Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

12. ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΙΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ΟΙ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ  
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Β.   Η  Λυχνίδα
Η  Βόρεια Ακρόπολη του  Ελληνισμού. 

Μία Ελληνική πόλη που χτίστηκε την Μυκηναϊκή εποχή (1500  π.Χ.).

Χώρος αρχαιολογικών ανασκαφών


Λυχνίδα ή Λυχνιδός.

Η  σημερινή  Οχρίδα  ή  Αχρίδα

Η  Λυχνίδα  της  Πελαγονίας  είναι  μία  από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτελεί  την Βόρεια Ακρόπολη του Ελληνισμού.

      Η Πελαγονία
Πελαγονία  ονομάζεται η περιοχή που εκτείνεται ανάμεσα στη Λυγκηστίδα (κάμπος της Φλώρινας ) και την λίμνη της Αχρίδας (Λυχνίτιδα λίμνη).

Την περιοχή πρωτοκατοίκησαν οι πανάρχαιοι Πελαγόνες, λαός Πελασγικός, όνομα που πήραν από τον Πελαγόνα γιό του Αξιού τον οποίο μνημονεύει ο Όμηρος στους παρακάτω στίχους:

«Τον δ' αυ Πηλεγόνος προσεφώνει Φαίδιμος υιός: Ειμ' εκ Παιονίης εριβώλου, 
τηλοθ’ εούσης, Παίονας άνδρας άγων δολιχεγχέας…..αυτάρ εμοί γενεή εξ Αξιού 
ευρύ ρέοντος, ος τέκε Πελαγόνα κλυτόν έγχει».  Ιλιάδα,  Φ  152-160.

   
Δεν  αποκλείεται  η  περιοχή  της  Πελαγονίας,  από  τις  λίμνες  Πρέσπες  μέχρι την  λίμνη  Λυχνίτιδα  (Αχρίδα),  να  ήταν  η  μήτρα  που  πρωτοσχηματίστηκε  το 
Ελληνικό  έθνος.  Πελαγονία  σημαίνει  ουσιαστικά γόνος  των  Πελασγών.  Οι Πελασγοί ήταν  οι  αρχαιότατοι  Έλληνες.  «κατ’ Ευριπίδην, Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πρίν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα». Στράβων Γεωγραφικά. Η,371,9.




Εθνικός δρυμός Πρεσπών
Κατά τους αρχαίους χρόνους, οι Πρέσπες αποτελούσαν βασικότατο τμήμα της Ελληνικής  Μακεδονικής περιοχής της Αρχαίας Λύγκου, έφεραν δε τα ονόματα "Μικρά" και "Μεγάλη Βρυγηίς". Η σημερινή ονομασία "Πρέσπα" μαρτυρείται ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους.
Οι περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες, όπως αυτή του Φ. Πέτσα που αφορούν την προχριστιανική Πρέσπα - Αρχαία Βρυγηίδα, έχουν αποδώσει στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη της αρχαίας πόλεως Λύκης ή Λύκας λείψανα της οποίας, βρίσκονται ως φαίνεται στην ονομαζόμενη σήμερα Μικρή Πρέσπα και το νησάκι του Αγίου Αχιλλείου, αλλά και βυθισμένα στον παραλίμνιο αυτής χώρο.
      Στην  περιοχή  αυτή  της  Πελαγονίας ο Φίλιππος ο Β' της Μακεδονίας ιδρύει την Ηράκλεια που την καθιστά και πρωτεύουσα της περιοχής. Δύο χιλιόμετρα βορειότερα της αρχαίας πόλης βρίσκεται το Μοναστήρι, ή Βιτώλια, ή Μπίτολα. Πρωτοαναφέρεται από τους βυζαντινούς σαν Βουτέλιο. Διοικητικό κέντρο στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας καθίσταται το σημαντικότερο οικονομικό, πνευματικό και εθνικό κέντρο του βορείου ελληνισμού στη δύσκολη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.


Το ελληνικό στοιχείο στην περιοχή (Μοναστήρι, Αχρίδα, Κρούσεβο, Περλεπέ. Μηλόβιστα, Νιζόπολη, Γκόπεσι, Μπεάλα, Ρέσνα, Στρούγγα, Μεγάροβο, Τύρνοβο)  αντιπροσωπεύεται κυρίως από τους βλαχόφωνους, οι οποίοι στηρίζουν το Πατριαρχείο στην περιοχή. «Οι Βλάχοι αυτοί κατά πλειοψηφία φανατικοί γραικομάνοι βαθμιαίως καθίστανται η κύρια δύναμις παρά το πλευρόν της Μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής ιδέας» (Krste BitoskiDejnosta na Pelagoniska Metropolija1878-1912. Skopje 1968).
«...Οι βλάχοι από τους αρχαιότατους χρόνους έχουν διαμορφώσει ελληνική συνείδηση. Τη διαμόρφωσαν με τρόπο αυθόρμητο και ελεύθερο σαν παράγωγο συνήθειας αιώνων. Όπως στο παρελθόν από το Βυζάντιο μέχρι την εποχή των Μουσουλμάνων, οι βλάχοι της Πίνδου, της Αχρίδος και της Θεσσαλίας, υιοθέτησαν όλα τα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτισμού, έτσι και τώρα ασπάσθηκαν την ελληνική εθνική συνείδηση, τελευταίο προϊόν του ελληνικού πολιτισμού...»
Giovani Amadori-Virgili. Αρχεία Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών "La questione Rumeliota: (Macedonia, Vecchia Serbia, Albania, Epiros) et la politica italiana". Roma 1908.

Περιοχή αλιείας
Η Οχρίδα   ή  Αχρίδα, είναι μία από τις ομορφότερες αρχιτεκτονικά πόλεις της Σκλαβωμένης  Βόρειας  Μακεδονίας.  Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στις όχθες της ομώνυμης λίμνης και θυμίζει στην τοπογραφία της νησί.
Η λίμνη, στα σύνορα με την  Βόρειο  Ήπειρο, είναι μια από τις αρχαιότερες λίμνες του πλανήτη και τις βαθύτερες της  Ελληνικής  Ευρωπαϊκής  Χερσονήσου  (Ε.Ε.Χ.), αποτελεί σπάνιο υγροβιότοπο και συμπεριλαμβάνεται στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Η Αχρίδα σήμερα είναι ένας από τους διασημότερους τουριστικούς προορισμούς  στην  σκλαβωμένη  Βόρεια  Μακεδονία.  Οπληθυσμός της είναι 56.520 κάτοικοι.  Πολλοί  κάτοικοί  της  (πάνω  από  20.000)  είναι  κρυπτοέλληνες – βλάχικης καταγωγής.  Έχει  πάνω  από  30  ΕΛΛΗΝΙΚΑ  πολιτιστικά μνημεία που  ελκύουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών: ανάμεσα τους οι πολλές Ελληνικές Βυζαντινές εκκλησίες,  (σπουδαιότερες του Αγίου Κλήμεντα και της Αγίας Σοφίας), τα πλακόστρωτα στενά δρομάκια της παλιάς ελληνικής  πόλης, το μεγαλοπρεπές άγαλμα των αδερφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, των Ελλήνων Θεσσαλονικέωνκαι το αρχαίο Ελληνικό  θέατρο. 
Απέχει από τη Θεσσαλονίκη 280 χλμ.
Ιστορία
      Ιδρύθηκε την Μυκηναϊκή  εποχή,  την  εποχή του Χαλκού από τον Κάδμο με το όνομα Λυχνίδα ή Λυχνιδός.
       Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτέλεσε, κατά τους ιστορικούς τη Βόρειο Ακρόπολη του Ελληνισμού.
        Κατά τη Βυζαντινή εποχή η Αχρίδα έγινε σημαντικό επισκοπικό κέντρο και αποτέλεσε μια σημαντική εστία για τη διάδοση της χριστιανικής και ελληνικής παιδείας στους σλαβικούς πληθυσμούς της περιοχής.
 Το 17ο αιώνα ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι οι χριστιανοί κάτοικοί της είναι κυρίως Έλληνες (μεταξύ των οποίων και πολλοί Βλάχοι ) και δευτερευόντως Βούλγαροι.


 Οι κάτοικοι της Αχρίδας συμμετείχαν ενεργά  και  πολύπλευρα  στην επανάσταση του 1821.
 Σημαντικότερος αγωνιστής ήταν ο Σωτήριος Σγάλης που πολέμησε στο σώμα του Φαβιέρου, καθώς και ο Τσάλης που βρέθηκε στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Μάλιστα, κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, η πόλη υποχρεώθηκε να δώσει  Έλληνες ομήρους στην Υψηλή Πύλη, οι οποίοι φυλακίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, ώστε να διασφαλίσει ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ ότι δεν θα ξεσηκωθεί.. Σήμερα εδώ βρίσκεται η έδρα της Αρχιεπισκοπής της Αχρίδος που υπάγεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας.


Προσωπικότητες  από  την  Ελληνική  Αχρίδα

   1.    Βασίλειος Αχριδηνός, Έλληνας λόγιος του 12ου αιώνα
Ο Βασίλειος Αχριδηνός υπήρξε Έλληνας λόγιος του 12ου αιώνα. Αρχικά υπηρέτησε ως αρχιγραμματέας του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, αργότερα χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Όταν ο Πάπας Αδριανός Δ΄ απέστειλε δύο πρεσβευτές στον Αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό, ο Αχριδηνός έγραψε επιστολή περί της ενώσεως των Εκκλησιών και προς τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Βασίλειο, ο οποίος απάντησε στον Αδριανό.
      Εισήγηση του καθηγητού του Πανεπιστημίου Θράκης κ. Κωνσταντίνου Πιτσάκη : "Βασίλειος Αχριδηνός, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1145 - 1157) : Ενας βυζαντινός καναναλόγος.
      2.         Μιχαήλ Ποτλής (1810 - 1863), Ο πρώτος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών  ήταν  Μακεδόνας  από  την  Αχρίδα  της  Πελαγονίας.  Γεννήθηκε στη Βιέννη και σπούδασε νομικά. Οι γονείς του ήταν Μακεδόνες από την Αχρίδα. Εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και εισήλθε στον δικαστικό κλάδο. Στη συνέχεια διορίστηκε πρώτος καθηγητής εκκλησιαστικού δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών. Διετέλεσε Βουλευτής του Πανεπιστημίου στην βουλευτική περίοδο του 1860. Στην θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι και το 1863, έτος το οποίο εγκατέλειψε την Ελλάδα λόγω της έξωσης του βασιλιά Όθωνα. Κατά την περίοδο της διαμονής του στην Ελλάδα διετέλεσε και υπουργός Δικαιοσύνης,ΠαιδείαςΕξωτερικών και Εκκλησιαστικών. Με τον συνάδελφό του καθηγητή Γεώργιο Ράλλη είχε εκδώσει το εξάτομο έργοΣύνταγμα των θείων και ιερών Κανόνων. Ο Σπύρος Τρωιάνος, καθηγητής ιστορίας δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών, έχει εκδώσει βιβλίο σχετικά με τον Ποτλή με τον τίτλο «Μιχαήλ Ποτλής: Ο πρώτος καθηγητής του Εκκλησιαστικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών» (2002). Απεβίωσε στη Βιέννη το 1863 

Φωτογραφία του Μιχαήλ Ποτλή από περιοδικό του 1866


  3.       Μαργαρίτης Δήμιτσας (1829-1903).



Ο Μαργαρίτης Γ. Δήµιτσας (1829-1903) ήταν Μοσχοπολίτικης καταγωγής (βλαχόφωνος) και γεννήθηκε στην Αχρίδα της Δυτικής Μακεδονίας το 1829, όπου έλαβε την εγκύκλια µόρφωση, ενώ αργότερα κατέβηκε στη Αθήνα για να φοιτήσει σε γυµνάσιο της πρωτεύουσας.
Στην Αθήνα παρακολούθησε µαθήµατα στη Φιλοσοφική Σχολή το χρονικό διάστηµα 1846-1849 µε την οικονοµική βοήθεια του Μητροπολίτη Αχριδών Διονυσίου και ορισµένων συγγενών του. 
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στην γενέτειρα του το 1850, όπου ανέλαβε ως πτυχιούχος φιλόλογος τη διεύθυνση του δηµοτικού σχολείου σε ηλικία είκοσι ενός ετών. Λόγω της ύπαρξης µεγάλου αριθµού ξενόφωνων µαθητών ο Δήµιτσας εφάρµοσε µάλιστα στη διδασκαλία της ελληνικής τη µέθοδο που χρησιµοποιούσαν την εποχή εκείνη οι Γάλλοι για να διδάσκουν γαλλικά στους αραβόφωνους κατοίκους της Αλγερίας και των άλλων αποικιών τους. Όµως το συµβόλαιό του µε την κοινότητα δεν ανανεώθηκε λόγω των εσωτερικών της διενέξεων στις οποίες εµπλέκονταν συγγενείς του. 
Το επόµενο έτος (1851) αναλαµβάνει τη διεύθυνση του οκτατάξιου σχολείου στο Μοναστήρι που αποτελούνταν από ένα τετρατάξιο δηµοτικό, ένα τριτάξιο ελληνικό σχολείο και µία τάξη γυµνασίου. Παράλληλα µε τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα πρωτοστατεί µαζί µε άλλους γνωστούς Δυτικοµακεδόνες εκπαιδευτικούς, όπως ο Αναστάσιος Πυχεών, ο Σεραφείµ Ματλής και ο Νικόλαος Χαλκόπουλος, στην ίδρυση ενός συλλόγου που κάτω από την προσχηµατική ονοµασία "Καζίνο" αναπτύσσει τυπικά µεν φιλολογικές, ουσιαστικά όµως πατριωτικού περιεχοµένου δραστηριότητες.
Ο Δήµιτσας διακόπτει την καθηγητική του σταδιοδροµία το Νοέµβριο του 1859, οπότε µεταβαίνει στο Βερολίνο για να τελειοποιήσει τις σπουδές του. Εκεί εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστηµίου (Friedrich-Wilhelm University) και παρακολουθεί µαθήµατα επί τρία εξάµηνα χωρίς όµως να πάρει διδακτορικό τίτλο σπουδών. Από το πρόγραµµα των µαθηµάτων που επέλεξε αλλά κυρίως από τους καθηγητές που άκουσε µπορεί κανείς να υποθέσει βάσιµα ότι η µετεκπαίδευσή του στη Γερµανία απέβλεπε στην καλύτερη προετοιµασία του για την επιστηµονική του ενασχόληση µε την Ιστορία και τη Γεωγραφία της Αρχαίας Μακεδονίας, καθώς επίσης και µε τις επιγραφές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκεί άκουσε επί τρία εξάµηνα τον περίφηµο φιλόλογο Augustus Boeckh, µεταξύ των άλλων ιδρυτή του Corpus των Ελληνικών Επιγραφών (Corpus Inscriptionum Graecarum) που την εποχή εκείνη ολοκληρωνόταν η έκδοσή του, και επί ένα εξάµηνο τον ονοµαστό αρχαιο ιστορικό Gustav Droysen, πρωτοπόρο µελετητή της ελληνιστικής εποχής. 
Το σχολικό έτος 1861-1862 βρίσκει τον Δήµιτσα και πάλι στο Μοναστήρι, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1866, εγκαθίσταται στηΘεσσαλονίκη, όπου αναλαµβάνει τη διεύθυνση του ηµιγυµνασίου της πόλης, αλλά παρά τις προσπάθειές του δεν κατορθώνει να το αναβαθµίσει σε τετρατάξιο. Τρία χρόνια αργότερα, το 1869, µετεγκαθίσταται µαζί µε τη σύζυγό του Μαρία (που καταγόταν από την παλαιά και πλούσια θεσσαλονικιώτικη οικογένεια Δούκα) στην Αθήνα. Το σχολικό έτος 1869-1870 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ελληνικού Εκπαιδευτηρίου στη θέση του Θεσσαλονικιού Γρηγόριου Γ. Παπαδόπουλου (1819-1873), λόγω του διορισµού του τελευταίου σε θέση τµηµατάρχου του Υπουργείου των Εξωτερικών από την Κυβέρνηση Δεληγιώργη. Τα καθήκοντα αυτά άσκησε τουλάχιστον ως το έτος 1882.
Επινόησε ένα σύστημα γεωγραφίας με χάρτες και έγραψε πολλές ιστορικές, αρχαιολογικές μελέτες που αφορούν κυρίως τη Μακεδονία. 
Οι πιο αξιόλογες από αυτές είναι:
Γεωγραφία της Μακεδονίας, Χωρογραφία (1870)
Δύο λέξεις περί των εν Μυκήναις και Σπάτα αρχαιοτήτων : "Η Ελλάς εστι μουσείον". (1878)
Επίτομος ιστορία της Μακεδονίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της τουρκοκρατίας (1879)
Οι αρχαίοι Μακεδόνες (1892)
Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις: Ήτοι πνευματική και αρχαιολογική παράστασις της Μακεδονίας εν συλλογή 1409 ελληνικών και 189 λατινικών επιγραφών και εν απεικονίσει των σπουδαιοτέρων καλλιτεχνικών μνημείων, Τόμος Α'. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των Αδελφών Περρή. 1896. σελ. 224-226.

ΑΡΧΑΙΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


Λίγα μόνο χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης ιστορικής γεωγραφίας της Μακεδονίας από τον Th. Desdevises-du-Dezert (Geographie ancienne de la Macedoine, 1862), ενός βιβλίου εντυπωσιακού σε μέγεθος όχι όμως αξιοζήλευτου ως προς την επιστημονική του ποιότητα, δημοσιεύει ο ενθουσιώδης μελετητής της Μακεδονίας Μαργαρίτης Δήμιτσας τη δική του "Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας". Ο Δήμιτσας δεν είναι πρωτοπόρος ερευνητής, το έργο του όμως ταυτίζεται με τη ζωή του. Συγκεντρώνει και παρουσιάζει με ευσυνειδησία το πολύτιμο υλικό των παλαιοτέρων: του Άγγλου αξιωματικού W.M. Leake, που περιηγήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα τη Μακεδονία και πρώτος επιχείρησε την τεκμηριωμένη ταύτιση ερειπίων με τα ονόματα αρχαίων πόλεων, του Γάλλου διπλωμάτη B.M. Cousinery, που ερεύνησε στα ταξίδια του μνημεία της Μακεδονίας, του Γάλλου αρχαιολόγου L. Heuzey, που, ανάμεσα σε άλλα, έκανε τις πρώτες ανασκαφές στη Βεργίνα, μελέτησε ένα μακεδονικό τάφο στον Κορινό και δημοσίευσε ορισμένες επιγραφές του Δίου, για να αναφέρω ενδεικτικά μόνο μερικά ονόματα. Στο έργο του Δήμιτσα περιέχονται ουσιαστικά οι γνώσεις του 19ου αι. για τη γεωγραφία της αρχαίας Μακεδονίας. Οι γνώσεις και οι απόψεις του 20ού αι. συνοψίζονται και συζητούνται στα έργα των: N.G.L. Hammond, "A History of Macedonia, τόμ. Ι, Historical Geography and Prehistory" (1972), του Δ. Σαμσάρη, "Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας" (1976), της Α. Κωνσταντακοπούλου, "Ιστορική γεωγραφία της Μακεδονίας, 4ος-6ος αιώνας" (1984) και προπαντός της Φανούλας Παπάζογλου, "Les villes de Macedoine a l' epoque romaine", BCH Suppl. XVI (1988).
Περιεχόμενα
ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ήτοι ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΕ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ την προς την Ελλάδα σχέσιν της Μακεδονίας ανερευνώσα και τα πνευματικά έργα, ων οι Μακεδόνες αίτιοι γεγόνασιν, εξιστορούσα
Έλεγχος των Κειπέρτω ημαρτημένων
Αρχαίαι πηγαί
Βοηθήματα των νεωτέρων
Αντιπαράθεσις των πηγών και βοηθημάτων
Επίλογος
Α'. Όρια του κράτους, διάρκεια και περίοδοι αυτού
Διάφορα ονόματα της χώρας
Επαρχαίαι του Μακεδονικού κράτους
Β'. ΗΜΑΘΙΑ
ΕΔΕΣΣΑ και ΑΙΓΑΙ (Βοδενά)
ΒΕΡΡΟΙΑ (Καραφέρροια Τουρκιστί)
Κίτιον, Λεβαία, Ημαθία και Μίεζα μετά του Νυμφαίου
Γ'. ΠΙΕΡΙΑ
Μεθώνη (Ελευθεροχώρι)
ΠΥΔΝΑ (Κίτρον και Κίτρος)
Δίον (Μαλαθριά)
Αιγίνιον, Άγασα, Άτηρα, Ηράκλειον, Λείβηθρα, Πίμπλεια, Πέτρα και Φίλα
Φυλακαί και Ούαλλαι (Βάλλα)
Δ'. ΕΛΙΜΕΙΑ ΚΑΙ ΕΛΙΜΙΩΤΙΣ
Έλιμα, Αίανα, Εράτυρα και Σέρβια
Ε'. ΟΡΕΣΤΙΣ ΚΑΙ ΟΡΕΣΤΙΑΣ
ΚΕΛΕΤΡΟΝ (Καστορία)
ς'. ΕΟΡΔΑΙΑ
Εορδαία, Άρνισσα, Βέγορρα και Κέλλαι
Ζ'. ΛΥΓΚΟΣ ΚΑΙ ΛΥΓΚΗΣΤΙΣ
ΗΡΑΚΛΕΙΑ ΛΥΓΚΗΣΤΙΔΟΣ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑ κληθείσα 
Πελαγονία (Βουτέλιον, Βιτώλια και Μοναστήρι)
Μελιττών, Βεύη, Άθακος, Βρυγιάς, Σκιρτωνία, Παρεμβολή και Οκτώλοφος
Η'. ΠΕΛΑΓΟΝΙΑ
Πισσαίον και Ανδάριστος
Τρίπολις Πελαγονία
Θ'. ΠΑΙΟΝΙΑ
Α΄. Δυτική Παιονία και Δερρίοπος
Δερίοπος, Στύμβαρα, Αλκομεναί, Βρυάνιον, Πλούβινα και Περσηίς
Πρίλαπος (Πέρλεπες και Πρίλεπ)
Β'. Παιονία Αμφαξίτις
Βυλάζωρα, Στόβοι, Αβυδών, Αντιγόνεια και Στεναί δεξιά του Αξιού κείμεναι, Αίστραιον (Στρούμνιτσα), Δόβηρος (Δοριάνι), Άστιβος (Ιστίπι), Ταυρίανα και Τραυνούπαρα αριστερά του Αξιού κείμενα
Γ'. Ορβηλία και Παρορβηλία χώρα
Ι'. ΔΑΡΔΑΝΙΑ ΚΑΙ ΔΑΡΔΑΝΙΚΗ
Σκούποι (Σκόπια)
ΙΑ'. ΑΛΜΩΠΙΑ (ΜΟΓΛΕΝΑ)
Όρμα, Άψαλος, Εύρωπος ή Αλμωπία και Νοτία
ΙΒ'. ΒΟΤΤΙΑΙΑ ΒΟΤΤΙΑΙΙΣ ΚΑΙ ΒΟΤΤΙΑ
Άλωρος, ίχναι, Γέφυρα, Εύρωπος, Αταλάντη, Γορτυνία και Ειδομένη
Πέλλα (Βούνομος)
Κύρρος
ΙΓ'. ΜΥΓΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΜΥΓΔΟΝΙΣ
Χαλάστρα, Σίνδος, Λιτή, Αλτός, Φίληρος, Στρέψα, Καλίνδοια, Βαίρος, Βόλβος, Απολλωνία, Αρέθουσα, Βρομίσκος και Αρτεμίσιον
ΙΔ'. Ημαθία, Αλία και Θέρμη
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Πολιτικώς εξεταζομένη
Θρησκευτικώς
Και αρχαιολογικώς
ΙΕ'. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ
Α'. ΔΥΤΙΚΟΝ ΜΕΡΟΣ. Ανθεμούς, Κισσός, Κρουσαία, Αίνεια, Σμίλα, Κάμψα, Γίγωνος, Λίσαι, Κώμβρεια και Λίπαξος
ΒΟΤΤΙΚΗ, Αντιγόνεια, Σπάρτωλος, Σκώλος, ΟΛΥΝΘΟΣ (Αγιομάμας), Μηκύβερνα
1) ΦΛΕΓΡΑ και ΠΑΛΛΗΝΗ (ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ)
ΠΟΤΙΔΑΙΑ
Κασσάνδρεια
Σκίθαι, Άφυτις, Νεάπολις, Αιγαί, Θράμβος, Σκιώνη, Μένδη, Σάνη
Β'. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ΜΕΡΟΣ. Απολλωνία, Μηκύβερνα, Σερμύλη
2) Σιθωνία (Λογγός), Φύσκελα, Παρθενόπολις, Γαληψός, Τορώνη, Δέρρα, Άμπελος, Σάρτη, Σίγγος, Πίλωρος, Σιθώνη, Άσσα
3) ΑΚΤΗ (ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ)
Σάνη (Ουρανόπολις), Παλαιώ(τ)ριον Θύσος, Κλεωναί, Ακρόθωοι (Απολλωνία), Χαράδριαι, Ολόφυξος Δίον
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, Μοναί Ξηροποτάμου και Λαύρας, Ιβήρων, Βατοπαιδίου, Πρωτάτον, Καρακάλου, Εσφιγμένου, Κασταμονίτου, Παύλου, Ζωγράφου, Δοχειαρείων, Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Χιλανταρίου, Παντοκράτορος, Σίμωνος Πέτρου, Ξενόφου, Γρηγορίου, Φιλοθέου, Σταυρονικήτα
Σύγκρισις των Μονών προς τας αρχαίας πόλεις του Άθωνος
Διοργανισμός των Μονών και ιστορική περίληψις
Ανακεφαλαίωσις των περί Ακτής
Απότασις προς τους Πατέρας των Μονών
Άκανθος (Ιερισσός), Στρατονίκη [...]
Λεπτομέρειες

Εκδότης
Σειρά
ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ - ΑΡΧΕΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ 2
Χρονολογία Έκδοσης
Δεκέμβριος 1988
Αριθμός σελίδων
1356
Πρόλογος
ΠΑΝΤΕΡΜΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ


4.  Αναστάσιος Πηχιών


Ο Μακεδόνας επαναστάτης Αναστάσιος Πηχιών από την Αχρίδα.  Έλληνας Μακεδονομάχος


Ο Αναστάσιος Πηχιών, γνωστός και ως Αναστάσιος Πηχεών, (Αχρίδα1836Καστοριά24 Μαρτίου 1913) ήταν Έλληνας βλάχικηςκαταγωγής εκπαιδευτικός και μακεδονομάχος.

Γεννήθηκε στην Αχρίδα της Πελαγονίας την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του τις έκανε στην Αχρίδα και το Μοναστήρι. Είχε την τύχη να έχει δάσκαλο τον Μαργαρίτη Δήμιτσα, στο ιδιωτικό σχολείο του οποίου, στο Μοναστήρι, δίδαξε επί ένα χρονικό διάστημα και βοήθησε τον δάσκαλό του στην συγγραφή των διαφόρων μελετών του. Ο Δήμιτσας τον προέτρεψε να μεταβεί, το 1856, στην Αθήνα, να τελειώσει εκεί το Γυμνάσιο και να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο. Το 1859 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να καλύπτει τα έξοδα των σπουδών του, αντέγραφε διάφορα έγγραφα και συγγράμματα, ενώ το δεύτερο χρόνο των σπουδών του έλαβε υποτροφία από το Βελλίδειο κληροδότημα. Συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις κινητοποιήσεις των φοιτητών, τόσο για το Μακεδονικό ζήτημα όσο και τις αντιδυναστικές διαδηλώσεις κατά της Βασιλείας του θωνα, που οδήγησαν στην πτώση της βασιλικής δυναστείας. Το 1863 δέχθηκε τη θέση του ελληνοδιδασκάλου στην Κλεισούρα Καστοριάς όπου δίδαξε για δύο χρόνια. Το 1865 διορίστηκε δάσκαλος στο ελληνικό σχολείο της Καστοριάς. Στην Καστοριά ο Πηχιών ανέπτυξε έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα καταβάλλοντας προσπάθειες για την ίδρυση ελληνικών σχολείων και την κατάλληλη στελέχωσή τους. Συνέβαλε ακόμη ουσιαστικά στην πρόοδο του Φιλοεκπαιδευτικού Συλλόγου Καστοριάς που ιδρύθηκε το 1872. Για το σκοπό αυτό τον βοήθησαν υλικά και ηθικά για την επιτέλεση του έργου του σημαντικοί λόγοι της εποχής εκείνης και κυρίως με τους Αναστάσιο Γούδα και Κωνσταντίνο Ασώπιο, - Ηπειρώτες από το Γραμμένο Ιωαννίνων, ο δε πρώτος γιατρός και λόγιος και ο δεύτερος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Η Νέα Φιλική Εταιρεία


Το 1867 ίδρυσε την Εθνική Επιτροπή με τους: Νικόλαο Φιλιππίδη από το Μοναστήρι, τον Θωμά Πασχίδη από την Ήπειρο και τον Ιωάννη Αργυρόπουλο από την Κλεισούρα Καστοριάς η οποία σύντομα διευρύνθηκε από Βογατσικό μέχρι Κορυτσά με τις συμμετοχές των: Ιωάννη Σιώμου, Αργύριο Βούζα (Ιατρός στη Φλώρινα), Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη.

 Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά την διεύρυνσή της απέβλεπε στη ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον τωνΤούρκων. Αρχές του 1888 συλλαμβάνονται από τους Τούρκους 15 Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα (40) Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες κυρίως και Κορυτσιώτες, που οδηγούνται τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικασθούν. Ο Αναστάσιος Πηχιών ανέλαβε εξ ολοκλήρου και ευθαρσώς την ευθύνη και τελικά δεν έχασε την ζωή του λόγω του διεθνούς αντίκτυπου που προκάλεσε η σύλληψή του. Έμεινε παροιμιώδης η φράση των Καστοριανών, όταν έβλεπαν τον Ιωάννη Αργυρόπουλο να οδηγείται από τους  τούρκους  στις φυλακές: "...πάλι σε φέρανε γιατρέ. 

 Για τις δραστηριότητές του αυτές φυλακίζεται για έξι μήνες στο Μοναστήρι και αργότερα μεταφέρεται στην  Παλαιστίνη,  στο φρούριο της Πτολεμαΐδας (σήμερα στο Ισραήλ) απ΄όπου με τη βοήθεια του Έλληνα υποπροξένου δραπετεύει για την Αθήνα. Ύστερα από δύο χρόνια άκαρπης προσπάθειας να βρει εργασία, διορίστηκε καθηγητής στη Ριζάρειο Σχολή, όπου δίδαξε ως το 1908. Με την αμνηστία που δόθηκε το 1908 με το κίνημα των Νεότουρκων ξαναγυρίζει στην Καστοριά. Πεθαίνει το 1913 ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση της Καστοριάς που ενσωματώνεται στο εθνικό κορμό.

Το Αρχοντικό Πηχεών που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.

5.  Φιλόλαος Πηχεών

Ο  απελευθερωτής  της  Καστοριάς  από  την  Ελληνική  Αχρίδα


Δήμαρχος  Καστοριάς


Ο Φιλόλαος Πηχεών ή Καπετάν Φιλώτας (1876-1947) ήταν Έλληνας αξιωματικός και οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα.


Βιογραφικά στοιχεία


Γεννήθηκε στην Καστοριά το 1876. Πατέρας του ήταν ο Αναστάσιος Ηλία Πηχιών από την Αχρίδα, εκπαιδευτικού, αγωνιστή κατά την πρώϊμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα και ενός εκ των ιδρυτών της "Νέας Φιλικής Εταιρείας".

Το 1897 συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο και τον Μάρτιο του 1905, όντας τότε ανθυπίλαρχος του Ελληνικού Στρατού, εισήλθε στον Μακεδονικό Αγώνα ως υπαρχηγός του ένοπλου σώματος του καπετάν Μάλλιου ( Στέφανος Δούκας ) από κοινού με άλλους οπλαρχηγούς όπως οι Κωνσταντίνος ΓκούταςΗλίας Δεληγιαννάκης κ.ά, με το πολεμικό όνομα «Φιλώτας». Ως μέλος αυτού του σώματος συμμετείχε στην επίθεση κατά της Ζαγορίτσανης (νυν Βασιλειάδα). Κατά τον Μάιο ήταν επικεφαλής μικρής δύναμης 13 ντόπιων ανταρτών, συμμετείχε μάλιστα την 25η Μαΐου σε σύγκρουση με κομιτατζήδες του Μήτρου Βλάχου στην Περικοπή. Προς το τέλος του 1905, αναγκάζεται να επιστρέψει στην ελεύθερη Ελλάδα για λόγους υγείας καθώς και γιατί είχε γίνει ήδη γνωστή η έξοδος του στις Οθωμανικές αρχές, οι οποίες μέσω της πρεσβείας των Αθηνών, ζητούσαν την ανάκληση των Ελλήνωναξιωματικών από την Μακεδονία.

Τον Νοέμβριο του 1906 επανήλθε στη Μακεδονία ως υπαρχηγός στο, αποτελούμενο από σαράντα άνδρες, απόσπασμα τουΒασιλείου Παπά ή Βρόντα, αυτή τη φορά με το πολεμικό «Λαύρας» με τομέα δράσης το Μορίχοβο. Στις 6 Ιανουαρίου του 1907έλαβε μέρος στη μάχη της Μπεσίστας και στις 12 Ιουλίου του ίδιου έτους στη μάχη της Πόλτσιστας, αμφότερες εναντίον οθωμανικών αποσπασμάτων ενώ υπήρξε συνεργάτης του Γερμανού Καραβαγγέλη

Έλαβε μέρος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ήταν ιδιαίτερη η συμβολή του στην απελευθέρωση της Καστοριάς. Μάλιστα, στις 11 Νοεμβρίου του 1912, τέθηκε επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων που εισήλθαν στην πόλη έπειτα από την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων

Αργότερα συμμετείχε  και  στην Μικρασιατική Εκστρατεία και αποστρατεύτηκε στις 14 Ιουλίου του 1922 με τον βαθμό του συνταγματάρχου. Μετέπειτα του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου εν αποστρατεία. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στη Λάρισα, υπηρέτησε και ως αστυνόμος και μετέπειτα διετέλεσε και φρούραρχος στην Αδριανούπολη.

 Διετέλεσε δήμαρχος Καστοριάς στις αρχές της δεκαετίας του 1940.

Μετείχε σε επιτροπές καθορισμού συνόρων και πολεμικών αποζημιώσεων. Γνώριζε πολύ καλά την τουρκική και βουλγαρικήγλώσσα. Το 1914 του απονεμήθηκε το Παράσημο του Σωτήρος. Απεβίωσε το 1947 στην Θεσσαλονίκη.



  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    1. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, σ.263, τόμ. 8, Εκδοτική Αθηνών 1988
    2. Νικόλαος Σιώκης, Ο Μακεδονομάχος Ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος (1852-1920)
    3. Δημήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, Τόμος Πρώτος
    4. Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα (1878-1894), έκδοση ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1983
    5. Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, μετάφραση και σχόλια: Βασίλειος Δημητριάδης, Έκδοση ΕΜΣ, 1973 
    6.  Απομνημονεύματα Αναστάσιου Πηχεώνα, Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εκδοτικός οίκος Αντώνιου Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2004. 
    7. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 5, σ. 489. 
    8. Παύλου Λ. Τσάμη, Μακεδονικός Αγών, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 244. 


ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ



Διαβάστε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...