Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Οι μάχες των Πλαταιών και της Μυκάλης. 4 Βοηδρομιώνος του 479 π.Χ .


Μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα, η Αθήνα, η Σπάρτη και οι σύμμαχοί τους βρίσκονται μπροστά στο ερώτημα: Να συνεχίσουν την καταδίωξη των περσικών πλοίων ή να αρκεστούν στη νίκη τους στη Σαλαμίνα. Αν οι Έλληνες έμεναν άπραγοι, δεν θα μπορούσαν να καρπωθούν τα οφέλη που απέρρεαν από τη μεγάλη αυτή ναυτική τους επιτυχία. Στο σημείο αυτό βλέπουμε να διχάζονται οι απόψεις και να δημιουργείται πολιτική κατάσταση στην Ιωνία και την Αθήνα από τη μια μεριά και στη Σπάρτη από την άλλη.
Αν και η ελληνική νίκη στη Σαλαμίνα ήταν ένα αποφασιστικό χτύπημα στο ναυτικό της Περσίας, το περσικό πεζικό δεν είχε ηττηθεί και ήταν αριθμητικά υπέρτερο από αυτό των Ελλήνων. Όμως ο τακτικός ανεφοδιασμός του ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση, καθώς μάλιστα πλησίαζε και ο χειμώνας. Από την άποψη αυτή η απώλεια του περσικού ναυτικού ήταν μια σοβαρή ατυχία.
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς παρουσιάζουν τον Ξέρξη να οπισθοχωρεί μέσω ξηράς προς τον Ελλήσποντο, μέχρις ότου φτάνει στα Σούσα. Δεν μπορούσε να διατηρεί μεγάλα χερσαία στρατεύματα στην Ελλάδα, αν δεν ήταν απολύτως βέβαιος για τον ανεφοδιασμό τους.
Όμως, δεν ήταν ακόμα σε πολύ δύσκολη θέση. Ο πραγματικός κίνδυνος γι’ αυτόν δεν ήταν στην Αττική, αλλά στην Ιωνία. Επειδή ήταν φυσικό να φοβάται την εξέγερση των Ιώνων (ξέσπασε τον επόμενο χρόνο) και των άλλων υποταγμένων λαών, όταν θα μάθαιναν τα νέα για τη συντριπτική ήττα του περσικού στόλου στη Σαλαμίνα.
Έπρεπε να εξασφαλίσει την υποχώρησή του, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει την προσπάθεια να καταλάβει την Ελλάδα. Γι’ αυτό ακριβώς ο στόλος απέπλευσε προς τον Ελλήσποντο, για να διαφυλάξει τη γέφυρα του Ελλήσποντου και τη γραμμή υποχώρησης. Με την απώλεια ελέγχου και κυριαρχίας στη θάλασσα, ρισκάρει τον κύριο όγκο του στρατού του, αφήνοντας τη διοίκηση των χερσαίων δυνάμεων στον ξάδελφό του, τον στρατηγό Μαρδόνιο, για να συνεχίσει τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο οποίος υποσχόταν στον Ξέρξη την κατάκτηση της Ελλάδας. Άλλωστε η εποχή ήταν πολύ προχωρημένη, γι’ αυτό αποφάσισε να αναβάλει τις επιχειρήσεις του για την επόμενη άνοιξη και να περάσει τον χειμώνα στη Θεσσαλία.
Όταν ο Ξέρξης έφτασε στον Ελλήσποντο, η γέφυρα δεν υπήρχε πια, είτε γιατί είχε καταστραφεί από καταιγίδα είτε γιατί τα πλοία της είχαν χρησιμοποιηθεί ως μεταγωγικά. Ο στόλος του τον μετέφερε στην Άβυδο κι από εκεί έφτασε στις Σάρδεις.
Ο Σπαρτιάτης στρατηγός Κλεόμβροτος ήταν έτοιμος να προελάσει από τον Ισθμό, με σκοπό να καταφέρει ένα ισχυρό χτύπημα στα τμήματα του περσικού στρατού που υποχωρούσαν, πριν φτάσουν στη Βοιωτία. Η ολική έκλειψη του ηλίου, όμως, θεωρήθηκε κακός οιωνός και γι’ αυτό παραιτήθηκε από το σχέδιό του και γύρισε στην Πελοπόννησο. Ο Θεμιστοκλής προσπάθησε να παρακινήσει τους ναυάρχους να δώσουν συνέχεια στην πλεονεκτική τους θέση, να καταδιώξουν τον περσικό στόλο στον Ελλήσποντο και να καταστρέψουν τη γέφυρα. Τότε, φυσική συνέπεια αυτού θα ήταν να εξεγερθούν οι Έλληνες της Ιωνίας. Οι Πελοποννήσιοι, όμως, δεν ήθελαν να πλεύσουν τόσο μακριά από την πατρίδα τους, επειδή ο Ισθμός ήταν ακόμα κάτω από την απειλή του περσικού στρατού.
Οι Έλληνες στρατηγοί γιόρτασαν τη σπουδαία νίκη τους και συναντήθηκαν στον Ισθμό για να μοιράσουν τα λάφυρα και να απονείμουν βραβεία. Οι Έλληνες όμως, και συγκεκριμένα οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες, δεν φαινόταν εύκολο να πετύχουν συνεργασία για τη συνέχιση του αγώνα κατά των Περσών.

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ
Τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και τη μεγαλειώδη νίκη του Θεμιστοκλή επί του ανώτερου αριθμητικά, αλλά και ως προς τον στρατιωτικό εξοπλισμό, περσικού στόλου, δεν μπορούμε να τη δούμε απομονωμένη από την επίδραση της στις πολιτικές συνθήκες που κυριαρχούσαν την εποχή εκείνη στην Περσία. Η ναυμαχία αυτή ήταν χρονικά η αρχή μιας σειράς γεγονότων, ενός ολόκληρου πολέμου, που τελικά τερματίστηκε επίσημα 30 χρόνια αργότερα με την ειρήνη του Καλλία, το 449 π.Χ.
Αν της ήττας των Περσών στη Σαλαμίνα προηγήθηκε πράγματι η πανουργία του Θεμιστοκλή ή αν αυτή ήταν αποτέλεσμα μόνον της υπερβολικής αυτοπεποίθησης του Ξέρξη και των στρατηγών του, είναι μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε σήμερα.
Γεγονός ήταν ότι ο περσικός στόλος μπήκε στον όρμο της Σαλαμίνας χωρίς να υπάρχει γι’ αυτό φανερή αναγκαιότητα και εκεί ηττήθηκε κατά κράτος μέσα σε χρονικό διάστημα 12 ωρών από το στόλο των ελληνικών συμμαχικών δυνάμεων, που ήταν σαφώς κατώτερος αριθμητικά σε πλοία, άντρες και όπλα.
Άναυδος και εξοργισμένος πρέπει να παρακολούθησε ο Ξέρξης την καταστροφή του στόλου του στο στενό της Σαλαμίνας. Όσοι Πέρσες κατόρθωσαν να σωθούν, αποσύρθηκαν στο Φάληρο, το παλιό λιμάνι των Αθηναίων.
Η ναυμαχία της Σαλαμίνας αναχαίτισε την ορμητική επέλαση των Περσών, που είχαν φτάσει μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου. Η περσική ηγεσία είχε παραλύσει και σίγουρα έδειχνε προς το παρόν ανίκανη να εκπονήσει νέα σχέδια. Για τη συνέχιση της εκστρατείας κατά της Ελλάδας, η ήττα του περσικού στόλου σήμαινε σε πρώτη φάση, τον προσωρινό τερματισμό, αφού αποκλειόταν μια περαιτέρω δια ξηράς προέλαση εναντίον της Πελοποννήσου, χωρίς την υποστήριξη από τη θάλασσα.
Η είδηση της ήττας εξαπλώθηκε σύντομα στην Περσία. Σημειώθηκαν στάσεις στη Χαλκιδική και, κάτι ιδιαίτερα οδυνηρό, σε κεντρικές περιοχές της αυτοκρατορίας, όπως στη Βαβυλώνα, που το 482 π.Χ. είχε στασιάσει και πάλι. Η καταστολή των στάσεων έγινε με πολύ σκληρότητα. Στις στάσεις στη Χαλκιδική δόθηκε γρήγορα τέρμα. Μόνον η άμυνα της Ποτίδαιας διήρκησε περισσότερο. Ο περίφημος ναός του Μπελ-Μαρντούκ στη Βαβυλώνα καταστράφηκε και καταργήθηκε η ξεχωριστή βασιλεία της Βαβέλ.
Πιθανή αιτία της στάσης θεωρήθηκε η ασυνήθιστη σκληρή στάση του Ξέρξη κατά της ανεξιθρησκίας. Η έλλειψη κυρίως ανοχής σε θρησκευτικά έθιμα, ήταν μια νέα κίνηση στη μέχρι τότε συμπεριφορά των Περσών βασιλιάδων, που πριν τον Ξέρξη είχε παρατηρηθεί μόνον επί Καμβύση Β', του κατακτητή της Αιγύπτου. Σίγουρα, όμως, η στάση αυτή δεν προκλήθηκε από κάποια πολιτική κατάσταση, αλλά από άλλους λόγους.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΙΚΗ
Διαφορετικά διαδραματίστηκαν τα πράγματα με το νικητή της Σαλαμίνας. Ο Θεμιστοκλής είχε σαφές σχέδιο στρατηγικής. Ήθελε να επεκτείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις μέχρι τον Ελλήσποντο. Όμως οι Έλληνες αντέδρασαν διστακτικά και ο στόλος προχώρησε με «μισή καρδιά» μέχρι το ύψος της Άνδρου, κίνηση που δεν έφερε αποτέλεσμα.
Λέγεται ότι σε περίπτωση μιας ολοκληρωμένης επίθεσης, κανένα περσικό πλοίο δεν θα επέστρεφε στην πατρίδα του, ενώ και ο στρατός ξηράς θα βρισκόταν σε άσχημη θέση χωρίς ενισχύσεις. Το σχέδιο του Θεμιστοκλή απέτυχε, γιατί οι Έλληνες (κατά τον Bengtson) «δεν είχαν συνηθίσει ακόμα να σκέφτονται μακροχρόνια. Στο μυαλό τους κυριαρχούσε ακόμα το προσωρινό, σύμφωνα με το οποίο οι πολεμικές συγκρούσεις θεωρούνταν ‘συνώνυμες’ των μαχών σώμα προς σώμα, ενώ τους ήταν ξένη η ιδέα της ολοσχερούς καταστροφής του αντιπάλου».
Ακόμα και η ναυτική επιχείρηση του Σπαρτιάτη Λεωτυχίδη, που έγινε αργότερα προς τη Δήλο, σήμαινε μόνο ότι δεν υπήρχε θέληση ή δυνατότητα να πραγματοποιηθούν τα σχέδια του Θεμιστοκλή.

ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
Το περσικό πεζικό, μετά την ήττα στη Σαλαμίνα παρέμεινε αρχικά στην Αθήνα. Ένα μέρος του επέστρεψε με τον Ξέρξη στην Περσία, με την πρόθεση να επανακτήσει τον έλεγχο στην αυτοκρατορία του, να αποκαταστήσει και να διατηρήσει την τάξη και μετά να προετοιμαστεί για μια νέα εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας. Το άλλο τμήμα του στρατού, που παρέμεινε στην Ελλάδα υπό τις διαταγές του Μαρδόνιου, ξεχειμώνιασε αρχικά στη Θεσσαλία και μετά εισέβαλε στη Βοιωτία, συνιστώντας μια άμεση και συνεχή απειλή για τους Έλληνες. Ιδιαίτερα δυσάρεστη ήταν η κατάσταση αυτή για τους Αθηναίους, των οποίων η πόλη δεν διέθετε ακόμα προστατευτικά τείχη.
Την άνοιξη ο Μαρδόνιος ενώθηκε με τον Αρτάβαζο και τους στρατιώτες που είχαν συνοδεύσει τον Ξέρξη στον Ελλήσποντο. Φαίνεται ότι είχε ενημερωθεί καλά για τη μοιραία διάσταση συμφερόντων μεταξύ των Αθηναίων και των Πελοποννησίων και ανέπτυξε από τη βάση του στη Θεσσαλία έντονη διπλωματική δραστηριότητα, με σκοπό να διασπάσει την αναγκαστική συμμαχία των Ελλήνων. Οι προσπάθειές του στόχευαν κυρίως στο να αποσπάσει από την ελληνική συμμαχία την πόλη της Αθήνας, η οποία αφενός απειλείτο περισσότερο από την άμεση παρουσία των περσικών στρατευμάτων, αφετέρου, όμως, αποτελούσε και τη σημαντικότερη δύναμη της συμμαχίας, κατά την εκτίμηση των Περσών.
Έστειλε στους Αθηναίους τον βασιλιά των Μακεδόνων Αλέξανδρο Α', ο οποίος το αργότερο την άνοιξη του 479 π.Χ., παρουσιάστηκε με σημαντικές προσφορές στην Αθήνα ως διαμεσολαβητής των Περσών. Σ’ αυτές περιλαμβάνονταν επέκταση της αθηναϊκής κυριαρχίας, αυτονομία, και επανόρθωση των ζημιών που είχε υποστεί η Αθήνα, με μοναδικό αντάλλαγμα τη συμμαχία της ως ισότιμης και ανεξάρτητης δύναμης.
Η στιγμή της διπλωματικής επίθεσης είχε επιλεγεί ύστερα από πολλή μελέτη και φαινόταν να είναι ευνοϊκή. Το χειμώνα 480/79 σημειώθηκε στην Αθήνα πολιτική μεταστροφή. Ο Θεμιστοκλής είχε χάσει το αιρετό αξίωμα του στρατηγού. Παρόλα αυτά, είναι προς τιμή των Αθηναίων η απάντηση που έστειλαν στον Μαρδόνιο: «Τώρα να αναγγείλεις στον Μαρδόνιο, ότι οι Αθηναίοι λένε, ότι, ενόσω ο ήλιος ακολουθεί την ίδια οδό, που πορεύεται σήμερα, ποτέ δε θα συμφωνήσουμε με τον Ξέρξη». Έτσι, η πρεσβεία του Αλέξανδρου ισχυροποίησε περισσότερο την ελληνική συμμαχία. Η απροθυμία της Σπάρτης μετά την μάχη των Θερμοπυλών και λίγο πριν την μάχη των Πλαταιών, δεν βοήθησε τους Έλληνες. Φαίνεται όμως ότι το παραπάνω γεγονός έκανε τους Σπαρτιάτες να πάρουν την απόφαση να συνεργαστούν με την Αθήνα και να λάβουν μέρος σοβαρά στον πόλεμο. Σπαρτιάτες πρέσβεις υποσχέθηκαν ότι ένα στράτευμα θα βάδιζε στη Βοιωτία. Οι Αθηναίοι πίεζαν, επειδή η κατάστασή τους είχε γίνει αφόρητη. Το καλοκαίρι, ο Μαρδόνιος είχε εκστρατεύσει κατά της Αθήνας. Ο πληθυσμός της αναγκάστηκε να καταφύγει και πάλι στη Σαλαμίνα και τα περσικά στρατεύματα ερήμωσαν την πόλη για ακόμα μια φορά. Μετά τις πιέσεις αυτές, τελικά αποφασίστηκε η αποστολή στρατιωτικής δύναμης κατά του Μαρδόνιου, που είχε εισβάλει στη Βοιωτία για να καταλάβει και πάλι την Αττική.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΑΙΕΣ
Το καλοκαίρι του 479 π.Χ., 5.000 Σπαρτιάτες οπλίτες (με 7 είλωτες ο καθένας), μαζί με 5.000 Λακεδαιμόνιους περίοικους (με έναν ελαφρά οπλισμένο είλωτα, ο καθένας) βάδισαν προς τον Ισθμό με επικεφαλής τον Παυσανία. Αυτός ήταν ένας αρκετά μεγάλος στρατός και ποτέ στο παρελθόν η Σπάρτη δεν είχε στείλει τόσο μεγάλη δύναμη στο πεδίο της μάχης.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε για την άφιξη των Λακεδαιμονίων στον Ισθμό, έφυγε από την Αττική μέσω της Δεκέλειας, πέρασε το βουνό Πάρνων και μπήκε στην Βοιωτία. Βαδίζοντας επί δύο μέρες κατά μήκος του Ασωπού, στρατοπέδευσε στη βόρεια όχθη του ποταμού, κοντά την πόλη των Πλαταιών. Ο αριθμός των Περσών και των συμμάχων τους ήταν περίπου 300.000 (ανάμεσά τους και 10.000-20.000 Έλληνες που μήδισαν).
Στον Ισθμό, ο στρατός του Παυσανία συναντήθηκε με άλλους συμμάχους από την Πελοπόννησο (Τεγεάτες, Κορίνθιοι, Μυκηναίοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι κ.ά.) και όλοι μαζί προχώρησαν με κατεύθυνση τα Μέγαρα. Εκεί ενισχύθηκαν με 3.000 Μεγαρείς και ενώθηκαν με 8.000 Αθηναίους οπλίτες, οι οποίοι ήλθαν από την Σαλαμίνα υπό την αρχηγία του Αριστείδη. Η πόλη των Πλαταιών συνεισέφερε 600 οπλίτες. Ο αριθμός των ελληνικών δυνάμεων έφθανε τώρα τις 38.000 οπλίτες, οι οποίοι μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες και τους είλωτες πλησίαζε τις 110.000 άνδρες. Ο αριθμός αυτός συμπεριλάμβανε τους 1.800 σχεδόν άοπλους Θεσπιείς. Δεν υπήρχε ιππικό και οι τοξότες ήταν πολλοί λίγοι.
Οι Έλληνες βάδισαν πάνω από τις κορυφές του Κιθαιρώνα και κατεβαίνοντας από το βόρειο τμήμα είδαν το στρατόπεδο του Περσικού στρατού στην πεδιάδα του Ασωπού. Ο ελληνικός στρατός παρατάχθηκε στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, στα νότια του Ασωπού.

ΜΙΚΡΟΣΥΜΠΛΟΚΕΣ
Οι Πέρσες ήθελαν να παρασύρουν τους Έλληνες βόρεια του Ασωπού, για να δώσουν τη μάχη στην ανοιχτή πεδιάδα, που θα επέτρεπε την πλήρη ανάπτυξη του ιππικού τους. Αντίθετα, οι Έλληνες, που δεν είχαν ιππικό, προτιμούσαν να γίνει η μάχη σε ορεινό έδαφος, νότια του ποταμού, πράγμα που πέτυχε τελικά ο Παυσανίας.
Ο βασιλιάς Παυσανίας, που περίμενε καλούς οιωνούς από τις θυσίες, κρατούσε τις δυνάμεις του μακριά από τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού, κοντά στις Ερυθρές, όπου το έδαφος ήταν ανόμοιο και τραχύ, αλλά ακόμα και αυτό δεν εμπόδισε τον Μαρδόνιο να στείλει το ιππικό του κατά των Ελλήνων, υπό τον στρατηγό Μασίστιο. Όταν οι Μεγαρείς βρέθηκαν σε μεγάλο κίνδυνο και είχαν μεγάλες απώλειες, 300 Αθηναίοι οπλίτες επέτυχαν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες, σκοτώνοντας τον μεγαλόσωμο και γενναίο Μασίστιο. Το σώμα του, το παρέλασαν θριαμβευτικά επάνω σε άρμα. Μετά την επιτυχή απόκρουση του περσικού ιππικού από τους Αθηναίους, ο Μαρδόνιος αναγκάστηκε να το αποσύρει.
Το γεγονός αυτό ενθουσίασε τον Παυσανία, ο οποίος μετακίνησε το στράτευμα δυτικότερα, προς τις Πλαταιές, και το παρέταξε στην δεξιά πλευρά του Ασωπού, κοντά στη Γαργαφία. Τη δεξιά πτέρυγα της ελληνικής παράταξης κατείχαν οι Σπαρτιάτες, την αριστερή οι Αθηναίοι και στο κέντρο ήταν παρατεταγμένοι οι υπόλοιποι Έλληνες.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε την αλλαγή της θέσεως των Ελληνικών δυνάμεων, διέταξε τον στρατό του να πάρει θέση απέναντι τους, στην άλλη όχθη του Ασωπού. Ο ίδιος πήρε το πόστο της αριστεράς πτέρυγας, αντιμέτωπος των Λακεδαιμονίων. Ο υπόλοιπος στρατός του, αποτελούμενος από τους Έλληνες που είχαν προσχωρήσει στους Πέρσες, 50.000 τον αριθμό, ήταν αντιμέτωπος των Αθηναίων. Στο κέντρο του Μαρδόνιου αποτελείτο από Ινδούς και Βακτριανούς. Ολόκληρος ο στρατός ανερχόταν στους 300.000 άνδρες.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΛΑΤΑΙΩΝ

Οι δύο αντίπαλοι έμειναν αντιμέτωποι στις νέες τους θέσεις, επί οκτώ μέρες, και η επίθεση αναβλήθηκε και από τις δύο πλευρές, λόγω κακών οιωνών. Την όγδοη ημέρα ο Μαρδόνιος με την συμβουλή του Θηβαίου αρχηγού Τιμαγενίδα, έστειλε το ιππικό του κι απέκοψε τη διάβαση του Κιθαιρώνα, από όπου ανεφοδιάζονταν οι Έλληνες και κατέλαβε μεγάλη αποστολή με εφόδια, σε μια πλαγιά του Κιθαιρώνα. Ο Αρτάβαζος επίσης τον συμβούλευσε να συνεχίσει αυτήν την τακτική ενοχλήσεων, αλλά ο Μαρδόνιος ήταν ανυπόμονος και διέταξε το ιππικό του να επιτεθεί, καταλαμβάνοντας τη Γαργαφία πηγή, από όπου υδρεύονταν οι Έλληνες.
Ο Παυσανίας συγκάλεσε το πολεμικό συμβούλιο και πήραν την απόφαση να οπισθοχωρήσουν προς την κατεύθυνση των Πλαταιών, σε μια τοποθεσία που την έλεγαν Νησί και βρισκόταν δυο χιλιόμετρα μακρύτερα, στη μισή απόσταση από την πόλη των Πλαταιών. Όταν ο Παυσανίας έδωσε το βράδυ την διαταγή για οπισθοχώρηση, μερικοί από τους Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να ακολουθήσουν. Οι απειλές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα να πεισθεί ο Σπαρτιάτης λοχαγός Αμομφεράτος, ο οποίος παίρνοντας μία μεγάλη πέτρα, την πέταξε στα πόδια του Παυσανία, με την εξής φράση: «με αυτή την πέτρα δίνω την ψήφο μου να μην οπισθοχωρήσω». Ο Παυσανίας, που δεν είχε καιρό να χάσει γιατί το ξημέρωμα έφτανε, άφησε τον Αμομφεράτο και τον λόχο του πίσω και βιάστηκε να πάει στο Νησί. Αργότερα ο Αμομφεράτος τους ακολούθησε. Τη νύχτα της 26ης προς την 27η Αυγούστου ξεκίνησαν χωρίς συνοχή τα τρία τμήματα της ελληνικής παράταξης χωριστά για την προκαθορισμένη τοποθεσία.
Το πρωί της 27ης Αυγούστου, πριν προλάβουν να συγκεντρωθούν όλοι οι Έλληνες εκεί, ο Μαρδόνιος αντιλήφθηκε την ελληνική οπισθοχώρηση και θέλοντας να επωφεληθεί της ευκαιρίας, διέταξε την επίθεση. Ο περσικός στρατός περνώντας το ποτάμι του Ασωπού, άρχισε να ρίχνει βέλη στους Έλληνες, οι οποίοι όμως δεν ανταπέδωσαν, περιμένοντας ακόμη τους καλούς οιωνούς από τις θυσίες. Όταν τελικά οι θυσίες καρποφόρησαν, άρχισε η μάχη. Κατά τον Ηρόδοτο, τα κέντρα των δύο παρατάξεων δεν πήραν μέρος στην κρίσιμη φάση της μάχης.

Ο Μαρδόνιος, επικεφαλής του περσικού στρατού, επιτέθηκε εναντίον των Σπαρτιατών και οι Θηβαίοι σύμμαχοί του εναντίον των Αθηναίων. Οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να κρατήσουν τη θέση τους και ο Παυσανίας προχώρησε στην επίθεση. Για άλλη μια φορά, όπως και στον Μαραθώνα, η ελληνική φάλαγγα φάνηκε ανώτερη από τους ελαφρά οπλισμένους Ασιάτες. Ο Μαρδόνιος, μαζί με τη σωματική του φρουρά των 1.000 ανδρών, πολεμούσε γενναία στην πρώτη γραμμή μέχρις ότου έπεσε, χτυπημένος από τον Σπαρτιάτη Αρίμνηστο.
Μετά το θάνατο του Μαρδόνιου, οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή. Ένα τμήμα του στρατού τους οπισθοχώρησε και κλείστηκε στο οχυρωμένο στρατόπεδό τους. Αυτό δεν τους έσωσε, γιατί οι Έλληνες τους ακολούθησαν, κατόρθωσαν να μπούνε μέσα και τους εξολόθρευσαν. Έγινε μεγάλη σφαγή και μόνον 3.000 Πέρσες κατόρθωσαν να σωθούν. Ο στρατηγός Αρτάβαζος διέφυγε προς τη Φωκίδα και από εκεί χωρίς καθυστέρηση επέστρεψε με τον υπόλοιπο περσικό στρατό στον Ελλήσποντο και πέρασε στη Μ. Ασία. Και οι Θηβαίοι νικήθηκαν από τους Αθηναίους και κλείστηκαν στην πόλη τους. Ύστερα από πολιορκία 20 ημερών παρέδωσαν τους αρχηγούς τους (που μήδιζαν) και τιμωρήθηκαν με τη διάλυση της Βοιωτικής συμπολιτείας.

Η νίκη των Πλαταιών δικαίωσε τελικά τον Αισχύλο, που έλεγε ότι η ήττα του περσικού στόλου ήταν συγχρόνως και ήττα του στρατού ξηράς. Ο αδιαφιλονίκητος νικητής των Πλαταιών ήταν ο Σπαρτιάτης Παυσανίας. Οι νικητές ανέθεσαν το 1/10 των λαφύρων στους θεούς και αφιέρωσαν στους Δελφούς χρυσό τρίποδα επάνω σε χάλκινο κίονα με τα ονόματα των πόλεων που πήραν μέρος στη μάχη. Η χώρα των Πλαταιών κηρύχθηκε ιερή και ορίστηκε ο εορτασμός, κάθε 4 χρόνια, των Ελευθερίων, γιορτή προς τιμή των Ελλήνων που έπεσαν στη μάχη. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Έλληνες έχασαν περίπου 760 άντρες, ενώ σύμφωνα με τον Διόδωρο και τον Πλούταρχο, οι απώλειές τους ανέρχονταν σε 1.300. Ποτέ ξανά η Περσία δεν επρόκειτο να κάνει σοβαρή προσπάθεια εναντίον της ελευθερίας της ευρωπαϊκής Ελλάδας.



ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΤΑΦΕΥΓΟΥΝ ΣΤΗ ΜΥΚΑΛΗ
Το κατόρθωμα του ελληνικού στρατού στις Πλαταιές συμπλήρωσε σε μερικές μέρες η νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών στο ακρωτήριο της Μυκάλης. Αν η μάχη των Πλαταιών ήταν η αποφασιστική μάχη που έδωσε τέλος στα όνειρα των βαρβάρων για επικράτηση στον ελληνικό χώρο και κατ’ επέκταση στην Ευρώπη, τότε η μάχη της Μυκάλης υπήρξε το τελειωτικό χτύπημα, καθώς ο πόλεμος μεταφέρθηκε πλέον σε ασιατικό έδαφος και παράλληλα απελευθέρωσε τις Ιωνικές και όχι μόνον πόλεις.

Καθώς μαινόταν η μάχη στις Πλαταιές, ο ελληνικός στόλος από 110 τριήρεις, με επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Λεωτυχίδη, στάθμευε στην Δήλο. Ο αθηναϊκός στόλος, υπό την ηγεσία του Ξάνθιππου, κινήθηκαν και αυτός στη Δήλο για να ενωθεί με τον υπόλοιπο συμμαχικό στόλο. Εκεί έφθασε μια αντιπροσωπεία από τη Σάμο, που έλεγε ότι οι ιωνικές πόλεις θα εξεγείρονταν, αν ο ελληνικός στόλος νικούσε τον περσικό. Ο Λεωτυχίδης, όταν σιγουρεύτηκε ότι οι Ίωνες είναι αποφασισμένοι να εξεγερθούν και ότι οι περσικές δυνάμεις ήταν πολύ εξασθενημένες, αποφάσισε να συμμετάσχει κι από τη Δήλο έπλευσε στην Σάμο, όπου γνώριζε ότι θα συναντούσε τον περσικό στόλο, ο οποίος είχε μεταφέρει τον στρατό του Ξέρξη από την Ελλάδα στην Ασία και παρέμενε εκεί για να επιτηρεί τυχόν επανάσταση των Ιώνων.
Όταν ο περσικός στόλος, που ήταν προσαραγμένος στη Σάμο, πληροφορήθηκε ότι ο ελληνικός στόλος έπλεε εναντίον του με αρχηγό τον Σπαρτιάτη Λεωτυχίδη, εγκατέλειψε την Σάμο και κατέφυγε στην απέναντι ακτή της Μυκάλης. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αυτό έγινε επειδή οι Πέρσες, μετά από συμβούλιο, αποφάσισαν να μην αναμετρηθούν με τους Έλληνες στη θάλασσα καθώς πίστευαν ότι θα έχαναν. Έστειλαν τον φοινικικό στόλο μακριά, και έπλευσαν στη Μυκάλη. Μετά την αποβίβασή τους, έσυραν τα πλοία τους στη στεριά και γύρω από αυτά έφτιαξαν πρόχειρα οχυρώματα για να προστατευτούν. Εκεί ενώθηκαν με ένα περσικό στράτευμα 40.000 αντρών με αρχηγό τον Τιγράνη, που ήταν στρατοπεδευμένο για να προστατεύει την Ιωνία. Όταν κατάλαβαν ότι οι Σαμιώτες θα μπορούσαν να ενωθούν με τον επερχόμενο ελληνικό στόλο, τους αφόπλισαν. Επίσης, έστειλαν τους Μιλήσιους να φρουρούν το δρόμο που οδηγούσε στη Μυκάλη, φοβούμενοι ότι θα βοηθούσαν τους Έλληνες. Με αυτές τις κινήσεις, οι Πέρσες απαλλάχθηκαν από τις εσωτερικές απειλές και ετοιμάστηκαν για μάχη.
Όταν οι Έλληνες έφθασαν στη Σάμο και πληροφορήθηκαν ότι ο περσικός στόλος είχε ήδη αποχωρήσει από εκεί, βρέθηκαν σε αβεβαιότητα. Τελικά, παρά την ήδη δυσμενή εποχή, αποφάσισαν να αποβιβαστούν στην παραλία της Μυκάλης και να επιτεθούν στον εχθρό. Ωστόσο, όταν οι Έλληνες πλησίασαν τη Μυκάλη, οι Πέρσες αποφάσισαν να μην συναντήσουν τους Έλληνες στη θάλασσα και παρέμειναν στο στρατόπεδο τους.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΜΥΚΑΛΗ
Όταν έφτασε ο ελληνικός στόλος, ο Λεωτυχίδης έπλευσε όσο πιο κοντά γινόταν στο στρατόπεδο των Περσών, και έστειλε έναν κήρυκα στους Ίωνες: «Άνδρες της Ιωνίας, εσείς που μας ακούτε, καταλαβαίνετε τι λέω, οι Πέρσες θα καταλάβουν τον λόγο που σας ζητώ να έρθετε μαζί μας στη μάχη - πρώτα από όλα είναι δικαίωμα του κάθε άνδρα να θυμάται την ελευθερία του και μετά τη κραυγή μάχης ήβη: και αυτός που με άκουσε ας πει σε αυτόν που δεν άκουσε τι είπα».
Ο Ηρόδοτος λέει ότι ο σκοπός του μηνύματος ήταν διπλός: πρώτα, να ενθαρρύνει τους Ίωνες, χωρίς να το ξέρουν οι Πέρσες, να πολεμήσουν για τους συμμάχους (ή τουλάχιστον να μην πολεμήσουν εναντίον τους) και δεύτερον, αν οι Πέρσες μάθαιναν για το μήνυμα, να τους κάνει να μην εμπιστεύονται τους Ίωνες.
Μετά από αυτή την έκκληση, οι Έλληνες άφησαν τα καράβια τους στη παραλία και άρχισαν να ετοιμάζονται για επίθεση στο περσικό στρατόπεδο. Είναι πιθανό ότι οι Πέρσες βγήκαν από το στρατόπεδο, επειδή είδαν λίγους Έλληνες να ετοιμάζονται για μάχη.
Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, καθώς οι Έλληνες πλησίαζαν το περσικό στρατόπεδο, απλώθηκε σε όλο το στρατόπεδο η φήμη ότι στις Πλαταιές οι ελληνικές δυνάμεις κατατρόπωναν τον Μαρδόνιο (ο Διόδωρος επίσης θεωρεί ότι ο Λεωτυχίδης ανάφερε στους συμμάχους για τη νίκη στη μάχη των Πλαταιών πριν την έναρξη της μάχης στη Μυκάλη.) Το ηθικό των Ελλήνων εξυψώθηκε όταν έμαθαν τα νέα για τη μάχη των Πλαταιών και οι μαχητές της Μυκάλης όρμησαν με θάρρος εναντίον των πολυάριθμων αντιπάλων. Ήταν Σεπτέμβριος του 479 π.Χ.
Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το περιστατικό, καθώς επίσης και τον ισχυρισμό ότι οι μάχες στις Πλαταιές και στη Μυκάλη έγιναν την ίδια μέρα. Ο Γκρίν αναφέρει ότι μετά την νίκη στις Πλαταιές, ο αρχηγός των Συμμάχων Παυσανίας πήρε τον έλεγχο του περσικού συστήματος φάρου, το οποίο ο Ξέρξης χρησιμοποιούσε για να επικοινωνεί με την Ασία, και το χρησιμοποίησε για να στείλει το μήνυμα της νίκης στη μάχη των Πλαταιών στον συμμαχικό στόλο. Αυτό μπορεί να εξηγήσει τη διάδοση της είδησης της νίκης και τη σχεδόν ταυτόχρονη επίθεση, αλλά αποτελεί μόνο μια πιθανή θεωρία.

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
Ο αριθμός των περσικών πλοίων και ανδρών, που συμμετείχαν στη μάχη, είναι προβληματικός. Είναι σαφές ότι ο περσικός στόλος δεν τόλμησε να διεξάγει επιχειρήσεις κατά των Ελλήνων, γι’ αυτό και ο στόλος τους ήταν ίσος ή και μικρότερος από τον ελληνικό. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο περσικός στόλος είχε στη διάθεση του γύρω στα 300 πλοία. Τα φοινικικά πλοία δεν έλαβαν μέρος στη μάχη, λόγω της άρνησης των Περσών, γεγονός που μείωσε τη δύναμη του περσικού στόλου.
Ο Διόδωρος μας λέει ότι, για να προστατεύσουν το στρατόπεδο και τα πλοία, οι Πέρσες συγκέντρωσαν 100.000 άνδρες συνολικά, ενώ ο Ηρόδοτος λέει ότι υπήρχαν 60.000 άνδρες στον στρατό, υπό την ηγεσία του Τιγράνη. Συνδυάζοντας τις δύο απόψεις, υπολογίζεται ότι οι Πέρσες είχαν περίπου 40.000 άνδρες μαζί με τον στόλο. Λόγω της μικρής ναυτικής τους δύναμης, εξαιτίας της ήττας στη Σαλαμίνα, ο περσικός στόλος υπολογίζεται να είχε (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο) 200-300 πλοία (200 άνδρες ανά πλοίο). Ωστόσο, το σύνολο των 100.000 ανδρών είναι πιθανό μεγάλο και το περσικό στρατόπεδο έπρεπε να ήταν τεράστιο. Πολλοί θεωρούν ότι το τεράστιο στρατόπεδο του Μαρδονίου στις Πλαταιές, το οποίο για να χτιστεί χρειάστηκε πολύ καιρό, φιλοξενούσε 70.000-120.000 άνδρες. Γι’ αυτό είναι απίθανο ότι μπορούσε να χτιστεί ένα αντίστοιχα μεγάλο περσικό στρατόπεδο στη Μυκάλη στο χρόνο που έδωσε ο Ηρόδοτος. Είναι πιθανό ότι οι 60.000 άνδρες που αναφέρει ο Ηρόδοτος να αποτελούσαν τον περσικό στρατό στη Μυκάλη, αλλά οι Πέρσες ήταν σίγουρα περισσότεροι από τους Έλληνες.

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ο αριθμός των ελληνικών πλοίων και των ανδρών είναι επίσης προβληματικός. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Λεωτυχίδης είχε στη διοίκηση του 110 τριήρεις. Ωστόσο, τον περασμένο χρόνο, οι Έλληνες είχαν 271 τριήρεις στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, και μετά 378 στη Σαλαμίνα. Λέει επίσης ότι οι Έλληνες πήραν υπό τον έλεγχό τους τη θάλασσα, άρα πρέπει να είχαν τουλάχιστον ίσο, αριθμητικά, στόλο με τους Πέρσες. Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος μας λέει ότι οι Έλληνες είχαν 250 πλοία, τα οποία ήταν πιο ενισχυμένα σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Αυτοί οι δύο αριθμοί μπορούν να θεωρηθούν σωστοί, καθώς ο Λεωτυχίδης είχε στη κατοχή του 110 πλοία πριν την άφιξη του Ξανθίππου και του αθηναϊκού στόλου. Αυτή η προσέγγιση ακολουθείται από τον Χόλλαντ, και δίνει μια ναυτική δύναμη ίση με τα απομεινάρια του περσικού στόλου.
Παρά το γεγονός ότι οι Αθηναίοι έστειλαν 8.000 οπλίτες στις Πλαταιές, θα είχαν ακόμα άφθονο ανθρώπινο δυναμικό, ειδικά στις κατώτερες τάξεις των κωπηλατών (θήτες), που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να εξοπλιστούν ως οπλίτες. Η τριήρης είχε 200 άνδρες, μαζί με 14 στρατιώτες. Στη δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα, κάθε περσικό πλοίο είχε 30 στρατιώτες, κάτι που ίσως αληθεύει, καθώς στην πρώτη εκστρατεία, ο περσικός στρατός μεταφερόταν με τριήρεις. Συνδυάζοντας αυτούς τους αριθμούς, υποθέτουμε ότι έχουμε έναν αριθμό 22.000-58.000 ανδρών, με 3.000-11.250 πιο βαριά οπλισμένους στρατιώτες. Μερικές πηγές αναφέρουν ότι οι Έλληνες είχαν 40.000 άνδρες, και θεωρείται το πιο μέτριο και το πιο πιθανό από όλα, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους υπολογισμούς. Ωστόσο, μόνον οι στρατιώτες μπορούσαν να πολεμήσουν εκ του συστάδην, ενώ οι κωπηλάτες του ελληνικού στόλου δεν ήταν προετοιμασμένοι για μάχη στην ξηρά.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ
Από στρατηγική άποψη, η μάχη δεν ήταν χρήσιμη σε καμιά από τις δύο πλευρές, επειδή το κύριο στρατηγικό θέατρο ήταν η ελληνική ενδοχώρα. Η καταστροφή όμως του εχθρικού στόλου θα έδινε ένα καθαρό στρατηγικό πλεονέκτημα για κάθε πλευρά, αλλά αποτελούσε σοβαρό ρίσκο, καθώς η ηττημένη πλευρά θα έχανε τον στόλο της. Οι κινήσεις των δύο πλευρών ήταν επηρεασμένες κυρίως από το ηθικό τους παρά από τις στρατηγικές σκέψεις. Οι Πέρσες, που έβλεπαν να είναι λίγες οι πιθανότητές τους για νίκη, διασπάστηκαν λόγω διαφωνιών, αλλά αποφάσισαν να αποφύγουν τη ναυμαχία. Αντίθετα, οι Έλληνες, που πριν ήταν διστακτικοί όπως και οι Πέρσες, ανύψωσαν το ηθικό τους όταν έμαθαν για την κατάσταση του περσικού στόλου.
Ως προς την τακτική, ο περσικός στόλος έπρεπε να έχει το πλεονέκτημα, καθώς ο αθηναϊκός στόλος, παρά τις προσπάθειές του στο Αρτεμίσιο και τη Σαλαμίνα, ήταν ακόμα σχετικά άπειρος. Ωστόσο, είτε λόγω του πεσμένου ηθικού τους, είτε λόγω του γεγονός ότι ήταν λιγότεροι, οι Πέρσες προσπάθησαν να πάρουν το τακτικό πλεονέκτημα εντάσσοντας τον στρατό υπό την ηγεσία του Τιγράνη και οχυρώνοντας την περιοχή. Όταν, όμως, οι Έλληνες επέλεξαν να πολεμήσουν στη ξηρά, οι Πέρσες αποφάσισαν να αφήσουν το στρατόπεδο τους, φοβούμενοι να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες σε ανοιχτή μάχη. Επιπλέον, όπως έγινε στον Μαραθώνα και στις Θερμοπύλες, οι μεγάλοι αριθμοί δίνουν λίγο πλεονέκτημα απέναντι σε πιο βαριά οπλισμένους οπλίτες. Όταν η μάχη άρχισε, οι Έλληνες είχαν σαφές πλεονέκτημα στην τακτική.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΥΚΑΛΗΣ

Στους πρόποδες της οροσειράς της Μυκάλης, στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Μαιάνδρου, ξεκίνησε η μάχη.
Οι Σύμμαχοι φαίνεται να παρατάχθηκαν σε δύο πτέρυγες: στα δεξιά ήταν οι Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι, οι Τροιζήνιοι κ.ά., ενώ στα αριστερά ήταν οι Σπαρτιάτες με άλλα σώματα. Η δεξιά πτέρυγα βάδισε κατευθείαν στο περσικό στρατόπεδο, ενώ η αριστερά πτέρυγα επιχείρησε να υπερκεράσει τους Πέρσες περνώντας από διάφορα στενά. Οι Σπαρτιάτες είχαν να περάσουν δύσκολο έδαφος ενώ οι Αθηναίοι και Κορίνθιοι, που βάδιζαν παραλιακά με επικεφαλής τον Αθηναίο Ξάνθιππο ήταν οι πρώτοι που συγκρούστηκαν με τους Πέρσες, ενώ οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοι πλησίαζαν στο πεδίο της μάχης.
Οι Πέρσες κατά τη γνωστή τακτική τους βγήκαν από το περιτείχισμα και μπήζοντας τις ασπίδες τους στο έδαφος άρχισαν να ρίχνουν βροχή από βέλη. Ο Ηρόδοτος πληροφορεί ότι οι Πέρσες πολεμούσαν καλά στην αρχή, αλλά οι Αθηναίοι και τα σώματα, τα οποία ήταν μαζί τους, θέλησαν να νικήσουν τους Πέρσες πριν την άφιξη των Σπαρτιατών, και συνέχισαν να επιτίθενται πιο ζωηρά.
Παρά το γεγονός ότι οι Πέρσες παρέμειναν στο πεδίο της μάχης για λίγο, τελικά, μετά από σφοδρή μάχη, οι Έλληνες έκαμψαν την αντίσταση των Περσών, οι οποίοι υποχώρησαν και μπήκαν μέσα στο οχυρωμένο στρατόπεδο κυνηγημένοι από τους Αθηναίους και τους Κορίνθιους. Ακολούθησε πανωλεθρία. Όταν τελικά έφτασαν οι Σπαρτιάτες, υπερφαλάγγισαν το στρατόπεδο πέφτοντας πάνω στην οπισθοφυλακή των υπόλοιπων περσικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα το στρατόπεδο να λεηλατηθεί και οι Πέρσες να παραδοθούν.

Την ήττα των Περσών συμπλήρωσε η ανταρσία των Ιώνων. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι, οι αφοπλισμένοι Σαμιώτες, βλέποντας πως η υπεροχή ήταν με το μέρος των Συμμάχων, ενώθηκαν μαζί τους, κάνοντας ό,τι μπορούσαν. Αυτό ενέπνευσε τους υπόλοιπους Ίωνες να πολεμήσουν κατά των Περσών. Σε ποιο σημείο της μάχης έγινε αυτό δεν είναι σαφές. Οι Σαμιώτες δεν συμμετείχαν στη κύρια μάχη (καθώς ήταν αφοπλισμένοι), άρα αυτό έγινε όταν οι Πέρσες υποχωρούσαν από το στρατόπεδο. Στο μεταξύ, οι Μιλήσιοι και οι Αιολείς, που φρουρούσαν τις ακτές της Μυκάλης, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και επιτέθηκαν και αυτοί κατά των Περσών. Στην αρχή δεν συμμετείχαν ενεργά, αλλά όταν είδαν ότι η έκβαση της μάχης ήταν βέβαιη, άρχισαν να σκοτώνουν τους Πέρσες.
Οι Πέρσες νικήθηκαν κατά κράτος και ο στρατός τους τελικά διαλύθηκε. Οι Έλληνες επιτέθηκαν στο ναύσταθμο των Περσών και πυρπόλησαν όλα τα πλοία τους, καταστρέφοντας ολοσχερώς τον περσικό στόλο. Όσα πληρώματα διέφευγαν σκοτώθηκαν, ενώ στρατεύματα των ιωνικών πόλεων συμμετείχαν στη καταδίωξη των φυγάδων. Για πρώτη φορά σε όλη τη διάρκεια του μακροχρόνιου πολέμου με τους Πέρσες, οι Έλληνες πέρασαν από την άμυνα στην επίθεση.
Ο Ηρόδοτος δεν δίνει συγκεκριμένα στοιχεία για τις απώλειες, αλλά αναφέρει ότι και οι δύο πλευρές υπέστησαν βαριές απώλειες. Τα στρατεύματα από τη Σικυώνα έχασαν τον στρατηγό τους, Περίλαο. Από τη πλευρά των Περσών, οι δυο αρχηγοί τους, ο ναύαρχος Μαρδόντης και ο στρατηγός Τιγράνης σκοτώθηκαν, καθώς και οι ναύαρχοι Αρταύνης και Ιθαμίτρης. Ο Διόδωρος λέει ότι οι Πέρσες έχασαν 40.000 άντρες, ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι όσοι Πέρσες επέζησαν, δραπέτευσαν από το πεδίο της μάχης και κατευθύνθηκαν στις Σάρδεις.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ
Η μάχη των Πλαταιών και η μάχη της Μυκάλης είχαν μεγάλη σημασία στην αρχαία ελληνική ιστορία, καθώς ήταν οι τελευταίες μάχες της δεύτερης εκστρατείας των Περσών στην Ελλάδα, και επειδή μετά από αυτές, οι Έλληνες πήραν την υπεροχή στους Περσικούς πολέμους. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας έσωσε τους Έλληνες από την άμεση καταστροφή, αλλά οι μάχες στις Πλαταιές και στη Μυκάλη έφεραν το τέλος του πολέμου. Αλλά, οι μάχες αυτές δεν είναι τόσο γνωστές όπως αυτές των Θερμοπυλών, της Σαλαμίνας ή του Μαραθώνα. Η αιτία για αυτή τη διαφορά δεν είναι γνωστή. Ίσως να βρίσκεται στις συνθήκες στις οποίες αναγκάστηκαν να μάχονται οι Έλληνες. Η μάχη των Θερμοπυλών, σύμφωνα με τους ιστορικούς, έδειξε τον ηρωισμό των Ελλήνων, ενώ αυτές του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας δείχνουν την εξυπνάδα τους στις δεινές στρατηγικές καταστάσεις. Αλλά, όσον αφορά τις Πλαταιές και τη Μυκάλη, οι ιστορικοί θεωρούν πως οι Έλληνες επιζητούσαν οι ίδιοι τη μάχη και ότι είχαν γίνει πιο δυνατοί, για αυτό και δεν είναι τόσο γνωστές.
Στρατηγικά, η σημασία των μαχών στις Πλαταιές και στη Μυκάλη είναι μεγάλη (επειδή έγιναν στη ξηρά), καθώς έδειξαν το πλεονέκτημα του Έλληνα οπλίτη, ο οποίος ήταν βαριά οπλισμένος, απέναντι στο ελαφρύ περσικό πεζικό, κάτι που έδειξε και η μάχη στο Μαραθώνα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η Σαλαμίνα, οι Πλαταιές και η Μυκάλη ήταν τρεις καταστροφές, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, που ακόμα και μια αυτοκρατορία εκείνης της εποχής, σαν την Περσία, δεν θα μπορούσε να «χωνέψει» με ευκολία. Οι συνέπειες της ήττας στη Σαλαμίνα, για την εσωτερική πολιτική της Περσίας, μπόρεσαν να αποσοβηθούν με τη γρήγορη επέμβαση του στρατού του Ξέρξη. Οι συνέπειες, όμως, των μαχών των Πλαταιών και της Μυκάλης ήταν πολύ πιο σοβαρές. Με την νίκη τους αυτή οι Έλληνες όχι μόνον έθεσαν τέρμα στα όνειρα του Ξέρξη, αλλά απελευθέρωσαν και τη Χίο, τη Σάμο, τη Λέσβο κι όλους τους άλλους Έλληνες νησιώτες που ζούσαν κάτω από την περσική κυριαρχία.
Η νίκη των Ελλήνων στη Μυκάλη σηματοδότησε σε πολλούς Ίωνες την απαλλαγή τους από τον περσικό ζυγό. Οι Ίωνες αποστάτησαν από τους Πέρσες κι έδιωξαν τις περσικές φρουρές που είχε κάθε πόλη. Το γεγονός αυτό απάλλαξε τους Έλληνες της Ασίας από τους τυράννους τους και τα αδύναμα περσικά καθεστώτα κατοχής και τότε απέκτησαν την ελευθερία τους. Οι Ίωνες είχαν διατηρήσει έντονα την ανάμνηση των περσικών αντιποίνων μετά την αποτυχημένη εξέγερση των ετών 500-494 π.Χ. Για τις πόλεις της Ιωνίας, κυρίως, αρχίζει να μεταβάλλεται η πολιτική τους κατάσταση.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΙΩΝΩΝ
Μετά τη νίκη τους αυτή, το φθινόπωρο του 479 ή την άνοιξη του 478 π.Χ., οι Έλληνες επιστρέφουν στη Σάμο για να συζητήσουν για το μέλλον των Ιώνων της Ασίας, που είχαν εξεγερθεί. Οι Σπαρτιάτες πρότειναν οι Ίωνες να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους (στην Ιωνία ήταν δύσκολο να αμυνθούν σε μελλοντικές περσικές επιθέσεις) και να εγκατασταθούν στη χώρα όσων συμμάχησαν με τους Πέρσες. Οι Αθηναίοι, όμως, δεν συμφώνησαν λέγοντας ότι οι ιωνικές πόλεις ήταν από την αρχή ελληνικές αποικίες. Επίσης απαίτησαν την αποπομπή από τη Αμφικτιονία όλων των πόλεων που δεν πήραν μέρος στον αγώνα κατά των Περσών. Όμως και εδώ οι Αθηναίοι αντέδρασαν δυναμικά και έσωσαν τη Δελφική Αμφικτιονία.
Οι Ίωνες έβλεπαν στο στόλο της Αθήνας τη μοναδική δύναμη που ήταν σε θέση να παρεμποδίσει την επιστροφή των περσικών στρατευμάτων. Για να σιγουρευτούν για το μέλλον τους, απέναντι σε μια ενδεχόμενη εκδικητική μανία των κατακτητών ζήτησαν να γίνουν δεκτοί στην ελληνική συμμαχία. Οι Σπαρτιάτες απέκρουσαν την πρότασή τους και ο Λεωτυχίδης με τους Πελοποννήσιους στρατιώτες έφυγε για την Ελλάδα. Μόνον η Λέσβος, η Χίος και η Σάμος, με την αθηναϊκή υποστήριξη, έγιναν δεκτά ως μέλη στις Δελφικές Αμφικτιονίες, το φθινόπωρο του 479.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Η αποχώρηση της Σπάρτης από τις ναυτικές επιχειρήσεις άφησε στους Αθηναίους ελεύθερο χώρο στο Αιγαίο και τους επέτρεψε να χειριστούν διάφορες καταστάσεις χωρίς εμπόδιο. Αποφάσισαν να ανακτήσουν τη χερσόνησο, που έλεγχε το δρόμο μεταφοράς σιτηρών από τον Εύξεινο Πόντο και πολιορκούν τη Σηστό. Οι Πέρσες που είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη, μετά την εξάντληση των προμηθειών τους παραδόθηκαν. Με την άλωση της Σηστού κλείνει ο Ηρόδοτος την ιστορία των Περσικών πολέμων. Οι Αθηναίοι κατέλαβαν επίσης το Βυζάντιο, την Ηιώνα και τη Σκύρο. Το 478/477 π.Χ., υπό τον Τιμοσθένη, ιδρύθηκε η συμμαχία Αττικής-Δήλου, ειδική συνθήκη μέσα στους κόλπους της Δελφικής Αμφικτιονίας (που ήταν υπό την εποπτεία της Σπάρτης), με στόχο την προστασία των Ελλήνων της Ιωνίας και τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων κατά των Περσών. Μεμονωμένες πόλεις στην Ιωνία και στον Ελλήσποντο έγιναν μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας (μαζί με την Αθήνα) κι αποτέλεσαν τον πυρήνα της πρώτης Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η συμμαχία γνώρισε μεγάλη διεύρυνση με την προσχώρηση κοινοτήτων της Καρίας και της Λυκίας.

Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΑ
Μετά από 30 χρόνια, το 449 π.Χ., υπογράφτηκε η ειρήνη του Καλλία, βάζοντας τέρμα σε ένα πόλεμο διάρκειας μισού αιώνα. Με την πρεσβεία που έστειλε στην αυλή του Πέρση βασιλιά στα Σούσα, και στην οποία επικεφαλής ήταν ο Καλλίας, ο Περικλής εισήγαγε μια νεότερη αλλαγή στην αθηναϊκή εξωτερική πολιτική. Ο πόλεμος κατά των Περσών τερματίστηκε και επίσημα, αν κι ο κίνδυνος από τον Πέρση βασιλιά συνέχισε να υπάρχει. Οι πιθανότητες όμως για μελλοντική περσική επίθεση ήταν μετριασμένες και το ενδιαφέρον των Περσών για κατάληψη της Ελλάδας ήταν μειωμένο. Τώρα, δεν ήταν πια τα στρατεύματα, όπως την εποχή του Ξέρξη, αλλά το περσικό χρήμα που διατέθηκε με τρόπο αποτελεσματικό.
Με τη δολοφονία του Ξέρξη, το 465 π.Χ. και την ανάληψη της εξουσίας από τον Αρταξέρξη, μέσα από ίντριγκες και δολοφονίες, άρχισε η αργή κατάρρευση των Αχαιμενιδών, στην οποία έβαλε τέλος ο Μ. Αλέξανδρος με την κατάκτηση της Περσέπολης το 330 π.Χ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Σαλαμίνα πρώτα και οι Πλαταιές ύστερα, ήταν οι πιο αποφασιστικές στιγμές του αγώνα των Ελλήνων υπέρ της ελευθερίας. Οι Περσικοί πόλεμοι έκλεισαν μετά από μια γενιά, με την ειρήνη του Καλλία, το 449 π.Χ. Στους αγώνες αυτούς, οι Έλληνες δεν πολέμησαν μόνο για την τελική υπόστασή τους. Γνώριζαν καλά ότι στη περίπτωση που θα έχαναν τον αγώνα, τους περίμενε η εξορία και η μετοικεσία. Γενικά, ο αγώνας τους έγινε για την ελευθερία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την πολιτική αυτονομία. Αν οι Έλληνες δεν είχαν ενωθεί εναντίον των Περσών, ήταν σίγουρο ότι θα σκίαζε αυτούς και τους Έλληνες της Ιωνίας, ο περσικός δεσποτισμός με όλα τα συνεπακόλουθά του. Γι’ αυτό και ο περσικός κίνδυνος ξύπνησε στους Έλληνες, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, το συναίσθημα της εθνικής αξιοπρέπειας και ενότητας. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσαν οι Αθηναίοι στον Μαρδόνιο, όταν τους προσκάλεσε σε συμμαχία το 479 π.Χ., ότι δηλαδή δεν μπορούν να προδώσουν το «ελληνικό» έθνος, το οποίο είχε κοινή καταγωγή, κοινή γλώσσα κοινά ιερά, κοινά ήθη και έθιμα.
Η Αθήνα είχε καταλάβει, όσο καμιά άλλη πόλη της αρχαιότητας, το βαθύτερο νόημα του αγώνα. Γι’ αυτό και οι κάτοικοί της εγκατέλειψαν δυο φορές την πατρίδα τους και άφησαν το στόλο στην ανώτατη διοίκηση της Σπάρτης. Είχαν κατανοήσει ότι η υπόθεση του έθνους έπρεπε να τοποθετηθεί πάνω από φιλοδοξίες και προνόμια. Όμως, παρά τις νίκες στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές, δεν άρχισε να παίρνει ακόμα σάρκα και οστά η πανελλήνια ιδέα.
Η παγκόσμια σημασία της ελληνικής νίκης κατά των Περσών είναι προφανής. Με το νικηφόρο αγώνα τους για την ελευθερία γεννιέται η Ευρώπη ως ιδέα και ως πραγματικότητα. Τα αγαθά, για τα οποία έδωσαν τη ζωή τους οι Έλληνες, είναι ακόμα και σήμερα οι υπέρτατες αξίες για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Η Ευρώπη παρέλαβε και θαυμάζει ως κλασικά πρότυπα τα επιτεύγματα αυτά, που δημιουργήθηκαν στη χρονική περίοδο που ακολουθεί τις νίκες στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Και ας μη λησμονούμε τους πρωτεργάτες αυτών των νικών, που η τύχη τους επεφύλασσε ένα σκληρό και άδοξο τέλος: του Θεμιστοκλή και του Παυσανία.
Η περσική εισβολή επηρέασε την τέχνη και τη λογοτεχνία και ενέπνευσε τη δημιουργία μερικών από τα μεγάλα έργα του κόσμου. Ο Φρύνιχος [1] επεξεργάστηκε ένα θέμα, χωρίς το φόβο ενός άλλου προστίμου. Και ο Αισχύλος, που πήρε μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, έκανε την τραγωδία του Ξέρξη ένα δράμα, που παραμένει μοναδικό, μεγαλόπνοο έργο. Ο Περσικός πόλεμος ενέπνευσε ακόμα, λίγο αργότερα, τον πατέρα της Ιστορίας Ηρόδοτο να γράψει το έργο του και να αποθανατίσει την πάλη της Ευρώπης με την Ασία. Ακόμα και σε γλυπτά αποθανατίζεται ο αγώνας των Ελλήνων κατά των Περσών.
Οι Έλληνες με τα κατορθώματά τους αυτά δεν υπερασπίστηκαν μόνον την πολιτική τους ελευθερία, αλλά και την πνευματική αυτονομία του ανθρώπου. Και αν εμείς σήμερα μπορούμε να λεγόμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, άνθρωποι που έχουμε δικαίωμα να σκεφτόμαστε, το χρωστάμε σε εκείνους που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις γι’ αυτό.
Η Ελλάδα, παρά τη μικρή της έκταση, σε σύγκριση με την Περσική Αυτοκρατορία, κατακερματισμένη σε αναρίθμητα κρατίδια, δεν φαινόταν ικανή για έναν τόσο μεγάλο και κοσμοϊστορικό ρόλο. Όμως το παράδειγμα του αγώνα των Ελλήνων κατά των Περσών για την ελευθερία, αποδεικνύει ότι η ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος δεν εξαρτάται από γεωγραφικούς και πολιτικούς παράγοντες, επειδή στηρίζεται κυρίως στη δυναμικότητα της δημιουργικής προσωπικότητας, που είναι απαραίτητη στον πολιτικό για την υλοποίηση των σχεδίων του. Η Περσία δεν είχε να επιδείξει ούτε μια αξιόλογη προσωπικότητα, η δράση της οποίας να έχει αφήσει τη σφραγίδα της σε οποιοδήποτε τομέα του πνεύματος. Και βέβαια αυτό δεν είναι τυχαίο. Η ισοπέδωση του ατόμου και όχι η έμφαση στην προσωπικότητα είναι χαρακτηριστικό του περσικού κράτους. Η Ελλάδα έδωσε για αιώνες νέα ζωή στην Περσία, με καλλιτέχνες, με γιατρούς, με σοφούς και το ελληνικό πνεύμα έγινε το προζύμι ενός ολόκληρου κόσμου, της Δύσης και της Ανατολής.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Α' (-470 π.Χ.)
Βασιλιάς της Σπάρτης, που ανέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Ήταν ο εμπνευστής της νίκης στη μάχη των Πλαταιών, που τερμάτισε οριστικά τις περσικές εισβολές στην Ελλάδα. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, ο Παυσανίας θέλησε να εφαρμόσει το σχέδιό του, που προέβλεπε την επέκταση της σπαρτιατικής ηγεμονίας σε όλη την Ελλάδα. Με 20 πλοία εκστράτευσε στην Κύπρο, κατέλαβε μεγάλο μέρος της και κατέλαβε το Βυζάντιο από τους Πέρσες (478). Ο αυταρχισμός του όμως προκάλεσε τα παράπονα των συμμάχων, που προσπαθούσαν να πείσουν τους Αθηναίους να αναλάβουν αυτοί την αρχηγία. Οι Σπαρτιάτες ανακάλεσαν τον Παυσανία στη Σπάρτη και τον αντικατέστησαν, ενώ οι Αθηναίοι ίδρυσαν τη Δηλιακή Συμμαχία. Ο Παυσανίας επέστρεψε στο Βυζάντιο το 477 και έμεινε εκεί για 7 χρόνια, προσπαθώντας να υλοποιήσει την πολιτική του. Τελικά το 470, οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από το Βυζάντιο, αφού ο Παυσανίας δεν είχε καμιά υποστήριξη από τη Σπάρτη. Τότε κατηγορήθηκε για προδοσία υπέρ των Περσών, σχεδόν ταυτόχρονα με τον Θεμιστοκλή και καταδικάστηκε από τους Σπαρτιάτες σε θάνατο. Ο Παυσανίας κατέφυγε σ’ ένα ναό ικέτης, αλλά οι διώκτες του έχτισαν το ναό και τον άφησαν να πεθάνει από πείνα και δίψα. Οι Σπαρτιάτες εξαγνίστηκαν από το άγος αργότερα, αφιερώνοντας δυο χάλκινους ανδριάντες στο ναό.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Ο Ηρόδοτος διηγείται ότι η τραγωδία του Φρύνιχου, «Μιλήτου άλωσις», που παίχτηκε κατά το 492 π.Χ., δυο χρόνια μετά τη συμφορά, έκανε τους θεατές να κλάψουν. Οι Αθηναίοι απαγόρευσαν την επανάληψη του έργου και τιμώρησαν τον ποιητή με πρόστιμο, γιατί τους θύμισε «οικεία κακά». Όμως, μια άλλη τραγωδία του Φρύνιχου, «οι Φοίνισσες», του έδωσε τη νίκη το 476 π.Χ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Andrewses A., «Αρχαία ελληνική κοινωνία», Αθήνα, 1987.
Balcer J.M., «The Persian Wars against Greece: A Reassessment», Historia, 1995.
Bengtson Herman, «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας».
Bostford G.W. - Robinson C.A., «Αρχαία Ελληνική Ιστορία», Αθήνα, 1979.
Burn A.R., «Persia and Greece», Λονδίνο, 1962.
Bury J.B., «Οι Αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί».
Fornara C.W., «Archaic Times to the End of the Peloponnesian War», Κέμπριτζ, 1983.
Gillis D., «Collaboration with the Persians», Βισμπάντεν, 1979.
Green P., «The Year of Salamis 480-479 B.C.», Λονδίνο, 1970.
Grundy G.B., «The Great Persian War», Λονδίνο, 1901.
Hammond G.L., «History of Greece to 322 B.C.», Οξφόρδη, 1959.
Hignett C., «Xerxes’ Invasion of Greece», Οξφόρδη, 1963.
Jordan B., «The Athenian Navy in the Classical Period. A Study of Athenian Naval Administration and Military Organization in the 5th and 4th Centuries B.C.», Μπέρκλεϋ, 1975.
Lengauer W., «Greek Commanders in the 5th and 4th Centuries B.C., Politics and Ideology: A Study of Militarism», Βαρσοβία, 1979.
Lewis D.M., «Sparta and Persia», Λέιντεν, 1977.
Lewis Ν., «The Fifth Century B.C.», Τορόντο, 1971.
Meritt B.D., «The Athenian Calendar in the Fifth Century», Κέμπριτζ-Μασαχουσέτη, 1928.
Μiller M., «Athens and Persians in the Fifth Century B.C.: A Study in Cultural Receptivity», Κέμπριτζ, 1997.
Olmstead A.T.E., «History of the Persian Empire», Σικάγο, 1948.
Podlecki A.J., «The Life of Themistocles», Μόντρεαλ/Λονδίνο, 1975.
Rich J. - Shipley G., «War and Society in the Greek World», Λονδίνο, 1993.
Robertson N., «The Decree of Themistocles in its Contemporary Settings», 1982.
Schuller W., «Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας», Αθήνα, 1999.
Αισχύλος, «Πέρσαι».
Διόδωρος Σικελιώτης, «Βιβλιοθήκη Ιστορική ΧΙ».
Ηρόδοτος, «Ιστορίαι».
Παπαρρηγόπουλος Κ., «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
Παυσανίας, «Ελλάδος Περιηγήσεις, Αττικά».
Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι (Θεμιστοκλής, Αριστείδης)».

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...