική στήλη με τον τίτλο «Τοπικαί ειδήσεις» δημοσιεύονταν πληροφορίες, στιγμιότυπα, περιγραφές και άλλες συναφείς ειδήσεις σχετικά με την πολιορκία.
Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη.
Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του ιταλού δασκάλου του Ρώσση. Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ’ όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής.
Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος. Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα «Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάυρον» και ακολούθησαν «Η καταστροφή των Ψαρών», «Η Φαρμακωμένη», «Ο Λάμπρος», «Εις Μοναχήν», «Ο Κρητικός», «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Ο Πορφύρας».
Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».
Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ’ ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.