Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΝΟΥΤ ΧΑΜΣΟΥΝ, Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΙΘΑΓΕΝΗ ΕΥΡΩΠΑΙΟ ΧΩΡΙΚΟ, ΤΟΝ ΔΕΜΕΝΟ ΜΕ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟ ΑΡΡΗΚΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ.

 
 ΚΝΟΥΤ ΧΑΜΣΟΥΝ, Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΗΣ  ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. O Ernest Hemingway είπε γι’ αυτόν:
«Ο Hamsun με δίδαξε να γράφω». 

"Η ευλογία της Γης" είναι ένας ύμνος στο χωρικό, στον πρωτόγονο άνθρωπο, που η κοσμοθεωρία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φύση. Είναι ένα έπος της γης· η ιστορία ενός μικρόκοσμου. Το κυρίαρχο μοτίβο είναι η δύναμη της υπομονής και της απλότητας· η σιωπηλή, σταθερή και στοργική συμμαχία ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο, ο οποίος την αντιμετωπίζει μόνος του, εμπιστευόμενος τον εαυτό του κι αυτήν για την επιβίωσή του.
«Στη σύγχρονη λογοτεχνία δε βλέπω κανέναν που να μπορεί να συγκριθεί με τον Χάμσουν. Στην πραγματικότητα, η ποίηση του Χάμσουν είναι μια «Αγία Γραφή» για τους ανθρώπους, το ύφος του είναι εντελώς ανεπιτήδευτο. Η ομορφιά του βρίσκεται στην απόλυτη, εκτυφλωτικά λιτή αλήθεια του, μέσω της οποίας οι Νορβηγοί των μυθιστορημάτων του γίνονται τόσο πειστικά ωραίοι, όπως τα αγάλματα της αρχαίας Ελλάδας. Θα’ λέγε κανείς ότι πρόκειται για θαύμα…»
Μαξίμ Γκόργκι

 
Ο Κνουτ Χάμσουν (Knut Hamsun, 4  Αυγούστου 1859– 19  Φεβρουαρίου  1952)  ήταν Νορβηγός  λογοτέχνης, πρωτίστως γνωστός για το αριστούργημά του «Ευλογία της γης», για το οποίο και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ  Λογοτεχνίας  το  1920.  Ο Χάμσουν έχει χαρακτηριστεί ως θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας  και  υπήρξε  μία  ηγετική φυσιογνωμία της  νεορομαντικής  μοντέρνας  εξέγερσης.
Όταν από τυπογραφικό λάθος σ' ένα άρθρο αντί για το πραγματικό του όνομα, Κνουτ Πέντερσεν, τον αναφέρουν ως Κνουτ Χάμσουν, το επιλέγει ως ψευδώνυμο.
Κομμουνιστές  και  αστοί  συγγραφείς όπως ο Μαξίμ Γκόρκι, ο Τόμας Μαν, ο Χεμινγουέι  και  ο Ζιντ τον αναγνώρισαν ως έναν από τους μέγιστους συγγραφείς του εικοστού αιώνα.
Ο Ζιντ  μάλιστα  τον τοποθετούσε δίπλα στον Ντοστογέφσκι.

Ο  Χάμσουν  γεννήθηκε  στο  Λομ  της  Νορβηγίας.  Τα παιδικά του χρόνια ήταν φτωχικά και σκληρά.  Μεγάλωσε μαζί με ένα θείο του, στη βιβλιοθήκη του οποίου, γνώρισε τους σημαντικότερους συγγραφείς βιβλίων και έτσι άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία.
 ΠΡΩΪΜΕΣ  ΕΥΘΥΝΕΣ  ΣΤΗΝ  ΖΩΗ – ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ  ΤΗΣ  ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ
Άρχισε  να  δουλεύει  σκληρά  από  την  ηλικία  των  12  ετών,  κάνοντας  ό,τι δουλειά έβρισκε (πλανόδιος έμπορος, βοηθός σε γραφείο, βοηθός δασκάλου κ.ά.)  και  στα  15 του  ξεκίνησε  το μεγάλο του ταξίδι διασχίζοντας τη Νορβηγία, ενώ συνάμα ασκούσε διάφορα επαγγέλματα.
Το 1882 ταξίδεψε στην Αμερική, όπου όπως φαίνεται περνούσε καλά και απολάμβανε τα καθημερινά πράγματα, αλλά το 1884 του είπαν ότι είχε βρογχίτιδα και ότι του έμεναν τρεις μήνες ακόμη για να ζήσει. Ως εκ τούτου, επέλεξε να επιστρέψει στη Νορβηγία. Καθώς ο χρόνος περνούσε, ο Χάμσουν έδειχνε καλύτερα και δεν φαινόταν κανένα σημάδι ότι θα πέθαινε. Έτσι γύρισε πίσω στην Αμερική, όπου γνώρισε τον Μαρκ Τουέιν, ο οποίος άσκησε πάνω του σημαντική επιρροή, και ειδικά στον τομέα του χιούμορ.

Το 1888 επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην Κοπεγχάγη.
Το 1898 παντρεύτηκε την Bergljot Goepfert, η οποία τον ενέπνευσε να γράψει νέα έργα μεταξύ των οποίων τη ‘Βικτώρια’. Ο πρώτος αυτός γάμος του  όμως, ήταν ανεπιτυχής και χώρισαν.
Το  1909  παντρεύτηκε  την  Μαρί Άντερσον (Marie Andersson),  με  την  οποία  απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μαζί τους συνέδεε μία θυελλώδη σχέση και η Μαρί τον στήριζε σθεναρά σε όλες τις επιλογές του.

Η επίδραση που φαίνεται να άσκησαν πάνω του ο Γιάκομπσεν, ο Στρίνμπεργκ, ο Νίτσε και ο  Ντοστογιέφκι τον έκανε να απορρίψει τον νατουραλισμό.
Το 1877 κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα ''Ο αινιγματικός'', μια ερωτική ιστορία.
Το 1890 κυκλοφορεί ανώνυμα το πιο δυνατό και πασίγνωστο σήμερα έργο του ''Η πείνα'', στο οποίο αναλύει με δραματικό τρόπο τις επιπτώσεις του λιμού στην ψυχολογία του ανθρώπου. Η καθιέρωση του έργου οφείλεται στις διεισδυτικές αναλύσεις που κάνει στον ψυχισμό των ηρώων του, οι οποίοι είναι άνθρωποι ελεύθεροι, ιδιόρρυθμοι, αντικοινωνικοί και έντονοι. Τέτοιοι ήρωες εμφανίζονται σε έργα όπως: «Μυστήρια» (1892), «Ο Παν» (1894), «Βικτωρία» (1898), «Κάτω από τα φθινοπωρινά άστρα» (1906), «Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα» (1909).
 
Στην «Ευλογία της γης» (1917) ύμνησε τον χωρικό, τον πρωτόγονο άνθρωπο, που η κοσμοθεωρία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια τη φύση.
Το 1920 τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το μυθιστόρημά του αυτό,  το  ''Η ευλογία της γης'', ένα  ύμνο  στον απλό  ιθαγενή  ευρωπαίο  άνθρωπο, που ζει από τη γη.
Το 1933 αποποιείται το Βραβείο Γκαίτε και την τιμητική του εκλογή ως μέλος της Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών της  κομμουνιστικής  Μόσχας.
Σε βιβλία όπως «Παιδιά της εποχής τους» (1913) και το «Χωριό Σέγκελφος» (1915), ο Χάμσουν καυτηρίασε την τάξη πραγμάτων που είναι αποκομμένη από τις ρίζες της και πρόβαλλε έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής.

Ήταν ένας συγγραφέας μπροστά από την εποχή του και αυτό δημιούργησε προβλήματα από τους άλλους, που θεωρούσαν ότι ήταν πολύ ευθύς και ωμός.  Σε όλα τα έργα του, ο Χάμσουν επανέρχεται στην ίδια ηθική και μηνύματα, που παραπέμπουν στο γεγονός, ότι μπορεί ο άνθρωπος να είναι καλά και χωρίς την αφθονία των υλικών αγαθών.
 ΗΤΑΝ  ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ  ΚΥΝΗΓΟΣ,  ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ  ΚΑΙ  ΛΑΤΡΗΣ  ΤΗΣ  ΦΥΣΙΚΗΣ  ΖΩΗΣ.


ΤΟ  2009  ΑΝΑΚΗΡΥΧΤΗΚΕ  ΣΤΗΝ  ΝΟΡΒΗΓΙΑ  ΣΑΝ  «ΕΤΟΣ  ΧΑΜΣΟΥΝ». 

Τον Αύγουστο του 2009  συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη γέννησή του, γι' αυτό και το 2009  είχε  ανακηρυχτεί για τη Νορβηγία ''Έτος  Χάμσουν''.  Βέβαια  το  2006, το οποίο ήταν έτος Ιψεν, διοργανώθηκαν περίπου 8.000 εκδηλώσεις διεθνώς.  Για τον Χάμσουν  έγιναν  μόνο τέσσερις στη Νορβηγία.

 
Ο Κνουτ Χάμσουν σε φωτογραφία του 1944
 
 Ο  ΚΝΟΥΤ  ΧΑΜΣΟΥΝ,  Ο  ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ  ΚΑΙ  Ο  ΧΙΤΛΕΡ.
Ο  ΧΑΜΣΟΥΝ  ΘΕΩΡΟΥΣΕ  ΤΟΥΣ  ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ  ΑΔΕΛΦΟ  ΛΑΟ  ΤΩΝ  ΝΟΡΒΗΓΩΝ.
Το  μόνιμο  σύνθημα  του  Χάμσουν  ήταν:  «Η Γερμανία πολεμά για εμάς».  
ΑΝΤΙΠΑΘΟΥΣΕ  ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΤΟΥΣ  ΑΓΓΛΟΥΣ  ΚΑΙ  ΤΟΝ  ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ  ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ.  
Ο Χάμσουν ήταν φιλογερμανός από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμη.  Έτσι  ενώ  ήταν  ένας άνθρωπος που από τη δεκαετία του ΄20 και μετά απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις - και μάλιστα όταν το 1920 τού απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ μόνο κατόπιν πιέσεων ενέδωσε να μεταβεί στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει - κάλεσε δημόσια τους συμπατριώτες του να καταθέσουν τα όπλα  και  να  υποδεχθούν  τους  γερμανούς  σαν  απελευθερωτές  και  αδελφούς.
Για ποιον λόγο  ο Χάμσουν υποστήριξε τον εθνικοσοσιαλισμό με τέτοια ζέση;  Δεν υπάρχει αμφιβολία πως δεν ξύπνησε μια ωραία πρωία φιλοχιτλερικός. Υποστήριζε  από  το 1933,  ένθερμα  το  νορβηγικό  κόμμα  «Εθνική  Ένωση».  Η συμπάθεια του Χάμσουν  στον  εθνικοσοσιαλισμό,  γράφουν  ορισμένοι  ιστορικοί, σχετίζεται  με  την  πίστη του στη νεότητα ως γενεσιουργό  δύναμη του κόσμου. Για την απώλεια της δικής του νεότητας άλλωστε θρηνούσε στα γεράματά του. Η Γερμανία  ήταν  γι  αυτόν  μια νέα χώρα και το κόμμα του Χίτλερ νεανικό, όπως τονίζουν σήμερα οι ιστορικοί.
Άλλοι  πιστεύουν  ότι  η  εθνικοσοσιαλιστική  ιδεολογία  του  οφειλόταν στην επιρροή τής κατά πολύ νεότερης γυναίκας του, η οποία υπήρξε ένθερμη οπαδός του εθνικοσοσιαλισμού.
Έτσι  όταν, το 1941, τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Νορβηγία  διώχνοντας  από  εκεί  τους  άγγλους, καλεί τους συμπατριώτες του να μην αντισταθούν, θεωρώντας τους Γερμανούς ως αδερφικό έθνος.
Χάρισε μάλιστα το Νόμπελ Λογοτεχνίας που του είχε απονεμηθεί στον Γκέμπελς,  τον  υπουργό  του  Χίτλερ.


Η  ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  ΜΕ  ΤΟΝ  ΧΙΤΛΕΡ
Στις 26 Ιουνίου του 1943 ο νορβηγός συγγραφέας Κνουτ Χάμσουν συνάντησε τον Χίτλερ στο σπίτι του τελευταίου, στο Μπέργκοφ. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε δωρίσει το μετάλλιο του Βραβείου Νομπέλ, που του είχε απονεμηθεί το 1920, στον Γκέμπελς. Ο Χίτλερ ήταν τότε 54 ετών και ο Χάμσουν 84. Ο πόλεμος δεν πήγαινε καλά για την  Γερμανία, ο Χίτλερ ήταν καταβεβλημένος, το ίδιο και ο ηλικιωμένος συγγραφέας που είχε αρχίσει να χάνει την ακοή του. Ο  Χίτλερ του έδειξε το δωμάτιο όπου μελετούσε και του πρόσφερε τσάι.

Ο Χίτλερ, όταν συνομιλούσε με συγγραφείς και καλλιτέχνες, επιθυμούσε να κουβεντιάσει το ζήτημα της μεγαλοφυΐας, αλλά ο συγγραφέας είχε πολιτικούς στόχους. Ήθελε  την  μεσολάβηση  του  Χίτλερ  ώστε να πάψουν οι αγριότητες των γερμανικών  δυνάμεων στη Νορβηγία. Ο Ινγκαρ Σλέτεν Κόλεν, ο σημαντικότερος βιογράφος του Χάμσουν, περιγράφει τη σκηνή περίπου ως εξής:

«Νιώθω, αν όχι εντελώς δεμένος μαζί σου, ότι η ζωή μου μοιάζει με τη δική σου σε πολλά» άνοιξε τη συζήτηση ο Χίτλερ, εννοώντας ότι και οι δύο είχαν ζήσει στα νιάτα τους πολύ φτωχή  και  μίζερη ζωή, ο Χίτλερ στη Βιέννη και ο Χάμσουν περιφερόμενος στη Νορβηγία και στις ΗΠΑ και ζώντας σε συνθήκες έσχατης ένδειας.

Ο Χάμσουν άλλαξε αμέσως θέμα και άρχισε να του παραπονιέται πως ο επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων στη Νορβηγία επίτροπος Γιόζεφ Τερμπόφεν προέβαινε σε πράξεις που αμαύρωναν το όνομα του Χίτλερ. Ο τελευταίος προσπάθησε να κόψει τη συζήτηση. «Πρέπει να τον αντικαταστήσετε» συνέχισε απτόητος ο Χάμσουν. «Ο επίτροπος του Ράιχ σε πολλές περιπτώσεις έχει πει ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει τόπος που να λέγεται Νορβηγία».

«Σε αντίθεση με άλλες κατειλημμένες χώρες η Νορβηγία έχει τη δική της κυβέρνηση» είπε ο Χίτλερ.

«Ο,τι  συμβαίνει στη Νορβηγία αποφασίζεται από τον επίτροπο του Τρίτου Ράιχ» επέμεινε ο Χάμσουν, ο οποίος διέπραξε το ανήκουστο: ήταν ο πρώτος που είχε τολμήσει να διακόψει τον Χίτλερ. «Δεν αντέχουμε τον πρωσικό του χαρακτήρα. Είναι και οι εκτελέσεις. Τις έχουμε κι αυτές», συνέχισε.

Ο Χίτλερ κάτι πήγε να πει, αλλά ο Χάμσουν τον διέκοψε ξανά.  Έτσι  συνεχίστηκε η συζήτηση για λίγη ώρα. Ο εκνευρισμός του Χίτλερ γινόταν όλο και πιο έντονος ώσπου ξέσπασε οργισμένος: «Βούλωστο! Δεν καταλαβαίνεις τίποτε» - και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει αντίο. Μετά την αποχώρηση του Χάμσουν φώναξε τους βοηθούς του και διέταξε: «Δεν θέλω να ξαναδώ κανέναν τύπο σαν και αυτόν από εδώ και πέρα».


ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ  ΤΟΥ  ΧΑΜΣΟΥΝ:
«Ο   ΧΙΤΛΕΡ   ΗΤΑΝ  ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ  ΚΑΙ  ΠΡΟΦΗΤΗΣ  ΤΗΣ  ΡΑΤΣΑΣ  ΜΑΣ».


Ακόμη όμως και όταν τελείωσε ο πόλεμος το  1945  και έγινε γνωστή η αυτοκτονία του Χίτλερ, ο Χάμσουν δεν δίστασε να δημοσιεύσει μια νεκρολογία στη νορβηγική εφημερίδα «Αfterposten» όπου, ανάμεσα στα άλλα, έγραφε για τον γερμανό ηγέτη:
«Ήταν  πολεμιστής.
Ένας πολεμιστής του ανθρώπινου γένους και προφήτης της δικαιοσύνης για όλα τα έθνη».

7 Μαΐου 1945,  Εφημερίδα Oslo’s Aftenposten:     
 «Δεν είμαι άξιος να εγκωμιάσω δυνατά τον Αδόλφο Χίτλερ, μα ούτε εξάλλου ταιριάζουν συναισθηματισμοί για τη ζωή και το έργο του. Ήταν ένας μαχητής, ένας μαχητής για την Ανθρωπότητα κι ένας Απόστολος του Ευαγγελίου για τα Δικαιώματα όλων των Λαών. Ήταν μία ανακαινιστική μορφή υψηλοτάτου επιπέδου, μα η ιστορική του μοίρα ήταν πως έδρασε σε μία εποχή ωμότητας, χωρίς προηγούμενο που τελικά τον κατέρριψε. Έτσι ατενίζει ο κοινός Δυτικοευρωπαίος τον Αδόλφο Χίτλερ. Εμείς δε, οι στενοί οπαδοί του, σκύβουμε το κεφάλι μπρος στη σωρό του.
Κνουτ Χάμσουν» 

Στο ίδιο πνεύμα, έγραψε  τότε  και  ο  Εζρα Πάουντ, ο οποίος  χαρακτήρισε τον Χίτλερ  σαν  «Ζαν ντ΄ Αρκ»  της  εποχής  μας.

Μετά τη γερμανική ήττα, ο Χάμσουν κλείστηκε  από  τους  εβραιοαμερικανούς  για μεγάλο διάστημα σε νευρολογική κλινική, ως διαταραγμένη προσωπικότητα. Τόσο ο ίδιος όσο και η δεύτερη σύζυγός του, η Μαρία Άντερσεν, διώκονται.
Του επιδικάστηκε ως πρόστιμο το τεράστιο για την εποχή ποσό των 320.000 κορωνών με σκοπό τον οικονομικό του αφανισμό.
Τελικά το 1949, σε προχωρημένα γεράματα, εντελώς κουφός και μισότυφλος, έγραψε το τελευταίο του έργο ''Σε χορταριασμένα μονοπάτια''- ένα αυτοβιογραφικό κείμενο στο οποίο εξυμνεί   «την ακατανίκητη ορμή της ζωής».
Ο Χάμσουν πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου του 1952, σε ηλικία 93 ετών και σήμερα θεωρείται ο μεγαλύτερος νορβηγός συγγραφέας,  ανώτερος  του  Ίψεν.


Ο  ΧΑΜΣΟΥΝ  ΣΤΟ  ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ
Σε ηλικία ενενήντα ετών, ο Χάμσουν κρατήθηκε για τρεις μήνες σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο  στο  Όσλο.  (Χειρότερα  έκαναν  οι  αφιονισμένοι  εβραιοαμερικανοί  στον  μεγαλύτερο  ποιητή  τους,  τον  Έζρα  Πάουντ,  γιατί  τους  είπε  ότι  «όλη  η  αμερική είναι  ένα  άσυλο  ψυχοπαθών».
Ένας  ψυχίατρος  του ζήτησε να αναλύσει τον εαυτό του.
Ο  «ΤΡΕΛΟΣ»,  ΚΑΤΑ  ΤΟΥΣ  ΕΒΡΑΙΟΥΣ  ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ  ΤΗΣ  ΕΥΡΩΠΗΣ, ΕΝΕΝΗΝΤΑΡΗΣ  ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ  ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ  ΓΕΡΟΝΤΑΣ,  Ο  ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ  ΤΗΣ  ΕΥΡΩΠΗΣ,  ΑΠΑΝΤΗΣΕ  ΩΣ  ΕΞΗΣ:
«Δεν έχω αναλύσει τον εαυτό μου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά με τη δημιουργία εκατοντάδων χαρακτήρων μέσα στα βιβλία μου, ο καθένας των οποίων περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό μου, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα όλων των φανταστικών προσώπων.
Στη λεγόμενη νατουραλιστική περίοδο, ο Εμίλ Ζολά και οι σύγχρονοί του, έγραψαν για τους ανθρώπους με τα λεγόμενα κύρια χαρακτηριστικά. Δεν έκαναν καμία χρήση των αποχρώσεων της ψυχολογίας, και τα πρόσωπά τους είχαν μια κυρίαρχη ποιότητα που καθόριζε τη φυσιογνωμία τους.
Ο Ντοστογιέφσκι και μερικοί άλλοι μας δίδαξαν άλλα πράγματα σχετικά με τα ανθρώπινα όντα. Από τα πρώτα γραπτά μου δεν νομίζω ότι υπάρχει σε ολόκληρη τη συγγραφική μου παραγωγή, κάποια δυναμική προσωπικότητα με τέτοιο χαρακτήρα. Είναι όλα χωρίς το λεγόμενο ‘χαρακτήρα’, χωρισμένα και διαιρημένα, δεν είναι καλά ή κακά, αλλά και τα δύο. Αποτελούνται από πολλά μέρη, υπάρχουν αποχρώσεις, αλλάζουν στο μυαλό και τις δράσεις.
Και αυτός είναι αναμφισβήτητα ο χαρακτήρας μου. Είναι πολύ πιθανό ότι είμαι επιθετικός. Μπορεί να έχω μερικά από τα χαρακτηριστικά που μου προσάπτουν, ευάλωτος, ύποπτος, εγωιστής, γενναιόδωρος, ζηλιάρης, συνετός, ευαίσθητος και ψυχρός. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ανθρώπινα.
Αλλά δεν ξέρω, κι ούτε θα μπορούσα να πω ποιό από αυτά υπερέχει στη φύση μου. Από ότι αποτελούμαι, κι ότι είμαι, μου ήρθε σαν δώρο της χάριτος η οποία με έκανε ικανό να γράψω τα βιβλία μου.
Είναι ένα δώρο που δεν μπορεί να αναλύσω, και το οποίο ο Georg Brandes απεκάλεσε, θεία τρέλα…».


O  ΧΑΜΣΟΥΝ   ΕΙΝΑΙ  ΕΝΑΣ  ΑΠΟ  ΤΟΥΣ  ΠΙΟ  ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ  ΞΕΝΟΥΣ  ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ  ΣΤΗΝ  (ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΙΖΟΥΣΑ)  ΕΛΛΑΔΑ.

Στη χώρα μας ο Χάμσουν υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής. Ίσως είναι ειρωνικό - αλλά διόλου τυχαίο - που στον Μεσοπόλεμο τον μετέφρασε ένας  κομουνιστής  συγγραφέας, ο Βασίλης Δασκαλάκης. Διόλου ασήμαντη επίσης δεν ήταν η επίδρασή του, με χαρακτηριστικότερη εκείνη που εντοπίζει κανείς στο έργο του Γιάννη Σκαρίμπα και του Κοσμά Πολίτη.




Ελληνικές μεταφράσεις

Η Πείνα : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωρικός")

Αρχισυντάκτης Λύγκε : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωρικός")

Παν : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωρικός")

Κάτω από τα φθινοπωρινά άστρα : Βασίλης Δασκαλάκης "Δωρικός")

Ρόζα : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωρικός")

Ενας αλήτης παίζει με σουρτίνα : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωρικός")

Στερνή χαρά : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωρικός")

Η ευλογία της γης. Μετάφραση Αρης Δικταίος,Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος Σ.Ι.,2008

Ο Παν. Μετάφραση Παύλος Νιρβάνας, Εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη,2005

Διηγήματα. Μετάφραση Ι.Ν.Γρυπάρης, Εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη,2004

Η πείνα. Μετάφραση Δημήτρης Χορόσκελης,Εκδόσεις Κωνσταντίνος Ζήτρος,2004 Ο Παν.Μετάφραση Ιάσων Ναέτης, Εκδόσεις Γραφές,2002

Βικτώρια.Μετάφραση Αννα Ραδίτσα, Εκδόσεις Ρrinta,1998

Μυστήρια.Μετάφραση Γιάννης Λάμψας, Εκδόσεις Ρrinta,1993
Σε χορταριασμένα μονοπάτια. Μετάφραση Ηλίας Θεοφιλάκης, Εκδόσεις Δωδώνη,1987

Μυστήρια. Μετάφραση Βασίλης Δασκαλάκης,Εκδόσεις Δωρικός,1984
 Παιδιά της εποχής τους. Μετάφραση Ν.- Ι.Μπουσούλα, Εκδόσεις Δωρικός,1981
 Μπενόνι. Μετάφραση Βασίλης Δασκαλάκης,Εκδόσεις Δωρικός,1971



«Η πείνα»  του Κνουτ Χάμσουν

«Το βιβλίο μου είναι μια προσπάθεια να περιγράψω την περίεργη ζωή του νου, τα μυστήρια της ψυχής σε ένα κορμί που πεινάει».
«Ο φτωχός διανοούμενος ήταν πολύ πιο οξυδερκής παρατηρητής από τον πλούσιο διανοούμενο. Ο φτωχός κοιτάζει γύρω του σε κάθε βήμα, ακούει με δυσπιστία κάθε λέξη από τους ανθρώπους που συναντάει. Έτσι κάθε βήμα που κάνει αποτελεί ένα καθήκον, μία δοκιμασία για τις σκέψεις και τα αισθήματά του. Έχει ετοιμότητα και ευαισθησία, είναι ένας άνθρωπος έμπειρος του οποίου η ψυχή έχει πληγωθεί…»


"Η πείνα", το πιο δημοφιλές (και  στην  Ελλάδα)  και πολυμεταφρασμένο έργο του Χάμσουν, είναι μια περιγραφή της μοναξιάς και της εξαθλίωσης του ανθρώπου που κάνει το "λάθος" να επιδίδεται σε πνευματικές και δημιουργικές δραστηριότητες, σε έναν συβαριτικό κόσμο αναζήτησης υλικών απολαύσεων. Αποτελεί ίσως την πιο "βιολογική" μελέτη αυτής της κατάστασης (σε σχέση με το "Υπόγειο" του Ντοστογιέφσκι ή τον "Λύκο της στέππας" του 'Εσσε), αφού ο αναγνώστης νοιώθει κυριολεκτικά στα σπλάχνα του αυτή τη φοβερή αίσθηση της πείνας που κατατρώει τον ήρωα, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου. "Η πείνα" όμως είναι παράλληλα και μια σημειολογία του αντι-τυχαίου, της αναγκαιότητας και του πεπρωμένου, μια μάχη του ήρωα με τις αόρατες δυνάμεις που τον καταδικάζουν, όπως οι θεοί τον Προμηθέα, σε φρικτή τιμωρία για την Ύβρι που διαπράττει, δηλαδή για τη μη ενασχόλησή του με καθαρά γήινες δραστηριότητες.

Τοποθετημένη στη Χριστιανία (το  σημερινό  Όσλο) στα τέλη του 19ου αιώνα, η «Πείνα» περιγράφει τις προσπάθειες του ανώνυμου ήρωα, που πασχίζει να επιβιώσει γράφοντας άρθρα για εφημερίδες, τα οποία θα του επιτρέψουν να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του –να φάει και να κοιμηθεί– με αξιοπρέπεια. Δεν τα καταφέρνει πάντα· με την κοινωνική, φυσική και πνευματική του κατάσταση σε διαρκή εξασθένηση, περιπλανιέται στους δρόμους, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια. Ο πεινασμένος συγγραφέας μάταια προσπαθεί να διατηρήσει τον σεβασμό προς την έννοια «Άνθρωπος», προς τον εαυτό του και προς τους άλλους, αφού το στομάχι του τον υποχρεώνει σε παραχωρήσεις για τις οποίες μετανιώνει, γεμίζοντας άλλοτε ενοχές και άλλοτε αδικαιολόγητη αυτοεκτίμηση. Αυτό που τον κρατάει να μη διαλυθεί είναι το κάτισχνο κορμί του, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει επίσης και τη συμπεριφορά του μυαλού του.


«Η  ΠΕΙΝΑ» όπως αναφέρει και ο ίδιος δεν είναι ένα μυθιστόρημα.  Και βεβαίως δεν αποτελεί ένα μυθιστόρημα γιατί πρόκειται σαφώς για μία ιδιάζουσα ψυχική διαδικασία κατά την οποία ένας άνθρωπος, πολύ πιθανότατα ο ίδιος ο συγγραφέας, περνά μέσα από μία εσωτερική δοκιμασία, μία πάλη αντιμετώπισης της ανέχειάς του, της θέλησής του για εξεύρεση τροφής αλλά τελικά της μη ικανοποίησης της. Ισχυρό πλήγμα στο εγώ του λογίζεται αυτή η ανικανότητα πλήρωσης της επιθυμίας του. Όταν πεινάς καλείσαι εύλογα να υπερπηδήσεις τα εμπόδια του νου που δίνουν την εντολή και αδυνατώντας να ανταπεξέλθεις στην κάλυψη της ανάγκης αυτής αντλείς φυσιολογικά όλα τα αποθέματα του ψυχισμού σου που δεν γνώριζες πως είχες στον ανηλεή αγώνα ενάντια στην αίσθηση της πείνας. Μία αίσθηση που ενδεχομένως προκαλεί ντροπή και θίγει την αξιοπρέπεια ενώ βυθίζει τον άνθρωπο στο αίσθημα αυτοσυντήρησης που μπορεί και να μην έχει όρια όσο βαδίζει προς το αβέβαιο.


Ο Χάμσουν έρχεται με την «Πείνα» σε ανοιχτό πόλεμο με τα ίδια του τα φαντάσματα και αυτοαναλύεται σε έναν δρόμο συνομιλίας με τον τρόμο και τον κίνδυνο της ίδιας του της απώλειας είτε πραγματική είτε συνειδησιακή. Ο Χάμσουν σε συνεχή διαμάχη με την προσωπική του λαχτάρα ή την αποδοχή της ήττας του στον ανήφορο για την πραγμάτωση των συγγραφικών του στόχων παρουσιάζει εδώ τον ήρωά του, τον άλλο του εαυτό για τους περισσότερους αναλυτές, με την ιδιότητα του δημοσιογράφου που αναζητά μέσα στην ομίχλη του συλλογισμού του την ταυτότητά του μέσω της αναγνώρισης των γραπτών του, μία αναγνώριση που αργεί να φανεί και ίσως και είναι εξαρχής χαμένη. Αυτά τα γραπτά όμως είναι που τον κρατάνε ζωντανό στο κυνήγι του ανέφικτου και στέκεται με το κεφάλι ψηλά ενώ το σώμα του το κάτισχνο φωνάζει κατάρρευση. Στα κείμενα αυτά που πασχίζει να γράψει θα εξασφαλίσει τα προς το ζην που θεωρητικά ελπίζει πως θα τον βγάλουν από το συνεχές αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει, δέσμιος από τις αλυσίδες μίας ζωής που δεν του δίνει τίποτα, μία αναφορά στο μηδέν χωρίς να φταίει.

Ο ήρωάς  του βρίσκεται σε πυρετώδη διάλογο με τον εσωτερικό του κόσμο και μέσα στην δίνη της συγγραφικής αποστολής του που άλλοτε πνέει τα λοίσθια και άλλοτε πρόσκαιρα ανακάμπτει, κινείται σε μονοπάτια παραίσθησης ή συναίσθησης. Πριν νιώσει και βιώσει την φυγή προς έναν άγνωστο προορισμό με την ελπίδα της οριστικής επαγγελματικής αποκατάστασης και μακριά από τα σκοτάδια του παρελθόντος του έχει επιπλεύσει επί της σκιάς του που ακροβατεί και σαν σχεδία χαμένη στον ωκεανό περιδιαβαίνει και περιφέρεται ζωντανός νεκρός σε μία κοινωνία αδιάφορη και απορρίπτουσα. Και εκεί που βρίσκει ελπίδα, στοργή και φροντίδα, βοήθεια και κατανόηση πλάι σε ανθρώπους που δεν περίμενε, η αγάπη για τη ζωή και η πτώση στον Άδη της απόγνωσης ξαναγεννιέται άξαφνα με καταστροφικές για τον ίδιο συνέπειες. Ο Χάμσουν εγκιβωτίζει αλήθειες και ανησυχίες του κόσμου που πάντα θα απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο και δυστυχώς θα επαναλαμβάνονται με μαθηματική ακρίβεια όταν η ανάγκη για τροφή καθίσταται επιτακτική και απαραίτητη για την διαύγεια και εύρυθμη λειτουργία του μυαλού. Σε συνθήκες φτώχειας και στέρησης, η πνευματική ευημερία και ισορροπία κλονίζονται, ανατρέπονται και μετατρέπονται σε μία κόλαση υπαρξιακή που δεν έχει έλεγχο και που όμοιά της δεν υπάρχει.

Σε μία πραγματικότητα  ο πρωταγωνιστής χάνει κάθε πίστη στο είναι του και παρασύρεται σε πράξεις που καθοδηγούνται ξεκάθαρα από την έλλειψη τροφής, χάνοντας ασυνείδητα το πηδάλιο της λογικής. Εκεί αγγίζει τα όρια της τρέλας και της παράνοιας σαν ο εαυτός του να παίρνει την μορφή ενός ξένου προς αυτόν. Γράφει ο Χάμσουν: «Η συναίσθηση της εντιμότητάς μου γέμισε το μυαλό μου, με πλημμύρισε με την υπέροχη αίσθηση πως ήμουν ένας άνθρωπος με χαρακτήρα, ένας φωτεινός φάρος μέσα σε μία θολή ανθρωποθάλασσα όπου επέπλεαν συντρίμμια και ναυάγια». Μοιάζει πράγματι με καράβι ακυβέρνητο, μιας και η σκέψη του είναι επικίνδυνα αόριστη, αόρατη και θολή, σαν να ζει σε ένα θέατρο χωρίς σκηνή  και  θεατές, μόνος ενώπιον του εχθρικού του αντίλαλου.


Αυτό είναι το κέρδος από την επαφή με έναν λογοτεχνικό κολοσσό και ο αναγνώστης πράγματι συγκλονίζεται από την δραματική κατάσταση του πρωταγωνιστή, από μία πτυχή της υπόστασης του ανθρώπου που μόνο με την τύφλωση μπορεί να συγκριθεί. Γιατί τι χειρότερο από την στέρηση του αγαθού της τροφής που χωρίς αυτήν ο άνθρωπος είναι ικανός να γίνει βάρβαρος, απρόβλεπτος και έρμαιο μαζί και να θυμίζει σκιάχτρο έτοιμο να καταρρεύσει από τα όρνια της συνείδησης του που του σκίζουν τα σωθικά; Και αν όλα αυτά που περιγράφονται γλαφυρά στο βιβλίο τα τοποθετήσουμε στην σημερινή ανήθικη εποχή που η γνώση έχει γίνει βορρά στον βωμό της εξέλιξης και των μηχανών που μας έχουν καταντήσει υποχείριά τους, τότε ο Χάμσουν επικαιροποιείται και η πείνα για την οποία μας μιλάει γίνεται πνευματική. Αυτή η πείνα είναι δηλητήριο που σκοτώνει γενιές και φυλακίζει το μέλλον τους.


«Ο ήρωας του Χάμσουν απαλλάσσεται συστηματικά από κάθε είδους πίστη σε κάθε είδους σύστημα και τελικά, μέσω της πείνας την οποία επιβάλλει στον εαυτό του, φτάνει στο τίποτα. Τίποτα δεν τον στηρίζει ώστε να συνεχίσει την πορεία του, κι όμως αυτός εξακολουθεί να προχωρά. Προχωρά κατευθείαν στον 20ό αιώνα».

Paul Auster

Κνουτ Χάμσουν, Η πείνα (απόσπασμα)

Ξαφνικά, μου έρχεται η ιδέα να πάω στην Κρεαταγορά και να ζητήσω ένα κομμάτι ωμό κρέας. Σηκώνομαι, κατεβαίνω τα σκαλιά και κατευθύνομαι προς την Αγορά. Μόλις φτάνω στους πρώτους πάγκους, αρχίζω να φωνάζω και να χειρονομώ, σαν να μιλούσα σε ένα σκυλί που βρισκόταν πίσω μου. Και με θράσος, απευθύνομαι στον πρώτο κρεοπώλη που συναντώ.
— Θα είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε ένα κόκαλο για το σκυλί μου, λέω. Μόνον ένα κόκαλο, δεν χρειάζεται να έχει κρέας πάνω του· έτσι, για να έχει κάτι να κουβαλάει στο στόμα του.
Μου έδωσε ένα κόκαλο, ένα υπέροχο μικρό κόκαλο, όπου είχε μείνει λίγο κρέας, και το έχωσα κάτω απ΄το σακάκι μου. Ευχαρίστησα εκείνον τον άνθρωπο, τόσο θερμά, που με κοίταξε έκπληκτος...
— Παρακαλώ, είπε.
— Μην το λέτε, ψέλλισα, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας.
Κι έφυγα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
Χώθηκα στην πάροδο των Σιδηρουργών, όσο πιο μακριά μπορούσα, και σταμάτησα μπροστά στη σαραβαλιασμένη πόρτα μιας αυλής. Δεν υπήρχε καθόλου φως, ένα ευλογημένο σκοτάδι βασίλευε γύρω μου· άρχισα να μασουλάω το κρέας που υπήρχε πάνω στο κόκαλο. Δεν είχε γεύση· έβγαζε μια αηδιαστική μυρωδιά αίματος που μ’ έκανε να ξεράσω αμέσως. Προσπάθησα πάλι. Αν τουλάχιστον το στομάχι μου κρατούσε εκείνο το κομματάκι κρέας θα ένοιωθα καλύτερα· το πρόβλημα ήταν να το κάνω να μείνει μέσα. Όμως πάλι μου ήρθε τάση για εμετό. Έγινα έξαλλος, δάγκωσα άγρια το κρέας, ξεκόλλησα ένα κομματάκι και το κατάπια με το ζόρι. Όμως δεν χρησίμευε σε τίποτα· μόλις έμεινε για λίγο στο στομάχι μου άρχισε πάλι ν΄ανεβαίνει. Έσφιξα με λύσσα τις γροθιές, άρχισα να κλαίω από απόγνωση και να δαγκώνω το κόκαλο σαν δαιμονισμένος· έκλαψα τόσο που το κόκαλο μούσκεψε από τα δάκρυα, ξέρασα, έβριζα και μασουλούσα βάζοντας τα δυνατά μου, έκλαιγα λες και η καρδιά μου είχε σπάσει, και ξέρασα γι’ άλλη μια φορά. Τότε, με δυνατή φωνή, καταράστηκα όλες τις δυνάμεις του κόσμου να πάνε στο πυρ το εξώτερο.
[πηγή: Κνουτ Χάμσουν, Η πείνα, μτφ. Δημήτρης Χορόσκελης, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 170-172]



ΤΟ  ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ  «Ο  ΠΑΝ»
Κνουτ Χάμσουν: Ο Παν. Μετάφραση: Παύλος Νιρβάνας. Εισαγωγή: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου. Εκδόσεις Σοκόλη. Αθήνα. 2005.
Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης: Ο Κνουτ Χάμσουν στη Χώρα των Θαυμάτων (e-book). Ηλεκτρονικές εκδόσεις 24grammata.com (Σειρά: εν καινώ, αριθμ. σειράς 88). Τόπος και Χρονολογία πρώτης έκδοσης: 22 Ιουνίου 2014. Ηράκλειο Κρήτης
.
Όταν ο Κνουτ Χάμσουν αναφέρθηκε στο βιβλίο του «Ο Παν» σε ένα γράμμα του από το Παρίσι, τον Οκτώβριο του 1893, είπε ότι το νέο του βιβλίο θα είναι όμορφο. «Εξελίσσεται στην περιοχή της Νορλάνδης, μια ήσυχη και κόκκινη ιστορία αγάπης. Δεν θα βρεθούν πολέμιοι σε αυτό, παρά μόνο άνθρωποι κάτω από διαφορετικούς ουρανούς».
Η πλοκή του βιβλίου  αναφέρεται στον κυνηγό και υπολοχαγό Τόμας Γκλαν. Μαζί με τον σκύλο του, Αίσωπο, ζει σε μια καλύβα πάνω στα βουνά, πραγματικός εραστής της φύσης, που έχει επιπλωμένη με τοπικό παραδοσιακό γούστο.
Ο Χάμσουν έγραψε το βιβλίο στην παλιά Νορβηγική γλώσσα με απλό και κατανοητό τρόπο. Χρησιμοποιεί έξυπνα τη γλώσσα για να απεικονίσει τα πάντα γύρω του σχεδόν σε κάθε λεπτομέρεια, φροντίζοντας έτσι να έχουμε καλύτερη κατανόηση του τι συμβαίνει, μαζί με πολλούς συμβολισμούς όταν περιγράφει τους ανθρώπους στο βιβλίο. Πώς ζουν οι άνθρωποι, σε ποιο οικογενειακό κι ακόμα κοινωνικό καθεστώς.
Οι μύθοι και οι συμβολισμοί, αφθονούν μέσα στο μυθιστόρημα.
Τον θεό Πάνα, τη νορβηγική φύση, την παλιά κοινωνία απέναντι στην καινούργια, θέματα βεβαίως που επαναλαμβάνονται στο σύνολο των έργων του Χάμσουν. Εδώ μέσα ο συγγραφέας δίνει στον αφηγητή ένα ρόλο όπου πρέπει να θέσει τον εαυτό του σε δύο καταστάσεις, τη φύση και την πόλη, ενώ μας δίνει μια περιγραφή του πως τα άτομα αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στην κοινωνία. Όπως και σε πολλά άλλα βιβλία, έτσι και σε τούτο, ο Χάμσουν αναφέρεται σε άντρες που ερωτεύονται γυναίκες που στέκονται σε κάπως υψηλότερη κοινωνική κλίμακα.
Η δράση λαμβάνει χώρα στη Νορλάνδη της Σιριλούνδης, ένα ανεμοδαρμένο μέρος κοντά στην ακτή. Ακόμη και τα νεκρά πράγματα μπορούν να πάρουν ζωή στις απεικονίσεις του: ‘‘Μπροστά στην καλύβα μου ήταν μια ψηλή και γκρίζα πέτρα. Μου φαινότανε σαν φιλική φυσιογνωμία, σαν να με κοίταζε και να με αναγνώριζε όταν ερχόμουνα στο σπίτι. Όταν έβγαινα πάλι το πρωί, περνούσα κοντά από την πέτρα. Νόμιζα πως άφηνα ένα φίλο, ένα φίλο που θα περίμενε την επιστροφή μου’’. Η ζωή του Γκλαν στο μέρος εκείνο, φαντάζει επιφανειακή και μάλλον ανειλικρινής. Οι άνθρωποι αισθάνονται και ζουν κάπως απλά. Βρίσκονται έξω στη φύση, μπορούν να αισθάνονται ελεύθερα και ότι εδώ βρίσκεται η πραγματική ζωή.
Το βιβλίο είναι γραμμένο στην εποχή του νεορομαντισμού, που είναι μια μεγάλη εποχή στη λογοτεχνία, και ως εκ τούτου, ο «Παν» είναι βιβλίο που ανήκει εκεί. Η δράση λαμβάνει χώρα  πίσω στο χρόνο  σε ένα μικρό τόπο, όπου όλοι γνωρίζουν σχεδόν όλους. Ζουν δίπλα στο νερό και μας δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για μια αγροτική κοινότητα, ενώ το κοντινό δάσος είναι η ελευθερία. Οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν αρκετά να κάνουν και ζουν σε μια κοινωνία όπου το αντρικό στοιχείο είναι το κυρίαρχο. Δημιουργούν μια αστική κοινότητα, ενώ κατά τα φαινόμενα υπάρχει κι ένα μικρό χωριό δίπλα στη θάλασσα. Κάποιοι ευδοκιμούν μέσα στη φύση, ενώ άλλοι ευδοκιμούν ανάμεσα στους ανθρώπους!  
Ο Χάμσουν στο μυθιστόρημα επικεντρώθηκε στο χαρακτήρα ενός άντρα, όπου απεικονίζεται το παράλογο, το αυθόρμητο και το υποσυνείδητο. Είναι ένα βιβλίο για τη μαγεμένη και τραγική αγάπη, ύμνος στην μητέρα φύση της Νορλάνδης. Ο Γκλαν είναι είκοσι οκτώ ετών και υπολοχαγός. Η ζωή του μέσα στη φύση έχει δημιουργήσει κάποιες παρενέργειες στις κοινωνικές του εμφανίσεις. Πολύ σπάνια ένοιωθε άνετα στις μεγάλες δημόσιες συναθροίσεις. Αν και κάποια στιγμή αισθάνθηκε ανεπαίσθητο κίνδυνο εξάντλησης των τροφίμων που διέθετε, δεν έκανε χρήση της δυνατότητας αποθήκευσης. Ενώ είχε, για παράδειγμα, μια εξαιρετική ευκαιρία να πυροβολήσει δύο τσαλαπετεινούς την ίδια ημέρα, πυροβόλησε μόνο τον ένα, κι αφήνοντας τον άλλο, για άλλη μέρα. Το μυστικό της ευτυχίας του Γκλαν βρίσκεται στη ανέμελη στάση του απέναντι στη ζωή, παίρνοντάς την όπως έρχεται. Ταυτόχρονα είναι ονειροπόλος και ξοδεύει πολύ χρόνο σε αυτή. Μας λέει επανειλημμένα πόσο λίγη πείρα έχει στα έθιμα και εξακολουθεί να είναι πολύ προσεκτικός για να μην κάνει λάθη. Κι όταν αυτό επισυμβεί, δείχνει πολύ αναστατωμένος, ακόμα κι αν ήταν ασήμαντο. Αισθάνεται κάπως σαν άγριο θηρίο μέσα σε μια κοινωνικοποιημένη περιοχή, γι αυτό και αναστατώνεται όταν ξεφεύγει από τα ειωθότα.
Το βιβλίο είναι οργανωμένο με τη μορφή ετήσιων κύκλων, όπου οι αισθήσεις του Γκλαν, η ερωτική τρέλα και η αγάπη του, ακολουθούν τις εποχές. Τη γέννηση της άνοιξης, τη λάμψη του ώριμου καλοκαιριού, το φθινόπωρο και το χειμώνα, το θάνατο και την καταστροφή.
Με ένα πλούσια λυρικό ύφος, ο Χάμσουν περιγράφει με μαεστρία αυτό συμβαίνει στο ανθρώπινο μυαλό.
Υπάρχουν πολλές απεικονίσεις της φύσεως καθώς και μια περίεργη ερωτική σχέση.  Το θέμα του «Παν», είναι η αγάπη που ανευρίσκεται τόσο εύκολα αλλά και εξίσου εύκολα μπορεί να καταστραφεί ή να χαθεί. Η ιστορία του κυνηγού Γκλαν και της Εδουάρδας, είναι μια υπέροχη ρομαντική ιστορία αγάπης, για δύο ανθρώπους που θα μπορούσαν να είχαν πάρει άλλο δρόμο, αν δεν ήταν τόσο πεισματάρηδες και αν είχαν εκφράσει ελεύθερα τα συναισθήματά τους, αντί να τοποθετούν την υπερηφάνεια τους, σε πρώτο επίπεδο. Το χρονικό διάστημα που λαμβάνει χώρα η όλη υπόθεση μέσα το βιβλίο, μας δίνει την εντύπωση πως οι άνθρωποι αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου, κάτι που ο αναγνώστης παρακολουθεί εύκολα με το ξεφύλλισμα του βιβλίου παρακολουθώντας δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Κι ακόμα διαπιστώνει πόσο πολύ διαφορετικοί μπορεί να είναι οι άνθρωποι ακόμη κι αν ζουν κοντά ο ένας στον άλλο. Όλοι είμαστε λοιπόν διαφορετικοί και αυτό είναι απόλυτο και σαφές από τη δομή του μικρού μυθιστορήματος! 
Η Εδουάρδα είναι ένα τυπικό πρόσωπο της πόλης, ενώ ο Γκλαν γεννήθηκε λάτρης της φύσης. Η σχέση τους αυτή οδηγεί σε πολλές συγκρούσεις ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό. Αρχικά η σχέση τους ανθίζει την άνοιξη και το καλοκαίρι. Όταν ο καιρός καλυτερεύει και η θερμοκρασία ανεβαίνει, οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο ευχάριστοι, και οι περισσότεροι οδηγούνται έξω στη φύση. Το φθινόπωρο, σε τούτη την περιοχή, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι τόσο χαρούμενοι, η ψυχολογική επιβάρυνση βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, κάτι που τους οδηγεί στο να παρουσιάζουν την κακή πλευρά του εαυτού τους, μαζί με πολλές καταθλίψεις. Προχωρούν σε πράγματα που διαφορετικά, με άλλες συνθήκες, δεν θα είχαν κάνει.
Σε όλο το μυθιστόρημα, ακούμε πως ο Γκλαν προσπαθεί να ευτελίσει τη σχέση του με την Εδουάρδα, και της λέει ξανά και ξανά ότι δεν είναι γι’ αυτόν. Αλλά με το χρόνο, γίνεται σαφές πόσο πολύ του λείπει η Εδουάρδα. Το βιβλίο αρχίζει ρίχνοντας μια ματιά πίσω στο παρελθόν:
‘Τις τελευταίες μέρες δεν παύω να συλλογίζομαι τις ανύχτωτες καλοκαιρινές μέρες της Νορλάνδης. Και μου έρχονται στο νου αυτή τη στιγμή σαν να βρίσκομαι ακόμα στο καλυβάκι που είχα διαλέξει για κατοικία μου, και στο δάσος που απλωνότανε ατελείωτο πίσω μου’’.
Η Εδουάρδα είναι είκοσι ετών, αλλά η μικρόσωμη κατασκευή του κορμιού της, κάνει τον Γκλαν να θεωρεί ότι η ηλικία της βρίσκεται κάπου μεταξύ 16 και 17 ετών. Ζει με τον πατέρα της, τον κύριο Μακ, κι είναι μοναχοπαίδι χωρίς μητέρα. Ενεργεί ευγενικά και με μεγάλη βεβαιότητα, αλλά φυσικά κάποιες παραβιάσεις των προτύπων της εταιρείας γίνονται, ούτως ή άλλως. Υπακούει προφανώς τον πατέρα της, αλλά ταυτόχρονα ζει τη δική της πραγματικότητα. Βάζει τον εαυτό της πάνω απ’ όλους τους άλλους, και ως εκ τούτου είναι πάρα πολύ υπερήφανη για να αναγνωρίσει τα λάθη και πολύ σκληροτράχηλη για να κλάψει. Η συμπεριφορά της είναι πολύ ευμετάβλητη, ειδικά απέναντι στον Γκλαν. Μετά από μερικές εβδομάδες με ευχάριστα ραντεβού, ξαφνικά χάνει το ενδιαφέρον της για εκείνον. Ονειρεύεται ότι είναι η πριγκίπισσα που θα οδηγηθεί μακριά από τον όμορφο πρίγκιπα. Έτρεφε την ελπίδα ότι αυτός ήταν ο πρίγκιπας που θα την έπαιρνε μακριά από τη Σιριλούνδη. Δίνει μάχη με τον εαυτό της, πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην αγάπη του Γκλαν ή στην αγάπη του ονείρου. Κι ακριβώς όπως κι ο Γκλαν, επιλέγει το όνειρο. Ο Μακ, είναι ο πατέρας της Εδουάρδας και ένας ισχυρός επιχειρηματίας του τόπου. Βρισκόταν μακριά σε ένα ταξίδι στη Ρωσία, και όταν επιστρέφει στο σπίτι φέρνει μαζί του ένα Φιλανδό βαρώνο. Είναι σαφές ότι προτίθεται να βρει έναν καλό σύντροφο για την κόρη του. Εκλιπαρεί την Εύα, και κάνει ότι μπορεί για να ξεφορτωθεί τον Γκλαν. Βάζει φωτιά στην καλύβα του Γκλαν και τιμωρεί την Εύα με επιπλέον σκληρή δουλειά. Η Εύα, από την άλλη μεριά, είναι απλή, ήσυχη, συμπονετική, τρυφερή και πιστή. Αγαπάει τον Γκλαν, παρά την έλλειψη πίστης και ενδιαφέροντος από τη μεριά του. Αγαπάει ένα όνειρο που είχε κάποτε, και βεβαίως τη γη της. Είναι το αντίθετο της Εδουάρδας, και σ’ αυτή προσφεύγει ο Γκλαν όταν η Εδουάρδα γίνεται δύσκολη. Ο Χάμσουν με τις δύο αυτές πρωταγωνίστριες, μας αποκαλύπτει κάποιες απόκρυφες και διιστάμενες απόψεις του σχετικά με τις γυναίκες.
 Ο Χάμσουν κατάφερε να δημιουργήσει μια ιστορία μεγάλης ομορφιάς, ένα εύκολα κατανοητό αλλά και μυστικιστικό ταυτόχρονα μύθο. Πρώτα-πρώτα, είναι μια ιστορία που τη χαρακτηρίζει η απίστευτη απλότητα. Οι λέξεις απλές, κατάλληλα διαλεγμένες, δένονται μεταξύ τους είναι σαν μια σειρά μικροσκοπικών μαργαριταριών, από έναν πολύπειρο κατασκευαστή. Ο πρωταγωνιστής, Γκλαν, είναι η προσωποποίηση της απέραντης πολυπλοκότητας. Δείχνει μεγάλη κατανόηση στη φύση και διακρίνεται από ευαισθησία προς τον κόσμο γύρω του, εκείνον που είναι απολύτως αξιόλογος. Γράφει σε ένα σημείο: ‘‘ …Πάντα η ίδια γαλήνη. Σηκώνομαι και κάνω μερικά βήματα. Ξανακάθομαι και ξαναπερπατώ… Όλα τα μέρη που περνώ τα ξέρω απέξω. Τα δέντρα, οι πέτρες μένουν πάντα στο ίδιο μέρος, στη μοναξιά τους, τα φύλλα τριζοβολούν κάτω απ’ τα πόδια μου. Το μονότονο ψιθύρισμα, οι πέτρες και τα δέντρα που με γνωρίζουν, με συγκινούν βαθύτατα, μια παράξενη ευχαρίστηση φτάνει ως την καρδιά μου, όλα μου φαίνεται πως με χαιρετούν και με καλημερίζουν και γίνονται ένα με την ψυχή μου κι ερωτεύομαι με το κάθε τι γύρω μου…’’


Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών

Αγγέλα Καστρινάκη

Ο Χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές του

«Είχα ένα φίλο που τον αγαπούσα πολύ. Μ’ αγαπούσε κι αυτός, αλλά περισσότερο από μένα αγαπούσε το Χάμσουν». Έτσι ξεκινά ένα διήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα το 1933. Και περιγράφει έναν νέο που λάτρευε τον εν λόγω συγγραφέα, διάβαζε ξανά και ξανά τα βιβλία του, μιλούσε ασταμάτητα γι’ αυτόν και είχε πάθει κάτι σαν μετάλλαξη της προσωπικότητάς του: δεν ήξερε κι ο ίδιος, λέει, αν ήταν ο εαυτός του «ή ένας ήρωας του Χάμσουν παραπλανημένος στην Αθήνα»[1].
Φαίνεται πως ο «φίλος» του Κοτζιούλα δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα: ο Κνουτ Χάμσουν είχε όντως φανατικούς λάτρεις στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Και όχι μόνο τότε. Ίσως κανένας άλλος συγγραφέας δεν άσκησε τόση επιρροή στον ελληνικό 20ό αιώνα όση ο νορβηγός νομπελίστας του 1920. Επιρροή σε συγγραφείς και αναγνωστικό κοινό, σε λόγιους με υψηλή μόρφωση και σε λαϊκούς αναγνώστες εξίσου.
Το ξεκίνημα του αιώνα έφερε ήδη την πρώτη του απόδοση στα ελληνικά. 1902 μεταφράστηκε η περιπαθής ερωτική νουβέλα Βικτώρια, τέσσερα μόλις χρόνια μετά το πρωτότυπο[2]. Ακολούθησαν πολλές και αλλεπάλληλες μεταφράσεις άλλων ή και των ίδιων κάποτε έργων. Ένας συγγραφέας, ο Βάσος Δασκαλάκης, κατειλημμένος προφανώς από το πάθος, έμαθε νορβηγικά επί τούτου, για να τον μεταφράσει, κάποιος ποιητής-εν-τω-γεννάσθαι, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, αγάπησε θερμά μια ηρωίδα του (καμιά γυναίκα δεν αγάπησε στη ζωή του όπως αυτή, λέει)[3], κι ένας τολμηρός νεαρός, που κατόπιν έγινε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, αποδίδει τον νεανικό «τυχοδιωκτισμό» του (αυτόν που τον έστειλε στο Μαουτχάουζεν) στα χαμσουνικά διαβάσματά του[4]. Το όλο φαινόμενο απέκτησε και όνομα: «χαμσουνικό πυρετό» το βάφτισε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, που παραδέχεται ότι τον άρπαξε κι ο ίδιος[5].
Η λάμψη ή τουλάχιστον η αναγνωσιμότητα του Χάμσουν δεν φαίνεται να ζημιώθηκε από την ανοιχτή σύμπλευσή του με τον ναζισμό, που του στοίχισε την ανυποληψία στην πατρίδα του και το παγκόσμιο μούδιασμα[6]. Το 1945 συναντάμε σε ένα αφήγημα μια περιγραφή των δεινών της Κατοχής με χαμσουνικό τρόπο[7], ενώ ακόμα και ένας τόσο συνειδητός τεχνίτης όσο ο Κοσμάς Πολίτης συνεχίζει το 1946 να χρησιμοποιεί χαμσουνικά σκηνικά και μοτίβα στα έργα του[8]. Το 1954, όταν οι εκδόσεις «Σύγχρονη λογοτεχνία» ανατυπώνουν τα μυθιστορήματα του Χάμσουν, συντάσσοντας τη βιογραφία του, εντέχνως παρακάμπτουν την επονείδιστη φάση[9]. Ο συγγραφέας συνεχίζει να έχει αφοσιωμένους φίλους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας, από την παρέα του Σπύρου Ασδραχά στη Λευκάδα[10] έως τη Μάρω Δούκα στα Χανιά[11] ή τη Μαρία Παπαγιάννη, κατόπιν Ηλιού, στην Αθήνα και στον Πύργο («με αναστάτωνε», λέει η τελευταία, καθώς «ανταποκρινόταν στους ερωτικούς καημούς μου»)[12]. Ο ποιητής Κώστας Παπαγεωργίου δηλώνει επίσης πως την εφηβεία του, γύρω στο ’60, την πέρασε κι αυτός υπό την καθοδήγηση του Νορβηγού[13].
Το 1967, πάλι, ένας θεατρικός συγγραφέας, ο Βασίλης Ζιώγας, γράφει την Κωμωδία της μύγας, ένα κομμάτι θεάτρου του παραλόγου[14], λεηλατώντας κανονικά το διήγημα του Χάμσουν «Μια κοινότατη μύγα μετρίου μεγέθους», που αφορά την οιονεί ερωτική σχέση ενός άντρα με μια μύγα[15]. Το ίδιο διήγημα πάντως προβληματίζει και τη Μάρω Δούκα τόσο ώστε να το θυμάται ακόμα και σήμερα[16]. Τέλος, μια χαριτωμένη λεπτομέρεια: στο χωριό της Νορβηγίας Χαμαρέυ, όπου μεγάλωσε ο Χάμσουν, το άγαλμά του είναι φτιαγμένο από έλληνα γλύπτη[17].
Ωστόσο δεν πρόκειται για μια ειδική εκλεκτική συγγένεια Ελλάδας Νορβηγίας. Ολόκληρη η Ευρώπη έζησε για χρόνια στον αστερισμό του Χάμσουν, με πρώτη σε θερμότητα δεξίωσης χώρα τη Γερμανία, όπου κάποιοι τον αγάπησαν τόσο, ώστε να τον συγκρίνουν άνετα ακόμα και με τον μεγάλο Γκαίτε. Έως σήμερα βρίσκει κανείς όχι λίγες μελέτες αφιερωμένες στο ιδιόρρυθμο τέκνο της Νορβηγίας, που εστιάζουν στον μοντερνισμό του είτε στον αντι-ολοκληρωτικό κατά βάθος –λένε– ατομοκεντρισμό του.

Ο Χάμσουν είναι ένας κατεξοχήν ερωτικός συγγραφέας. Αν σήμερα τον συνδέουμε αποκλειστικά με τον λεγόμενο «αλητισμό», αυτό συνέβη, εν μέρει τουλάχιστον, από παρεξήγηση. Ο Βάσος Δασκαλάκης μεταφράζει το 1925 ως Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα έναν τίτλο που μιλά απλώς για έναν «στρατοκόπο»: En vandrer spiller med sordin (A Wanderer Plays on Muted Strings), ενώ ο ίδιος κάπου μέσα στο βιβλίο υποσημειώνει: «Το αλήτης (και δω και στον τίτλο και παντού) το βάνω με την παλιά σημασία της λέξης, που σημαίνει τον άνθρωπο που δεν κάθεται σ’ ένα μέρος παρά όλο τριγυρίζει. Η λέξη που ταίριαζε να βάλω και που δεν έβαλα για τεχνικούς λόγους του ξώφυλλου είναι: στρατοκόπος»[18]. (Δεν είναι βέβαια ακριβώς τεχνικοί οι λόγοι του μεταφραστή μας: και μέσα στο κείμενο αρέσκεται να μεταφράζει με τον ίδιο τρόπο: «Κι είπα από μέσα μου: Όχι δε βαδίζει κανείς μόνο σε ρόδα, όταν βγαίνει στην αλητεία!». Αντί για: «Όταν παίρνει τους δρόμους» ή «όταν βγαίνει στις στράτες»[19]).
Το έργο πράγματι μόνο με την αρχαία έννοια της αλητείας, που ισοδυναμεί με περιπλάνηση, έχει σχέση: ήρωας είναι ένας διανοούμενος που αποφασίζει να φύγει απ’ την πόλη, να βγει στη φύση, για να βρει την ψυχική του γαλήνη. Κατοικεί για ένα διάστημα σε καλύβες, παρατηρεί τη φύση και θρέφεται απ’ τους καρπούς της. Κυρίως όμως γίνεται θεληματικά ένας σκληρά εργαζόμενος εργάτης γης· δουλεύει σε χτήματα ή στο ποτάμι, όχι σταθερά σε ένα μέρος, αλλά πάντως δεν βρίσκεται στιγμή χωρίς σκληρή απασχόληση. Άρνηση του πολιτισμού και επιστροφή στη γη: αυτό είναι το απόσταγμα του έργου.
Ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο μυθιστόρημα μεταφράζεται παράλληλα από άλλον μεταφραστή, τον Γιάννη Κότσικα, ως Ο Αλήτης, και πρέπει να εκδίδεται λίγο μετά τη μετάφραση του Δασκαλάκη[20]. Ο τίτλος αυτός υποθέτω ότι αποδίδει τον τίτλο της τριλογίας (γερμανικά: Der Wanderer), με αυτή τη χαρακτηριστική απόκλιση από την απλή περιπλάνηση στην πιο πικάντικη αλητεία[21].
Είναι σαφές, πιστεύω, ότι η μεταφραστική αυτή επιλογή, αυθαιρεσία όσον αφορά το πρωτότυπο, συμβάδιζε με μια τάση του μεσοπολέμου, της δεκαετίας του ’20 περισσότερο: την αγάπη του περιθωρίου. Όχι μονάχα ελληνική η τάση αυτή, γέννησε σε διάφορα μέρη της Ευρώπης κινήσεις και έργα που αξιοποιούσαν την εναλλακτική –έστω ότι– δυναμική των εκτός αστικής κοινωνίας στρωμάτων. Τότε προέκυψαν πράγματι και στην ελληνική λογοτεχνία όχι λίγοι αλήτες, σύμβολα ιδιόρρυθμα –πριν τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό– κοινωνικής αμφισβήτησης[22]. Έτσι λοιπόν ο Χάμσουν της μελαγχολικής περιδιάβασης στη φύση ανασημασιοδοτήθηκε για να ταιριάξει με ένα καινούριο γούστο. Όταν το γούστο άλλαξε, για μερικούς τουλάχιστον, μέσα στη δικτατορία του Μεταξά, παράγονται και άλλου τύπου αναγνώσεις, φευ ακριβέστερες: «Το να γυρίζει κανείς τον κόσμο και να χάνεται παντού και να εκπλήττεται και να θαυμάζει την ποικιλία της ζωής με τα πάθη της, είναι καλό. Όμως το να γυρίζει κανείς σπίτι του, σπρωγμένος και φλογισμένος από τη φωτιά της νοσταλγίας και να πάγει στο δάσος να κόψει δέντρα, να σκάψει το πατρικό του χώμα, να φτιάσει σιτάρι και καλύβι, είναι ακόμα καλύτερο. (…) Το πιο υψηλό και το πιο καλό απ’ όλα είναι η εργασία. Τίποτα δε μπορεί να παραβληθεί με την ησυχάζουσα και ευλογημένη της δύναμη. Ο Κνουτ Χάμσουν το λέγει σε κάθε γραμμή του μεγάλου της ζωής του έργου»[23]. Αυτά το 1939 από την Σίτσα Καραϊσκάκη, κατόπιν δωσίλογη επί Κατοχής.

Εκτός από τη μετάφραση του Δασκαλάκη και του Κότσικα, πάντως, τον μύθο του αλητισμού τον υποβοήθησε και ο Αιμίλιος Χουρμούζιος. Στο άρθρο του «Λογοτεχνική αλητογραφία», 1940, αναφέρεται στη γοητεία που ασκούν από το 1920 και εξής οι βορινές λογοτεχνίες (προεπαναστατική ρωσική και σκανδιναβική) στην Ελλάδα, δηλαδή σε έναν κοινωνικό σχηματισμό που δεν έχει τη δύναμη να εκθρέψει κάτι πέρα από τον υποκειμενισμό, την ηθογραφία ή τον ατομικό επαναστατισμό. Την αλητογραφία τη θεωρεί φυγή από το σύγχρονο και από το πολύπλοκο. Αλλά η ελληνική εκδοχή της, λέει, δεν είναι καν γνήσια· είναι μια απομίμηση με τύπους «ασύδοτους κι αυθαίρετους που σήμερα μπορεί να είναι αλήτες κι αύριο φιλήσυχοι αστοί, κατά τα κέφια του συγγραφέα, και που αν μας παρουσιάζονται κουρελήδες κι αξούριστοι στις σελίδες των βιβλίων είναι γιατί θέλουν να μεταφέρουν κάποιον ήρωα του Γκόρκι ή του Χάμσουν από τα βορινά πλάτη στα δικά μας»[24]. Δυστυχώς ο Χουρμούζιος δεν αναφέρει ούτε έναν τίτλο έργου, για να δούμε ποια ακριβώς κείμενα έχει κατά νου.
Μετά τον πόλεμο περιγράφει πια και ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος τον ιδιόρρυθμο τύπο του Χάμσουν ως αλήτη: «Ωστόσο, ο ‘αλήτης’ είναι η παντοτινή του αγάπη. Ένας άνθρωπος αλλοσούσουμος, με φερσίματα και καμώματα αλλόκοτα» κλπ.[25] Ας επισημάνουμε ωστόσο ότι ο δοκιμιογράφος έβαζε τον όρο «αλήτης» σε εισαγωγικά. Αναγνώριζε δηλαδή τη συμβατικότητά του, ότι δεν ανταποκρινόταν ακριβώς στον ανθρώπινο τύπο που καθιέρωσε ο Χάμσουν.
Το νήμα το συνεχίζει ο Παν. Μουλλάς· 50 περίπου χρόνια μετά τον Χουρμούζιο, αναλύει το χαμσουνικό φαινόμενο, υιοθετώντας την προβληματική του αριστερού κριτικού ως προς τη «φυγή» και την περιγραφική γλαφυρότητα του Παναγιωτόπουλου ως προς τον ανθρώπινο τύπο. Ο αλήτης όμως πια τίθεται εκτός εισαγωγικών: «Σύμβολο νεορομαντικής φυγής, ο αλήτης του Χάμσουν περιπλανιέται επίμονα μέσα στις σελίδες της λογοτεχνίας μας, επιβάλλοντας την πληθωρική και ανέμελη παρουσία του» (…), «περιπλανιέται υπακούοντας στον δαίμονα της φυγής»[26].

Ωστόσο, το θέμα του «αλητισμού» έχει απορροφήσει, σχεδόν μέχρι εξαφανίσεως, στη βιβλιογραφία μας το θέμα του έρωτα. Μια μικρή φράση τού αφιερώνει όλη κι όλη ο Χουρμούζιος: «η αλητογραφία απομονώνεται σε περιοχή που δεν ενδιαφέρει παρά το συναίσθημα. Ελάχιστα κινεί τη σκέψη και ελάχιστα παρωθεί στη σπουδή της κοινωνικής μας ζωής». Αυτό το προσυπογράφει και ο Παν. Μουλλάς, κάτι που παραμένει και η μοναδική αναφορά στα «συναισθήματα» εκ μέρους του νεότερου μελετητή[27]. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος πάλι το 1952 αναφέρει τον έρωτα μόνο παρεμπιπτόντως, όταν ανάμεσα σε πολλά και διάφορα αισθήματα των ηρώων του Χάμσουν κάνει λόγο και για την τάση τους «να παραφρονούν από έρωτα και με την ίδια ευκολία να λησμονούν και να πηδούν από αγάπη σε αγάπη»[28]. Ας αφήσουμε κατά μέρος προς το παρόν ότι το χαρακτηριστικό των χαμσουνικών ηρώων είναι ακριβώς το αντίθετο, ότι είναι «σκλάβοι της αγάπης», όπως το θέλει και ο τίτλος ενός διηγήματός του[29], και ας κρατήσουμε την ελάχιστη έκταση που καταλαμβάνει στον λόγο του Παναγιωτόπουλου το θέμα αυτό.
Εντέλει ο μόνος κριτικός που του αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα είναι ο Απόστολος Σαχίνης: «Μόνιμο σχεδόν ψυχικό κλίμα στην πεζογραφία του Hamsun είναι ένας ανικανοποίητος έρωτας. Οι ήρωές του, οιστρηλατημένοι από τα ακαθόριστα οράματα μιας ξέφρενης και ξεστρατισμένης από την ισορροπία φαντασίας, πάσχουν υποβάλλοντας τον εαυτό τους σε χίλιες δυο ψυχικές και συναισθηματικές περιπέτειες»[30]. Το χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου κριτικού είναι η παντελής απουσία σχέσης του με την αριστερά.
Από μιαν άποψη είναι φυσικό: η αριστερά απαξιοί να μιλά για έρωτες και ερωτικά μυθιστορήματα. Σύμπασα η κοινωνιολογίζουσα κριτική (συμπεριλαμβάνω και τον Παναγιωτόπουλο) προτιμά να επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σε πιο πολιτικά ενδιαφέρουσες όψεις του φαινομένου, έστω κι αν έτσι διογκώνει ή και κατασκευάζει καταστάσεις. Οι πιο αυθόρμητοι αναγνώστες πάντως, έστω και της αριστεράς, δεν αποκρύπτουν την ερωτική σαγήνη που τους έχει ασκήσει ο μυθιστορηματικός κόσμος του Νορβηγού. Ο «φίλος» του Κοτζιούλα, για τον οποίο μιλήσαμε αρχικά, αναπτύσσει μια μικρή πραγματεία για τους έρωτες στον Χάμσουν που είναι «οι πιο ανθρώπινοι απ’ όσους έχω συναντήσει σε βιβλία». Ο έφηβος Αναγνωστάκης αγάπησε, όπως είπαμε, μια χάρτινη ηρωίδα σαν να ήταν πρόσωπο υπαρκτό, η Μαρία Ηλιού αναγνωρίζει πως ο συγγραφέας μας «ανταποκρινόταν στους ερωτικούς καημούς» της, ενώ από τις εσχατιές του ελληνόφωνου χώρου ο Κώστας Μόντης μνημονεύει με συγκίνηση τον έρωτα της Βικτώριας και του Γιοχάνες πολλά χρόνια αφού είχε διαβάσει το βιβλίο[31]. Ο Κώστας Παπαγεωργίου, πάλι, εγκρατής στην περί αλητισμού βιβλιογραφία, το λέει πιο διστακτικά, αποδίδοντας την επιρροή του Χάμσουν κατά την εφηβεία του κυρίως στον «περίεργα υποσκαπτικό των κοινωνικών στερεοτύπων αέρα που απέπνεε το έργο του νορβηγού συγγραφέα», αλλά και «σκέφτομαι τώρα, σ’ έναν διάχυτο, θα τολμούσα να χαρακτηρίσω παγανιστικό, αισθησιασμό που ‘ύγραινε’ την ατμόσφαιρα»[32].
Ωστόσο στην αυγή του 21ου αιώνα μπορούμε ίσως να απενοχοποιηθούμε για την ενασχόλησή μας με τον έρωτα και την ερωτική λογοτεχνία. Άλλωστε ο έρωτας έχει την ιστορία του, την ιστορικότητά του, κι αυτό είναι –εδώ και καιρό στην Ευρώπη– ένα καθ’ όλα αξιοπρεπές αντικείμενο μελέτης. Όσο για τον Κνουτ Χάμσουν, αυτός, πιστεύω, τον ερωτισμό πρωτίστως απελευθέρωσε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου· επέτρεψε σε μια λογοτεχνία που δεν τον είχε εντελώς νομιμοποιήσει ως θέμα, να μιλήσει γι’ αυτόν.

Αλλά ποιοι είναι επιτέλους οι συγγραφείς και τα έργα, τα θύματα του χαμσουνικού πυρετού στην Ελλάδα; Αναφέρω καταλογάδην όσους εντόπισα, συνήθως οδηγημένη από την υπάρχουσα κριτική επισήμανση. Είναι βέβαια πολύ περισσότεροι από αυτούς, γιατί ο Χάμσουν έχει ένα ύφος ιδιαίτερα μεταδοτικό[33]. Όμως οι παρακάτω διαθέτουν το αποτύπωμα μιας αρκετά σαφούς επιρροής όχι μόνο στο ύφος αλλά και στην πλοκή ή στον ανθρώπινο τύπο: Κοσμάς Πολίτης, Σκαρίμπας, Λουντέμης, Λουκής Ακρίτας, Θέμος Κορνάρος, Αντώνης Βουσβούνης, Στρατής Δούκας, Γιάννης Σφακιανάκης, Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης, Νίκος Σαράβας, Θαλής Νάρης[34]. Βλέπουμε ότι δεν συγκαταλέγονται τα μεγάλα ονόματα της μεσοπολεμικής πεζογραφίας, αν και ο Κοσμάς Πολίτης αρκεί για να εξισορροπήσει αυτή την έλλειψη. Επίσης δεν συγκαταλέγονται γυναίκες: ίσως δεν ταίριαζε στην «πολιτική» τους εκείνη την εποχή (που συνίστατο κυρίως στην παρουσίαση της γυναίκας ως θύματος[35]) η πολύ ανεξάρτητη, πολύ αυτεξούσια γυναικεία φιγούρα του Χάμσουν, που φλερτάρει ανοιχτά και κάποτε γίνεται κιόλας θύτης του άντρα.
Πάντως, από όσα χαμσουνικά έργα έγραψαν οι παραπάνω τρία μόνο δεν είναι ερωτικά αφηγήματα, ο Νέος με καλάς συστάσεις του Λουκή Ακρίτα και Ο Αλήτης του Θέμου Κορνάρου, που έχουν σχέση με την Πείνα (αφαιρώντας σχεδόν πλήρως τα ερωτικά χαρακτηριστικά της), και ο Οδοιπόρος του Στρατή Δούκα, που έχει σχέση με τον «περιπλανώμενο» –και όχι τον «αλήτη»– που Παίζει με σουρντίνα. Επίσης πρέπει να εξαιρέσουμε μάλλον και τον πολύ ιδιόρρυθμο Σκαρίμπα. Όλα τα άλλα αφηγήματα πραγματεύονται τον έρωτα. Ποια είναι η ιδιαιτερότητά τους, το ειδοποιό χαρακτηριστικό που τα προσαρτά στη σφαίρα επιρροής του Χάμσουν; Είναι τόσο ετερόκλητα ώστε δεν μπορούμε να ορίσουμε ένα και μόνο.
Σε μερικά είναι κυρίως το δάσος. Το εντυπωσιακό σκηνικό όπου ο Νορβηγός τοποθετεί τα έργα του, μαζί με την συνεπαγόμενη φυσιολατρία, εντυπώνεται στους έλληνες ομοτέχνους: Το δάσος του θανάτου του Ν. Ι. Σαράβα, 1929, έχει αφομοιώσει σχεδόν μόνο το σκηνικό κι έναν ήρωα που αντιπαθεί την πόλη και του αρέσει, λέει, να «τριγυρνά ρέμπελος στις ερημιές»[36]. Κατά τα άλλα το δάσος αυτό είναι ένα πευκοδάσος στην Πεντέλη, όπου ξεκαλοκαιριάζουν οι φθισικοί και όπου συχνά τελειώνουν εκεί και τη ζωή τους. Ο έρως πλέκεται ανάμεσα στον νεαρό λάτρη της ερημιάς ήρωα και σε μια φθισική κοπέλα, που εντέλει πεθαίνει. Κανένα από τα περίπλοκα προβλήματα που βιώνουν οι ερωτευμένοι του Χάμσουν δεν απαντά σε αυτό το έργο. Υπάρχει ωστόσο η κλασική χαμσουνική ειρωνεία: ο νεαρός εκδηλώνει μια κριτική ματιά στους γύρω του και ιδίως στο παρακείμενο μοναστήρι με τους καλογέρους του. Και βέβαια η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο.
Δάσος και σεξ, ή βουνοκορφή και σεξ: αυτή είναι μια άλλη παραλλαγή. Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης, «Ένα σπιτάκι στην άκρη του δάσους», 1923, η πιο πρώιμη διαπιστωμένη επιρροή του Νορβηγού. Νεαρός από την πόλη, θύμα νευρασθένειας (κλασική χαμσουνική πάθηση) καταφεύγει στην εξοχή, όπου απαντά χωριατοπούλα με το όνομα Δροσούλα. Της μιλά γι’ αγάπη, του λέει κι αυτή σ’ αγαπώ· σύντομα τον «τράβηξε κοντά της» και «του παραδόθηκε»[37]. Έπειτα αυτός φεύγει βιαστικά απ’ το χωριό. «Δεν την είχα φυσικά αγαπήσει», διευκρινίζει. Η κόρη μετά από δυο χρόνια παντρεύεται κάποιον άλλον.
Φύση (όχι δασώδη αλλά ορεινή) και σεξ με χωριατοπούλα παρουσιάζει και ένα κεφάλαιο από την Εκάτη του Κοσμά Πολίτη, 1933. Ο ήρωας και αφηγητής σμίγει με μια βοσκοπούλα, μαθαίνοντας όμως πως είναι παντρεμένη τη μέμφεται σκληρά[38]. Μια απλή εκδοχή των περίπλοκων σχέσεων που αναπτύσσει ο Χάμσουν στον Πάνα.
Άλλα έργα μοιάζουν κυρίως ως προς τον χαρακτήρα του άνδρα ήρωα, έναν ιδιόρρυθμο, κάπως απροσάρμοστο ή απρόβλεπτο τύπο. Αγάπη ονειρόπλεχτη, Θαλής Νάρης, βραβείο Ζηκάκη 1925. Φτωχός νέος αγαπάει πλούσια. Φαντασιώνεται τον εαυτό του επιτυχημένο, ικανό να ζητήσει το χέρι της. Αλλά αυτή εντωμεταξύ παντρεύεται κι ο νέος εξαθλιώνεται από το μαράζι του. Πλην όμως εκείνη ατυχεί στον γάμο, ενώ αυτός κληρονομεί σεβαστή περιουσία. Εντέλει, ύστερα από αρκετά περίεργα αυτοϋποτιμητικά καμώματά του (ιδού ο κατεξοχήν χαμσουνισμός), οι δυο νέοι σμίγουν και ζουν ζωή χαρισάμενη. Το έργο κληρονομεί ίσως την κοινωνική απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι και τις φαντασιώσεις ανόδου από τη Βικτώρια, τις παράδοξες κινήσεις των ηρώων (και της γυναίκας) από τα Μυστήρια. Αυτό που σίγουρα δεν κληρονομεί είναι το τέλος: καλό εδώ, κακό και στα δύο έργα του Χάμσουν. Αλλά σε αυτό το θέμα θα επανέλθουμε.
Χαρακτηριστικά του Νάγκελ των Μυστηρίων έχει και ο Στέφανος, ήρωας στην Αγνή Πολυλά του Γιάννη Σφακιανάκη, τη γραμμένη στην αρχή της Κατοχής. Ο ήρωας εμφανίζεται ξαφνικά σε ένα νησί, κουβαλώντας ένα μπαούλο με περίεργα αντικείμενα (ο Νάγκελ κουβαλούσε μια θήκη βιολιού με ασπρόρουχα), φιλοξενείται σε έναν «πύργο», τα φτιάχνει με την κυρία, κι όταν αυτή δεν φεύγει μαζί του, αποκτά σχέσεις με τη νεαρή εξαδέλφη της, την αθώα Αγνή. Χωρίς λόγο όμως την εγκαταλείπει και εξαφανίζεται. Σημειωτέον και πάλι: σε αντίθεση με τον Στέφανο, ο Νάγκελ δεν είχε βρει ανταπόκριση στον έρωτά του και είχε αυτοκτονήσει.
Προχωράμε σε ένα έργο όπου η απομίμηση είναι εξαιρετικά ενθουσιώδης: Γαλάζιες ώρες, το πρωτόλειο του Αντώνη Βουσβούνη, 1939. Εδώ ένας νεαρός άνεργος, ψάχνοντας για δουλειά, βρίσκεται σε ένα υποστατικό, όπου προσλαμβάνεται ως εργάτης και όπου σύμπας ο γυναικείος πληθυσμός τον ερωτεύεται, από την υπηρέτρια έως την μεγάλη κυρία. Αυτόν τον ενδιαφέρει η μικρή κυρία, η κόρη της οικοδέσποινας, η οποία ξέρει να παίζει με αρκετή τέχνη το παιχνίδι της προσέλκυσης και της απώθησης του άλλου, του δυνάμει εραστή. Εντέλει απορρίπτει τον ήρωά μας λόγω της φτώχειας του, αλλά εκείνος ξέρει καλά πού θα βρει καταφύγιο: στην αγκάλη μιας άλλης ωραιοτάτης θαυμάστριάς του. Τα λανθάνοντα τρίγωνα και η διαχείριση της ζήλιας είναι τυπικά χαμσουνικά μοτίβα στα έργα της τριλογίας του «περιπλανώμενου» (όπου και το Παίζοντας με σουρντίνα), με τη διαφορά ότι ο ήρωας στον Νορβηγό είναι γέρος και ανέλπιδα ερωτευμένος. Αν ασκεί κάποια μικρή έλξη στις γυναίκες, στο τέλος μένει πάντα έρημος και μόνος. Μόνος με την απέραντη καλοσύνη του ωστόσο.
Στο σημείο αυτό ταιριάζει να αναφέρουμε και το περίφημο Θείο τραγί του Σκαρίμπα, 1933. Βρίσκεται επίσης στα χνάρια τού Παίζοντας με σουρντίνα, ο ήρωάς του όμως είναι ένας πραγματικός αλήτης· όχι ένας κατά βάθος καλότατος αγαθοποιός γέροντας, αλλά κάποιος που αληθινά ζέχνει απ’ την απλυσιά και διαπράττει του κόσμου τις δαιμονικές ανομίες. Ο Σκαρίμπας μιμείται τον Χάμσουν για να τον αναποδογυρίσει, αναποδογυρίζοντας ταυτόχρονα και ολόκληρη τη στηριγμένη στον «αγαθό» Θεό ηθική μας[39].
Σειρά έχει ο Λουντέμης, που διαθέτει, όπως ξέρουμε, στενή βιογραφική ομοιότητα με τον βορινό ομόλογό του: εργασία από μικρό παιδί, ποικίλα βιοποριστικά επαγγέλματα, φτώχεια. Μερικά διηγήματα από Τα πλοία δεν άραξαν, 1938, είναι πολύ κοντά στα χαμσουνικά πρότυπα των περίπλοκων ερωτικών σχέσεων. «Αχ… καιρός γι’ αγάπη!»: νέος με βιολί φτάνει σε νησί όπου μπαίνει θεληματάρης σε πλούσιους παραθεριστές. Η όμορφη κόρη τού κηρύσσει τον πόλεμο, τον ταπεινώνει διαρκώς. Όταν στο τέλος τον διώχνουν, η κόρη τού ομολογεί πως τον αγαπά. «Κι εγώ, είπα βαριά κι απελπισμένα. Και συνέχισα το δρόμο μου…»[40].
Κοινωνική ανισότητα και παλινωδίες μιας κόρης περιλαμβάνει και το διήγημα «Χαμόγελο σε πληγωμένα χείλη». Άνεργος, άστεγος, πεινασμένος, ψάχνοντας για δουλεία, ο ήρωας σχετίζεται με μια κοπέλα που φαίνεται να τον εκτιμά, διαρκώς όμως του παίζει το παιχνίδι της προσέλκυσης και της απόκρουσης, ενώ τέλος φαίνεται να προτιμά κάποιον άλλον, έναν πλούσιο. Ο φτωχός ήρωας φλερτάρει με την αυτοκτονία, αλλά επιβιώνει.

Έχει μείνει το κορυφαίο δημιούργημα του χαμσουνικού πυρετού, το πιο γόνιμο χνάρι που άφησε ο γοητευτικός Νορβηγός στην ελληνική λογοτεχνία. Πρόκειται για το Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, 1930. Πίσω του βρίσκεται ολοφάνερα ο Παν, το καλύτερο μάλλον έργο του Χάμσουν – το δάσος άλλωστε είδαμε πως αποτέλεσε σκηνικό και άλλων αφηγημάτων. Εδώ έχουμε να κάνουμε επιτέλους με μια ερωτική σχέση ισότιμων προσώπων· κοινωνική διαφορά δεν υπάρχει, κανένα γενικώς εμπόδιο δεν στέκεται για την πραγμάτωση ενός αμοιβαίου έρωτα. Αλλά ο έρωτας αυτός δεν μπορεί να μεταβληθεί σε σχέση. Κι οι δυο μεριές, ο άντρας κι η γυναίκα, προσπαθούν να επιβάλουν τους δικούς τους όρους. Περήφανοι και ατίθασοι και οι δύο, ουσιαστικά αρνούνται να υποτάξουν την προσωπικότητά τους. Παιχνίδια ζήλιας άφθονα, ανάβουν πρόσκαιρα το πάθος τής διεκδίκησης, αλλά όταν όλα εντέλει κανονίζονται και μια συγκυρία οδηγεί τους νέους στο κατώφλι του υμεναίου, ο ήρωας το σκάει και καταλήγει στη Σουμάτρα. Αυτά στο Λεμονοδάσος. Στον Πάνα ο ήρωας καταφεύγει στις Ινδίες, όταν η αγαπημένη του, από αντίδραση στην έλξη που της ασκεί, παντρεύεται κάποιον άλλον. Εν τέλει και οι δύο αυτοεξόριστοι άντρες ήρωες, βαρύτατα απελπισμένοι, βρίσκουν έναν τρόπο να βάλουν τέλος στη ζωή τους.
Ο Κοσμάς Πολίτης αξιοποίησε με τον πιο δημιουργικό τρόπο το δίδαγμα του Χάμσουν, αναλύοντας τη νέα περιπλοκότητα των σχέσεων στον σύγχρονο κόσμο, όπου οι δυνατότητες επιλογής είναι μεγάλες και η διαχείριση της ελευθερίας αποβαίνει πολύ προβληματική. Οι διαφορές των έργων είναι ενδιαφέρουσες και πολλά σημαίνουσες, αλλά δεν είναι εδώ η στιγμή να τις αναλύσουμε[41].
Αυτό που παρατηρούμε πάντως είναι ότι οι έλληνες συγγραφείς, πλην του Κοσμά Πολίτη, δεν αξιοποίησαν το μοντέρνο στοιχείο που κόμιζε ο Χάμσουν όσον αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων. Προτίμησαν τα παραδοσιακά εξωτερικά εμπόδια και πάνω από όλα την κοινωνική απόσταση: φτωχός με πλούσια. (Βεβαίως αυτό είναι το μοτίβο στη Βικτώρια, το μετά τον Πάνα μυθιστόρημα του Χάμσουν). Το κοινωνικό βαραίνει στις ελληνικές συνειδήσεις περισσότερο από το υποκειμενικό, το ψυχολογικό. Ακόμα και όταν οι συγγραφείς αποφασίζουν να καταστήσουν κεντρικό τους θέμα τον έρωτα, τα κοινωνικά προβλήματα οφείλουν να είναι ορατά.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι οι άντρες πολύ συχνά βγαίνουν αλώβητοι από τις ερωτικές σχέσεις. Όταν οι χαμσουνικοί ήρωες αυτοκτονούν ή απλώς επιβιώνουν, βαρύτατα τσακισμένοι από την περιπέτεια, οι δικοί μας ελαφρά θλίβονται και περνούν σε άλλη αγάπη (Βουσβούνης), ή αδιαφορούν (Χάγερ-Μπουφίδης) ή απλώς κάνουν πανιά (Σφακιανάκης). Είναι εντυπωσιακό, αλλά στους έλληνες συμβαίνει αυτό που καταμαρτύρησε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος στους χαμσουνικούς: ότι παραφρονούν από έρωτα και με την ίδια ευκολία λησμονούν και πηδούν από αγάπη σε αγάπη. Τι σημαίνει άραγε αυτό; Είναι ένας ναρκισσισμός των ελλήνων ανδρών; Μια «μεσογειακή» επιπολαιότητα; Η άρνηση να παραδεχτούν ότι μπορεί να χάσουν; Ας συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι ουδείς έλληνας ήρωας είναι γέρος, ενώ στην τόσο καρποφόρα στην επίδρασή της τριλογία του Χάμσουν με τον περιπλανώμενο διανοούμενο ο ήρωας είναι σαφώς ηλικιωμένος.
Με αυτή τη ναρκισσιστική ελληνική απόκλιση σχετίζεται ίσως και η ελαφρώς (μπορεί και βαρέως) σεξιστική πρόσληψη του Χάμσουν, όπως τουλάχιστον διακρίνεται στο παρακάτω διαφημιστικό σημείωμα για τον περίφημο «αλήτη» που Παίζει με σουρντίνα: «Η ιστορία ενός περιπλανώμενου μουσικού (sic), που πνίγοντας την αγάπη του για την ελαφρόμυαλη γυναίκα του αφεντικού του, προσπαθεί μ’ όλες του τις δυνάμεις να ξαναφτιάξει ένα σπιτικό, που οι απιστίες μιας γυναίκας έχουν ρημάξει»[42]. Κι όμως: τις απιστίες τις είχε αρχίσει ο άντρας, κι η άμοιρη γυναίκα απλώς δοκίμασε να ακολουθήσει, με πολύ βαριά καρδιά άλλωστε.
Ωστόσο, υπάρχει στα έργα μας και μια περίπτωση επιτυχίας, ευτυχίας μάλιστα. Στο συμπαθές αφήγημα του Θαλή Νάρη Αγάπη ονειρόπλεχτη, είδαμε πως η έκβαση είναι αίσια: οι δυο νέοι δείχνονται στην τελευταία σκηνή να διασχίζουν τα πελάγη με μια ολοκαίνουρια βενζινάκατο. Ο Χάμσουν θα κάγχαζε πικρά αν το γνώριζε. Σ’ αυτόν δεν υπάρχει ούτε ένα ευτυχισμένο σμίξιμο και ο γάμος είναι η απόλυτη καταδίκη των ερωτικών και των ανθρώπινων σχέσεων. Στο πιο χαρακτηριστικό του ζευγάρι, τους φαροφύλακες στον Μπενόνι, οι δυο επί πολλά χρόνια παντρεμένοι ούτε καν κοιτάζονται, ούτε καν μιλιούνται μεταξύ τους. Αυτό και πάλι μονάχα ο Κοσμάς Πολίτης το αξιοποίησε σαν προβληματισμό, βάζοντας τον ήρωά του να εγκαταλείπει την αγαπημένη του κατά την παραμονή τής διά βίου ένωσής τους. Όμως η κοινωνία του 1920 ακόμα ενδιαφερόταν για έναν καλό γάμο. Το όνειρο της κοινωνικής ανόδου άφηνε στο σκοτάδι τον εφιάλτη της συμβατικότητας ή και της έχθρας στην έγγαμη σχέση.
Δεν θα ήθελα ωστόσο να κλείσω αυτή τη θερμομέτρηση του χαμσουνικού πυρετού με την πιο σκεπτικιστική όψη και πρόσληψη του δαιμόνιου Νορβηγού, η οποία είναι άλλωστε μειοψηφική στα κείμενά μας, παρά με μια πιο δροσερή, εφηβική εκδοχή, την εκδοχή των ερωτευμένων, που βρίσκουν σε αυτόν τη φλογερή και βαθιά αποτύπωση των παθών τους. Αντιγράφω λοιπόν από το σημειωματάριο ερωτευμένης μαθήτριας στα τέλη της δεκαετίας του ’40, η οποία με τη σειρά της έχει αντιγράψει σελίδες από τα Μυστήρια: «Μα εγώ σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ και γι’ αυτό, όχι μόνο για τα καλά σου, μα σ’ αγαπώ και για την κακία σου (…) Ακόμα κι όταν με κοιτάζεις περιφρονητικά ή όταν μου γυρνάς τη ράχη χωρίς να μου δώσεις απάντηση σ’ ό,τι σε ρωτώ (…), και τότε τρέμει η καρδιά μου απ’ την αγάπη μου για σένα … γιατί και τ’ όνομά σου μόνο με κάνει να καίομαι από χαρά, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που θα ήθελα αδιάκοπα να το ακούω να το λεν όλοι οι άνθρωποι, να το λεν όλα τα ζώα και όλα τα βουνά και όλα τ’ άστρα, θα ήθελα να ήμουν κουφός για όλα τ’ άλλα και ν’ άκουα μόνο τ’ όνομά σου μες στ’ αφτιά μου σαν ένα ατέλειωτο ήχο μέρα νύχτα, μέρα νύχτα όλη μου τη ζωή»[43].

[1] Γ. Κοτζιούλας, «Η αγάπη του φίλου μου», Νέα Εστία 13 (1933), σ. 244-246.Το κείμενο το έχει επισημάνει ο Παν Μουλλάς, «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», Η μεσοπολεμική πεζογραφία, Α΄, Αθήνα (Σοκόλης) 1993, σ. 50.
[2] Τη μετάφραση στον Διόνυσο, Β΄ (1902), υπογράφουν οι Γ. Β. και Μ [= Μποέμ = Δημήτρης Χατζόπουλος]. Τις πρώτες μεταφράσεις τις σημειώνει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Απόψεις του έργου του Χάμσουν», Τα πρόσωπα και τα κείμενα, Στ΄, Ελληνικά και ξένα, Αθήνα χ.χ. [1956], σ. 223.
[3] Μ. Αναγνωστάκης: «Μετά από χρόνια κατάλαβε πως καμιά δεν αγάπησε όπως την Εδουάρδα», ΥΓ. [1983], Αθήνα 1992, σ. 14. Πβ. την εξομολόγηση του ίδιου «Είμαι αριστερόχειρ, ουσιαστικά», Εντευκτήριο, τχ. 71 (2005), σ. 30: «Ο Χάμσουν εκείνη την εποχή, στον μεσοπόλεμο, ήταν κατεξοχήν ο ευνοούμενος της γενιάς μας, τον διαβάζαμε μανιωδώς. Εγώ τον διάβασα δεκάξι, δεκαοχτώ χρονώ τον Πάνα και ερωτεύτηκα την Εδουάρδα, ένα κορίτσι το οποίο μου ταίριαζε και την αγάπησα μέσα από το μυθιστόρημα».
[4] Ιάκωβος Καμπανέλλης, «Χρωστάω πολλά στην έπαρσή μου», συνέντευξη στον Γ. Σαρηγιάννη, Τα Νέα, 31.12.1999. Ο συγγραφέας αφηγείται πώς βρέθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και καταλήγει: «Όλος αυτός ο τυχοδιωκτισμός ήταν αποτέλεσμα των διαβασμάτων που είχα κάνει. Και ειδικά ενός συγγραφέα που τότε διάβαζα πολύ και που με ερέθιζε στη ζωή, του Κνουτ Χάμσουν, μ’ αυτούς τους περιπλανώμενους διανοούμενους αλήτες που ήταν οι ήρωές του». Ευχαριστώ την Πωλίνα Ταμπακάκη, που μου υπέδειξε την παραπομπή.
[5] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ό.π., σ. 220-228 (κείμενο του 1952). Ο ίδιος κριτικός έχει ονομάσει το φαινόμενο «ψύχωση Hamsun, ένα είδος υπερβόρειου αλκολισμού», Τα πρόσωπα και τα κείμενα, Β΄, Ανήσυχα χρόνια, Αθήνα 1943, σ. 54-55. Ο Κ. Στεργιόπουλος κάνει λόγο για «χαμσουνική υστερία», Χρονικό ’74, σ. 51.
[6] Ενδιαφέρουσα για το χαμσουνικό πάθος, που δεν υποχώρησε από τη σύμπλευση του συγγραφέα με τον ναζισμό, είναι η μαρτυρία του Ε. Χ. Γονατά από συζήτησή του με τον (κομμουνιστή) Γ. Κοτζιούλα,: όταν ο Γονατάς του επεσήμανε ότι ο Χάμσουν υποστήριξε τους ναζί, εκείνος «έκανε πως δεν το άκουγε». Συνέντευξη στην Αναστασία Νάτσινα, Τα Νέα, 11.10.2003.
[7] Ν. Γαλάζης, Η πίπα του πατέρα μου, Αθήνα 1948 (γρ. καλοκαίρι 1945). Στρατοκόπος γυρνά στους δρόμους, διαρκώς πεινασμένος, φιλοσοφώντας και σαρκάζοντας.
[8] Στην «Κορομηλιά», 1946, ο Κοσμάς Πολίτης χρησιμοποιεί στοιχεία από τη Βικτώρια του Χάμσουν.
[9] Κ. Χάμσουν, Μυστήρια, μτφ. Β. Δασκαλάκη, Αθήνα 1954, σ. 7-8.
[10] Σπ. Ασδραχάς, «Δέσποινα Θεμελή-Κατηφόρη (1931-1988)», στον ομώνυμο τόμο, Αθήνα 2005, σ. 34, όπου ο Σπ. Ασδραχάς αναφέρεται στις εφηβικές αναγνώσεις της: Ντοστογέφσκι, Κνουτ Χάμσουν, Ρομαίν Ρολλάν.
[11] Μάρω Δούκα, Τα μαύρα λουστρίνια, Αθήνα 2005. Η συγγραφέας ξεκινά αυτή την οιονεί αυτοβιογραφία της με το κεφάλαιο «Μια κοινότατη μύγα μετρίου μεγέθους», που διάβαζε στα κλεφτά όταν έδινε εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο (1965;), αναφέρεται στην υπόθεση του διηγήματος και στην προσπάθειά της να μπει στο νόημά του.
[12] Ιδιωτική επιστολή, 6.3.2006. Η Μαρία Ηλιού σε συνομιλία μας μου είπε ότι στην αλληλογραφία της με τη στενή της φίλη Μαίρη Ηλιού, το 1949, η τελευταία παρατήρησε ότι «χαμσούνιζε».
[13] Κ. Γ. Παπαγεωργίου, «Ο Παν του Κνουτ Χάμσουν. Η αποθέωση του παγανιστικού αισθησιασμού», εισαγωγή στο Κνουτ Χάμσουν, Ο Παν, μτφ. Παύλος Νιρβάνας (1903), Αθήνα 2005, σ. 7-20.
[14] Β. Ζιώγας, Το προξενιό της Αντιγόνης. Η κωμωδία της μύγας, Αθήνα 1980, σ. 40-79. Στο μονόπρακτο του Ζιώγα κάποιος ανακριτής εξετάζει έναν κατηγορούμενο για τη δολοφονία της γυναίκας του. Στην πορεία της κωμωδίας ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η φερόμενη ως σύζυγος ήταν απλώς μια μύγα, με την οποία ο ήρωας είχε «συμβιώσει» για κάποιο διάστημα. Η ιστορία του Χάμσουν συνίσταται σε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου ο αφηγητής δηλώνει από την αρχή την ταυτότητα της καινούριας «γνωριμίας» του, πως πρόκειται για μύγα, αλλά σύντομα αποκτά γι’ αυτόν ιδιότητες συμβίας. Ο Ζιώγας δεν δηλώνει την αφετηρία της έμπνευσής του.
[15] Κ. Χάμσουν, «Μια κοινότατη μύγα μετρίου μεγέθους», Διηγήματα, μτφ. Ιω. Γρυπάρη, Αθήνα 1930, σ. 139-147.
[16] Βλ. σημ. 11.
[17] Lars Frode Larsen, “Knut Hamsun”. O έλληνας γλύπτης αναφέρεται από τον νορβηγό συντάκτη του άρθρου (http://odin.dep.no/odin/engelsk/norway/history) ως Georg Themistokles Malto.
[18] Κ. Χάμσουν, Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα, μτφ. Βάσος Δασκαλάκης, Αθήνα 1925, σ. 242.
[19] Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα, ό.π., σ. 13. «Wenn man wandert», μεταφράζει ο γερμανός I. Sandmeier, αποδίδοντας τον τίτλο Gedaempftes Saitenspiel [περίπου: σβησμένη μουσική] και την τριλογίαDer Wanderer, Μόναχο 1943, σ. 137.
[20] Στο βιβλίο προτάσσεται ένα «Σημείωμα του εκδότη», όπου αναφέρεται το μυθιστόρημα του Χάμσουν και με τον τίτλο Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα, άρα η μετάφραση του Δασκαλάκη του είναι γνωστή.
[21] Υπάρχει ένα εκτενές διήγημα του Χάμσουν, που διαδραματίζεται στην Αμερική, στο οποίο οι ήρωες είναι πιο κοντά στην έννοια του αλήτη. Μεταφράζεται ως «Αλητεία» από τον Λ. Κουκούλα στο Η βασίλισσα του Σαβά και άλλα διηγήματα, Αθήνα 31928, αλλά δεν φαίνεται να είναι από τα κείμενα του Χάμσουν που επηρέασαν αυτή την εποχή.
[22] Παν. Μουλλάς «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», ό.π., σ. 47-60. Χριστίνα Ντουνιά, «Αλήτες και προλετάριοι», Λογοτεχνία και πολιτική. Τα περιοδικά της αριστεράς στο μεσοπόλεμο, Αθήνα 1996, σ. 46-53.
[23] Σίτσα Καραϊσκάκη, «Κνουτ Χάμσουν, ο ποιητής του ύμνου της ζωής», Πνευματική Ζωή, Γ΄, τχ. 57 (25.11.1939), σ. 296-297.
[24] Αιμ. Χουρμούζιος, «Λογοτεχνική αλητογραφία», Νέα Εστία 27 (1.1.1940), σ. 40-43.
[25] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Απόψεις του έργου του Χάμσουν», ό.π., σ. 225.
[26] Παν. Μουλλάς, «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», ό.π., σ. 48.
[27] Παν. Μουλλάς, ό.π., σ. 48.
[28] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Απόψεις του έργου του Χάμσουν», ό.π., σ. 226.
[29] Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής Σκλάβοι της αγάπης και άλλα διηγήματα, μτφ. Βάσος Δασκαλάκης, Αθήνα 1926.
[30] Απ. Σαχίνης, «Μεταβατικά χρόνια της νεοελληνικής πεζογραφίας» (γρ. 1944-1945), Αναζητήσεις, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 38.
[31] Κ. Μόντης, «Βιχτώρια. (Στη Βιχτώρια του Χάμσουν)» (1940), Διηγήματα, Λευκωσία 1970, σ. 61-62. Ευχαριστώ τον Λευτέρη Παπαλεοντίου που μου επισήμανε και μου προμήθευσε το κείμενο.
[32] Κ. Γ. Παπαγεωργίου, «Ο Παν του Κνουτ Χάμσουν. Η αποθέωση του παγανιστικού αισθησιασμού», ό.π., σ. 11, 13.
[33] Ο Peter Mackridge στην (ανέκδοτη) διατριβή του, The Development of the Greek Novel 1922-1940, Οξφόρδη 1972, σ. 42-45, αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην επίδραση του Χάμσουν, όπου –με αρκετή εχθρότητα προς τον Νορβηγό– επισημαίνει: “In fact, since he is superficial and sentimental, Hamsun is easily imitable. His writing, based purely on emotion, is free from intellectual ideas and moral struggles. It does not require great experience, maturity or knowledge of people to write in this facile way”.
[34] Δεν έχω καταφέρει να βρω το μυθιστόρημα του Β. Μεσολογγίτη, Ακούμα, 1929, που θεωρείται επιρροή Χάμσουν αλλά και «καλή υπόσχεση» από τον Κώστα Παρορίτη, βλ. Παν. Μουλλάς, ό.π., σ. 49-50.
[35] Για τη γυναίκα-θύμα βλ. τη μελέτη μου «Γυναίκες συγγραφείς 1940-1950: το ταξίδι της ελευθερίας», Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, Αθήνα 2005, σ. 469 κ. εξ.
[36] Ν. Ι. Σαράβας, Το δάσος του θανάτου, Αθήνα 1929, σ. 8.
[37] Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης [Ίσαντρος Άρις], «Ένα σπιτάκι στην άκρη του δάσους», 25 εκλεκτά διηγήματα, Αθήνα 1923, σ. 157-167. Οι παραπομπές στη σ. 166.
[38] Κοσμάς Πολίτης, Εκάτη, Αθήνα 1933, σ. 341-351. Στην α΄ έκδοση ο αφηγητής κάνει την αυτοκριτική του για τη μομφή του εναντίον της χωριατοπούλας που αποδείχτηκε παντρεμένη. Στην αναθεωρημένη β΄ έκδ. και εξής παραλείπει να το κάνει.
[39] Η σχέση του Σκαρίμπα με τον Χάμσουν έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί από την δεκαετία του 1930, αλλά μονάχα η σύγχρονη έρευνα έχει δει την παρωδιακή ανατροπή του Χάμσουν που επιδιώκει ο Σκαρίμπας. Βλ. Eleni Papargyriou, Reading Games in Twentieth Century Greek Fiction, κεφ. 5, “Playful montage and collage in Yannis Skarimbas’ Μαριάμπας”, Οξφόρδη 2005.
[40] Μεν. Λουντέμης, Τα πλοία δεν άραξαν, Αθήνα 131976, σ. 97.
[41] Ετοιμάζω μια έκδοση του Λεμονοδάσους, όπου θίγω αναλυτικά το ζήτημα αυτό.
[42] Κ. Χάμσουν, Μυστήρια, ό.π., τέλος τόμου.
[43] Έχω στα χέρια μου φωτοτυπία του νεανικού τετραδίου. Η ερωτευμένη μαθήτρια που αντιγράφει Χάμσουν, ταυτιζόμενη με τον άντρα ήρωά του, προτίμησε να παραμείνει ανώνυμη.

ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...